Ο τιμάριθμος για τα περίπου δύο εκατομμύρια φτωχούς συμπολίτες μας είναι κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον υπολογιζόμενο και αγγίζει το 7%, σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας. Στη μελέτη εκτιμάται ότι η σημαντική ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων το τελευταίο οκτάμηνο συνεπάγεται ένα σημαντικό τίμημα σε όρους οικονομικής ανάπτυξης, καθώς εξασθενεί την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα για ιδιωτική κατανάλωση. Παράλληλα, περιορίζει και την επιχειρηματική δραστηριότητα, αυξάνοντας το λειτουργικό κόστος και επιδεινώνοντας τις προοπτικές ζήτησης. Η Εθνική Τράπεζα εκφράζει τις ανησυχίες της για την αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να συγκλίνει με την ευρωπαϊκή σε ό,τι αφορά στον πληθωρισμό.

‘Ομως, η κατάσταση είναι στην πραγματικότητα πολύ χειρότερη για τα χαμηλά εισοδήματα από αυτή που δείχνουν οι αριθμοί της ΕΣΥΕ. Σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, ο “τιμάριθμος των φτωχών” είναι κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος και αγγίζει το 7%. Η διαφορά αυτή, βέβαια, είναι πολύ μεγάλη για να καλυφθεί από την επιδοματική πολιτική, που φαίνεται να επιλέγει η κυβέρνηση, η οποία -ακόμη χειρότερα- εδώ και αρκετούς μήνες βρίσκεται στο στάδιο των εξαγγελιών και των διακηρύξεων. ‘Ετσι κι αλλιώς, πάντως, τα πάνω από 2.000.000 πτωχών (σύμφωνα με τις στατιστικές) της Ελλάδας δεν περιμένουν τα 200 ή τα 500 στην καλύτερη περίπτωση ευρώ για να… ανακάμψουν οικονομικά. Και, βέβαια, ας μην μιλάμε καθόλου για τις άλλες ομάδες των πτωχών, τις οικογένειες με παιδιά στο σχολείο (και στα φροντιστήρια), με ενοίκια ή δάνεια, που όχι μόνο δεν συμπεριλαμβάνονται στους “επιδοματούχους”, αλλά, εκτός των υψηλών φόρων που καταβάλλουν, θα κληθούν φέτος να πληρώσουν και το τίμημα των τεκμηρίων για την κατοικία που αγόρασαν με δάνειο ή για τα… δίδακτρα των παιδιών τους.

Επιδείνωση

‘Οπως σημειώνει η Διεύθυνση Σχεδιασμού και Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας στη μελέτη της, «η σημαντική ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων το τελευταίο οκτάμηνο συνεπάγεται ένα σημαντικό τίμημα σε όρους οικονομικής ανάπτυξης, καθώς εξασθενεί την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα για ιδιωτική κατανάλωση. Παράλληλα, περιορίζει και την επιχειρηματική δραστηριότητα, αυξάνοντας το λειτουργικό κόστος και επιδεινώνοντας τις προοπτικές ζήτησης».

“Είναι πιθανό”, υπογραμμίζουν σε άλλο σημείο οι συντάκτες της μελέτης, “η εκλαμβανόμενη από τα νοικοκυριά μείωση στο διαθέσιμο εισόδημά τους να είναι υψηλότερη από την υπολογιζόμενη με βάση τον ρυθμό μεταβολής του ΔΤΚ. Με βάση τον εκτιμώμενο από τη Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ δείκτη εκλαμβανόμενου πληθωρισμού, ο οποίος απαρτίζεται από προϊόντα και υπηρεσίες που αγοράζονται με μεγαλύτερη συχνότητα και, επομένως, επιδρούν περισσότερο στην πληθωριστική ψυχολογία, τα νοικοκυριά με χαμηλότερο από τον μέσο όρο εισόδημα έχουν την αίσθηση ενός πληθωρισμού περίπου κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερου από τον επίσημα υπολογιζόμενο, με αρνητικές συνέπειες για την πραγματική εσωτερική ζήτηση στην ελληνική οικονομία”.

Η Εθνική Τράπεζα εκφράζει τις ανησυχίες της για την αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να συγκλίνει με την ευρωπαϊκή σε ό,τι αφορά στον πληθωρισμό. Παρότι η χώρα μας διανύει τον όγδοο χρόνο της εντός της ΟΝΕ, τονίζεται στη μελέτη, η διαφορά της από τον μέσο πληθωρισμό της Ευρωζώνης παραμένει σημαντική και υπερβαίνει τη μία ποσοστιαία μονάδα. Συγκεκριμένα, ο μέσος πληθωρισμός στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία ήταν 3,4%, ήτοι 1,1 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ακόμη σημαντικότερη, περίπου 1,3 ποσοστιαίες μονάδες, είναι η διαφορά των δομικών πληθωρισμών (δηλαδή του πληθωρισμού που προκύπτει, αν αφαιρεθεί η επίδραση των καυσίμων, των μη επεξεργασμένων τροφίμων και των οπωροκηπευτικών).

Ισχύς και διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων

Σύμφωνα με την ανάλυση της ΕΤΕ, η ισχύς και η διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων στην ελληνική οικονομία απορρέει από τους εξής παράγοντες:

  • Την ισχυρή εγχώρια ζήτηση, η οποία αποτυπώνεται στο θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας, που ανερχόταν στις 1,4 ποσοστιαίες μονάδες κατά το 2007, σε σύγκριση με περίπου μηδέν στην Ευρωζώνη.
  • Τον υψηλό βαθμό εξάρτησης της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας από τη χρήση του πετρελαίου σε οικιακό, αλλά κυρίως σε επίπεδο βιομηχανικής παραγωγής. Υπολογίζεται ότι η αύξηση στον εγχώριο δομικό πληθωρισμό από μια ενδεχόμενη αύξηση των τιμών του πετρελαίου κατά 10% είναι κατά 40% υψηλότερη στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρωζώνη.
  • Τις διαρθρωτικές ακαμψίες τόσο των αγορών προϊόντων και αγαθών όσο και της αγοράς εργασίας, οι οποίες ενισχύουν τη μετακύλιση των πληθωριστικών επιδράσεων στην οικονομία.

Επιτάχυνση του δομικού πληθωρισμού

Πάνω από το μισό της διαφοράς μεταξύ πληθωρισμού Ελλάδας και Ευρωζώνης μπορεί να αποδοθεί στην επίδραση διαρθρωτικών παραγόντων, ενώ η υπερβάλλουσα ζήτηση και οι ανατιμήσεις στα τιμολόγια της ενέργειας ευθύνονται για το υπόλοιπο της διαφοράς. Ως εκ τούτου, επισημαίνουν οι ερευνητές, η ανάγκη για περισσότερες μεταρρυθμίσεις είναι επιτακτική, ώστε να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Το βασικό σενάριο της ΕΤΕ για τον πληθωρισμό προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση στον ρυθμό μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στο τρίτο και κυρίως στο τέταρτο τρίμηνο του έτους περίπου στο 4%, ο οποίος συνεπάγεται μέσο ετήσιο πληθωρισμό της τάξης του 4,4% φέτος και επιβράδυνση στο 3,4% το 2009. ‘Ομως, ο δομικός πληθωρισμός θα επιταχυνθεί στο 4,2% το τέταρτο τρίμηνο (από 3,7% το δεύτερο τρίμηνο του έτους), εκτινάσσοντας τη διαφορά από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης σε επίπεδα άνω των 1,5 ποσοστιαίων μονάδων. Για όλο το 2009 θα παραμείνει σε υψηλό επίπεδο (3,7% κατά μέσο όρο).