Στην αναγνώριση ισχυρισμών υγείας για τη μαύρη κορινθιακή σταφίδα που παράγεται στην Ελλάδα επικεντρώνεται στοχευμένα ο Όμιλος Φίλων Σταφίδας για το επόμενο χρονικό διάστημα, όπως μαθαίνει το FOODReporter. «Η σταφίδα ήταν πάντα οικογενειακή εκμετάλλευση και αναπτύσσεται σε πολύ συγκεκριμένες κλιματολογικές συνθήκες: Ευδοκιμεί και καλλιεργείται καλύτερα σε ημιορεινά εδάφη. Πλέον αποτελεί είδος υπό εξαφάνιση, επειδή έχουν μειωθεί οι συνολικές καλλιέργειες από “μυωπικές” αγροτικές πολιτικές.

Δεν μπορεί να παραχθεί πουθενά αλλού, στην πραγματικότητα δεν έχει υποκατάστατα: Με τη σουλτανίνα δεν είναι ακριβώς η ίδια σταφίδα», εξήγησε στο FOODReporter o αντιπρόεδρος του Ομίλου Φίλων Σταφίδας, Ανδρέας Βαρώτσος. «Η Τουρκία εξάγει 300.000 τόνους σταφίδας σουλτανίνα, ενώ καλλιεργείται ευρέως και στις πεδιάδες της Καλιφόρνιας. Μαύρη κορινθιακή σταφίδα έχουν αποπειραθεί να καλλιεργήσουν και σε Καλιφόρνια, Αυστραλία και Νότιο Αφρική, αλλά τελικά έχει παραμείνει σε ελάχιστες εκτάσεις», πρόσθεσε. Το 90% του κλώνου της ποικιλίας μαύρης κορινθιακής σταφίδας παράγεται στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα, στη δυτική Πελοπόννησο κι ακόμη, σε Ζάκυνθο και Κεφαλονιά, που όμως τα έσοδα του τουρισμού ανταγωνίζονται ευθέως εκείνα της γεωργικής εκμετάλλευσης.

Διατροφικοί ισχυρισμοί και ποιοτικά χαρακτηριστικά
Μελέτη του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου επιβεβαιώνει ότι η μαύρη κορινθιακή σταφίδα έχει χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη και είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά. Νωρίτερα, σε έρευνα της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (2015), είχε αποδειχθεί ότι η συγκέντρωση της γλυκόζης του πλάσματος του αίματος και το σωματικό βάρος δεν επηρεάζεται από την κατανάλωση σταφίδας, επειδή περιέχει στα συστατικά της περισσότερη φρουκτόζη, παρά γλυκόζη.

Η μαύρη κορινθιακή σταφίδα έχει ήδη διατροφικούς ισχυρισμούς: Πρόκειται για superfood με λειτουργικά χαρακτηριστικά και κυρίως, περιέχει τη φυτική ουσία ρεσβερατρόλη, ισχυρό αντιοξειδωτικό, που θεωρείται και η «πηγή της νιότης», χωρίς καν να είναι η μόνη πολυφαινόλη στα συστατικά της. Η κατανάλωση σταφίδας περιλαμβάνει αντιγηραντικές και ανοσοπροστατευτικές ιδιότητες. Είναι αποδεδειγμένα σαφώς καλύτερη η πρόσληψη της ρεσβερατρόλης από σταφίδα, παρά από το κρασί. Η περιεκτικότητα της ξηράς μαύρης σταφίδας Ηλείας σε υγρασία κυμαίνεται από 13 έως 18%. Σε 100 γραμμάρια προϊόντος, περιέχονται από 70 έως 80 γραμμάρια υδατανθράκων.

Οι ενδείξεις ΠΓΕ και το ζήτημα τιμής και διαθεσιμότητας προϊόντος
Η στροφή πολιτικής προς τους ισχυρισμούς υγείας συμβαίνει εξαιτίας της αδυναμίας εκπλήρωσης των προϋποθέσεων της Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) ως Σταφίδα Ηλείας, που κατοχυρώθηκε το 2011, με ελάχιστη περιεκτικότητα σε σάκχαρα 70% και σε τρυγικό οξύ 1,69%, επειδή περιλαμβάνουν διαδικασία συσκευασίας εντός των εγκαταστάσεων της τοπικής Ένωσης, που έχει πλέον διαλυθεί. Αυτό επηρέασε και την τιμή. «Είναι το μόνο προϊόν, η τελική τιμή του οποίου, μετά την πανδημία του κορωνοϊού, έπεσε αντί να ανέβει, εξαιτίας “αθέμιτων εμπορικών πρακτικών”. Επικρατεί ακόμη “πόλεμος” μεταξύ εμπόρων και εξαγωγέων, με αποτέλεσμα να την πληρώσει η σταφίδα και το μέλλον της… Εκεί που καλλιεργείται σταφίδα δεν μπορεί να καλλιεργηθεί κάτι άλλο. Η σταφίδα έχει καλύτερο εισόδημα από άλλες καλλιέργειες, αν εξαιρεθούν οι χαμηλές τιμές των τριών τελευταίων ετών», σχολίασε σχετικά ο κ. Βαρώτσος. Πέρσι η τιμή ανά κιλό δεν ξεπέρασε το €1,00, ενώ το αντίστοιχο κόστος παραγωγής είχε ανέβει σε €1,40. Η τιμή δόθηκε αφότου ολοκληρώθηκε ο τρύγος κι ενώ κάθε χρόνο αποθέματα παραμένουν απούλητα λόγω σκοπιμοτήτων που καταγγέλλονται εκ των υστέρων.

Ήδη από πέρσι, οι παραγωγοί καλούν τους θεσμικούς φορείς να αναλάβουν πρωτοβουλίες, προκειμένου να καθοριστεί με σταθερό τρόπο η τιμή της σταφίδας. Το θετικό είναι ότι αποδεικνύεται η κατανάλωσή της από τα αρχαία χρόνια. Στο μητρώο των ΠΓΕ προϊόντων περιλαμβάνεται από το 2008 και η Σταφίδα Ζακύνθου από το 2008, ως πανομοιότυπος κλώνος.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter