Διευθυντής μου ήταν ο κύριος Λιναρδάκης και συνάδελφοί μου ο Φώτης Οικονομόπουλος, ο Κώστας Λινοξιλάκης -πάνε χρόνια που τον χάσαμε-, ο Τάκης Θεοτοκάτος, ο κύριος Αναστασάκος, που για ένα διάστημα υπήρξε και βουλευτής, και βέβαια ο Αρης Δριμαρόπουλος, ο αγαπητός μας και αξέχαστος Αρης…

Τότε, λοιπόν, το 1974 όλοι είμαστε νέοι, ωραίοι, δυναμικοί, έτοιμοι για όλα. Πάνω απ’ όλους μας, όμως, ήταν ο άνθρωπος που ίδρυσε την εταιρεία των Prisunic Μαρινόπουλος. Τα χρόνια που περάσανε μάς κάνουν όλους μας εκείνης της φουρνιάς να τον νοσταλγούμε όχι μόνο ως φυσική παρουσία, αλλά και ως δάσκαλο, σαν τον μεγάλο μας αδελφό -κυρίως, όμως, για τη σοφία του. Μιλώ για τον Γιάννη Μαρινόπουλο.

Τα φλιτζανάκια μου…

Πώς μου ήρθε και τα θυμήθηκα τώρα όλα αυτά; Θα σας αφηγηθώ ένα περιστατικό που μένει ανεξίτηλο στη μνήμη μου. Είναι απόγευμα Παρασκευής και βρίσκομαι στο μαγαζί της Καλλιθέας, τυχαία, μαζί με τον προϊστάμενό μου, τον κ. Λιναρδάκη. Κουβέντα στην κουβέντα αρχίζουμε να φτιάχνουμε ένα ράφι με φλιτζανάκια του καφέ. Πώς θα το στολίσουμε καλύτερα, πώς θα προβάλουμε σωστότερα την πραμάτεια του, πώς θα πουληθούν τα περισσότερα φλιτζανάκια… Αρχισα, λοιπόν, να τα στοιβάζω το ένα πάνω στο άλλο αριστοτεχνικά. Και το αναμενόμενο έγινε. Γκρεμίστηκαν όλα σε έναν σωρό. Θα πρέπει να σπάσανε πάνω από 100. Ο διευθυντής τού μαγαζιού τράβαγε τα μαλλιά του, ο Λιναρδάκης είχε πρασινίσει κι εγώ δεν ήθελα πια τη ζωή μου…

Το περιστατικό, πάντως, θεωρήθηκε τυπικά λήξαν, κι εγώ βρέθηκα με τις τύψεις μου στο σπίτι. Την άλλη μέρα πήγα στη δουλειά. Μπήκα στο γραφείο μου και, ενώ συνήθως άφηνα πάντα την πόρτα μου ανοικτή, εκείνη την ημέρα την έκλεισα. Ο Γιάννης Μαρινόπουλος κάθε πρωί περνούσε απ’ όλα τα γραφεία και έλεγε την «καλημέρα» του. Πώς θα τον αντίκριζα; Τι θα του έλεγα; Ετσι, λοιπόν, αποφάσισα να κλείσω την πόρτα μου, μήπως και με ξεχάσει.

Το νέο, βέβαια, είχε διαδοθεί σε όλο το γραφείο, κι άλλοι συνάδελφοι με αντιμετώπιζαν με χιούμορ, άλλοι με συμπάθεια. Συγκεντρώθηκα στον ανεφοδιασμό του τμήματός μου, μέχρι που άνοιξε ορμητικά η πόρτα! Φάνηκε ο κ. Γιάννης, χαμογελαστός. Ηρθε για κάποια παρατήρηση εντελώς άσχετη με τα φλιτζανάκια μου. Ωστόσο, εγώ βάλθηκα να του εξηγώ τα ανεξήγητα. Ξέσπασε στα γέλια. Οχι μόνο με είχε συγχωρέσει για τη ζημιά, αλλά φάνηκε ότι είχε διασκεδάσει με το περιστατικό! «Ατύχημα ήταν πάνω σε ώρα δουλειάς! Συμβαίνουν αυτά», μου είπε. Χαμογέλασε κι έφυγε. Εμεινα αποσβολωμένος, σαν στήλη άλατος…

Τι ήθος, τι ύφος…

Μα τι ήθος, τι ύφος είχαν αυτοί οι παλιοί μας δάσκαλοι! Τι κατανόηση έδειχναν για τους νεότερους, για όλους εμάς! Ηταν αυτοί που έκτισαν την ελληνική αγορά των σούπερ μάρκετ, τότε, τη δεκαετία του ’70. Πολλά και καλά έχω ακούσει και για τον «παππού Σκλαβενίτη», που ήταν κι ο μόνος που κράτησε ανόθευτη την ελληνικότητα της αλυσίδας των καταστημάτων του. Οπως και για τον Βερόπουλο, που έστησε κι εκείνος μια εξαιρετική επιχείρηση. Αλλά και για τον Γεράσιμο Βασιλόπουλο, που πάντα θα μνημονεύω όχι μόνο για τον κολοσσό που άφησε πίσω του, αλλά για το μεράκι του, για την αγάπη του στο καλό και το ωραίο.

Οσο για τον αγαπητό μου Παντελή Παντελιάδη, αυτόν τον βλέπω ακόμα. Κάθε φορά που συναντιόμαστε μου γκρινιάζει, αλλά το έχει αυτό το δικαίωμα μια και ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος στη δουλειά ήδη την εποχή που ήμουν ακόμα φοιτητής στην Ανωτάτη Εμπορική…

Επισκεφθείτε το website του Ηλία Μαμαλάκη: www.eliasmamalakis.gr