Ο τζίρος των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς δεν πρόσφερε στα σούπερ μάρκετ τα αναμενόμενα. Η πραγματική αύξηση που κατέγραψαν οι περισσότερες αλυσίδες κυμάνθηκε στα επίπεδα του 3%-4% και σε ορισμένες περιπτώσεις στο 5%, ενώ μόνο ως εξαίρεση κάποιες εκ των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ εμφάνισαν αυξημένο τζίρο κατά 7% ή 8%, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2002.

Με συγκρατημένη αισιοδοξία αντιδρά το οργανωμένο λιανεμπόριο στα μηνύματα που έλαβε από την αγοραστική κίνηση της περιόδου των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Στελέχη του κλάδου, αποτιμώντας την, επεσήμαναν κατ’ αρχήν ότι ο τζίρος των σούπερ μάρκετ δεν παρουσίασε το αναμενόμενο άλμα.

 

Η πραγματική αύξηση που κατέγραψαν οι περισσότερες αλυσίδες επί του συνόλου των εσόδων τους την περίοδο των γιορτών κυμάνθηκε στα επίπεδα του …πληθωρισμού, δηλαδή κοντά στο 3% ή 4% και σε ορισμένες περιπτώσεις στο 5%, ενώ μόνο ως εξαίρεση κάποιες εκ των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ εμφάνισαν αυξημένο τζίρο κατά 7% ή 8%, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2002.

Η εν λόγω εξέλιξη αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, δεδομένου ότι, όπως όλες τις προηγούμενες χρονιές, την περίοδο των Χριστουγέννων οι αλυσίδες έκαναν χρήση όλων των πρακτικών και μεθόδων του marketing προκειμένου να βελτιώσουν τα έσοδά τους. Στο πλαίσιο αυτό συμπίεσαν τις τιμές τους στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα, αν και, όπως δηλώνεται, τα περιθώρια ήταν εξαιρετικά περιορισμένα λόγω του τετράμηνου «παγώματος» στις τιμές λιανικής που «επέβαλε» στην αγορά η ΚΑΡΦΟΥΡ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ…

Σε ό,τι αφορά τις πωλήσεις των αγαθών κατά τομέα, τα Χριστούγεννα του 2003 παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στη ζήτηση εγχώριου κρέατος –ειδικότερα χοιρινού, κατσικιών και αρνιών. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις η αύξηση εκτινάχθηκε στο 50% ή το 60%, ενώ αντίθετα η ζήτηση κυρίως της κατεψυγμένης γαλοπούλας σημείωσε κάμψη από 5% έως 10% έναντι του αντίστοιχου διαστήματος του 2002. Οι συνολικές πωλήσεις κρέατος αυξήθηκαν από 20% έως 30%, ενώ σε άλλες βασικές κατηγορίες αγαθών –αναψυκτικά, κρασιά, τυροκομικά, γλυκίσματα και ξηροί καρποί– οι πωλήσεις παρέμειναν σταθερές σε σχέση με το 2002.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η κίνηση των εορτών του 2003 έδειξε ενίσχυση των τάσεων συμπίεσης του διαστήματος κατά το οποίο οι καταναλωτές πραγματοποιούν τις γιορτινές αγορές τους. Έτσι, ενώ τις παραμονές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς παρατηρήθηκε το αδιαχώρητο στους διαδρόμους και στα τμήματα των οπωροκηπευτικών, του κρέατος, των αλλαντικών και των τυροκομικών των καταστημάτων, με αποτέλεσμα η εξυπηρέτηση του κοινού να γίνεται μετ’ εμποδίων, τις προηγούμενες ή τις επόμενες ημέρες η κίνηση στα σούπερ μάρκετ ήταν μάλλον ελαφρώς πιο αυξημένη απ’ ό,τι συνήθως.

 

Πτώση του τζίρου στα μισά εμπορικά καταστήματα

Σε χαμηλότερα επίπεδα κινήθηκε τις γιορτές ο τζίρος των εμπορικών καταστημάτων έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2002, σύμφωνα με τηλεφωνική-πανελλαδική έρευνα που διενήργησε η ΕΣΕΕ, επί δείγματος 300 επιχειρήσεων. Ειδικότερα, στο 48,53% των καταστημάτων διαπιστώθηκε πτώση του τζίρου, στο μεν 22,55% άνοδος ενώ στο 28,92% τα έσοδα από τις πωλήσεις διατηρήθηκαν σε σταθερά επίπεδα.

Από την ίδια έρευνα προέκυψε επίσης η αύξηση του αριθμού των καταναλωτών που έκαναν χρήση μετρητών για τις αγορές των εορτών, το ποσοστό των οποίων ανήλθε σε 54,7%, ενώ πιστωτικές κάρτες χρησιμοποίησε το 37,35% των καταναλωτών. Το υπόλοιπο 7,95% πραγματοποίησε αγορές τόσο με μετρητά, όσο και με πλαστικό χρήμα.

Ένα ακόμη βασικό συμπέρασμα της έρευνας σχετίζεται με την έντονη πλέον διαφοροποίηση που εμφανίζεται μεταξύ των λεγόμενων «ακριβών» και των «φθηνών» καταστημάτων. Τα μεν πρώτα, απευθυνόμενα στις υψηλότερες εισοδηματικές τάξεις, ενίσχυσαν τον τζίρο τους, ενώ τα «φθηνά» φαίνεται πως επλήγησαν από το παραεμπόριο και την οικονομική στενότητα των νοικοκυριών. Ωστόσο το 60,78% των αγαθών που πουλήθηκαν στο διάστημα των εορτών ανήκαν στην κατηγορία των μεσαίων τιμών, το 21,08% στην κατηγορία των φθηνών και το 18,14% στην κατηγορία των ακριβών.