Όσο το διατροφικό μοντέλο αλλάζει, τόσο θα αυξάνει η σημασία της αγοράς της στέβιας. Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες, ως το 2027 η ζήτησή της πιθανώς θα διπλασιαστεί παγκοσμίως, προσεγγίζοντας ή ξεπερνώντας το ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Οι περισσότερες έρευνες προβλέπουν ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης άνω του 9%, ιδίως για την υγρή μορφή της, ενώ οι επιχειρηματικές προοπτικές στην εγχώρια αγορά της είναι κάτι περισσότερο από ευοίωνες.

Aπό το «γλυκό φύλλο» ka’a he’e των αυτοχθόνων Γκουαρανί της Παραγουάης μέχρι τα γλυκαντικά, τις σοκολάτες, τα αναψυκτικά με γλυκοζίτες στεβιόλης που πωλούνται στην ελληνική αγορά, η απόσταση είναι μικρότερη από όσο φανταζόμαστε. Το βότανο με το λευκό λουλούδι, που πήρε το όνομά του πριν μισή χιλιετία από τον Ισπανό φυσιοδίφη Petrus Jacobus Stevus, μπορεί να ταξιδεύει χιλιάδες χιλιόμετρα για να φτάσει ως εδώ σε μορφή αποστάγματος, μπορεί όμως και να φυτρώνει σε ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα από την πόλη μας. Ακόμα και τότε θα χρειαστεί να ξενιτευτεί μέχρι τη Γαλλία, για να μας ξανάρθει επεξεργασμένη ως εισαγόμενη πρώτη ύλη, να μεταποιηθεί στην Ελλάδα και να διοχετευθεί στην αγορά. Από το 2012 που εμφανίστηκαν τα πρώτα ελληνικά προϊόντα με στέβια, μέχρι σήμερα, που αποτελούν πλέον εξαγώγιμο προϊόν, δεν έχει μεσολαβήσει απλώς μια ταραγμένη δεκαετία. Οι ελληνικές επιχειρήσεις, που είτε παράγουν ή εμπορεύονται στέβια είτε τη χρησιμοποιούν στα προϊόντα τους, κατάφεραν μέσα στα χρόνια της κρίσης όχι μόνο να αντέξουν, αλλά να αναπτυχθούν και ν’ αυξήσουν τα μερίδιά τους στην αγορά, ενώ πολλές ετοιμάζουν ήδη νέα επενδυτικά σχέδια.

Όσο το διατροφικό μοντέλο αλλάζει, ωθώντας σε ανάπτυξη τη ζήτηση προϊόντων χωρίς ζάχαρη, με χαμηλές ή μηδενικές θερμίδες, τόσο η αγορά της στέβιας θα παίζει πιο σημαντικό ρόλο. Διεθνείς ερευνητικές εταιρείες προβλέπουν ότι ως το 2027 η παγκόσμια αγορά της πιθανώς θα διπλασιαστεί, προσεγγίζοντας ή ξεπερνώντας το ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Οι περισσότερες έρευνες προβλέπουν σύνθετο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης (CAGR) άνω του 9%, ιδίως για την υγρή μορφή της στέβιας.

Η ειδοποιός διαφορά της σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ολιγοθερμιδικά προϊόντα ή γλυκαντικά είναι ότι πρόκειται για ένα 100% φυσικό συστατικό, ιδανικά χωρίς χημικές προσμίξεις, που δεν κουβαλάει τις «αμαρτίες» άλλων υποκατάστατων ζάχαρης, που ενοχοποιήθηκαν στο παρελθόν ως ανθυγιεινά ή αμφιλεγόμενα. Επιπλέον πρόκειται για ένα ιδιαίτερα φιλικό στο περιβάλλον προϊόν, αφού η καλλιέργειά του απαιτεί πολύ λιγότερους φυσικούς πόρους απ’ όσους η ζάχαρη και μόνο φυσικά λιπάσματα. Ειδικά σήμερα, εν μέσω της νέας κρίσης στην εφοδιαστική αλυσίδα που έφερε η πανδημία, η στέβια αποκτά άλλο ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Καθώς είναι μέχρι και τριακόσιες φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη, απαιτεί πολύ μικρότερο χώρο κατά τη μεταφορά και την αποθήκευση, επιτυγχάνοντας σημαντική εξοικονόμηση στο κόστος των logistics, σε μια περίοδο που οι ελληνικές επιχειρήσεις πασχίζουν να συγκρατήσουν την άνοδο των τιμών.

Χαρτογραφώντας την ελληνική αγορά της στέβιας, μιλήσαμε με τέσσερις επιχειρήσεις που πρωταγωνιστούν σχετικά, βρίσκονται στο χώρο από τα πρώτα του βήματα, και γνωρίζουν καλύτερα από όλους τις προκλήσεις του και τις δυνατότητές του.

Stevia Ηellas: Στέβια από τον τόπο σου
Αυτή τη στιγμή η μόνη 100% ελληνική στέβια είναι αυτή που παράγεται από το συνεταιρισμό Stevia Hellas, με έδρα τη Λαμία. Ο συνεταιρισμός διαθέτει στη λιανική αγορά το φυσικό γλυκαντικό «La Mia Stevia» και συνεργάζεται ως προμηθευτής χονδρικής με κάποιες από τις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες προϊόντων διατροφής, όπως οι Vivartia, Ελληνικά Γαλακτοκομεία , Κρι-Κρι, Green Cola κ.ά. Η εταιρεία ήρθε πρόσφατα στο προσκήνιο μέσω της συνεργασίας της με την Παπαστράτος στο πρόγραμμα αναγεννητικής γεωργίας «Νέα Γη», στα χωριά της Ξάνθης και της Ροδόπης. Στο πιλοτικό στάδιο συμμετέχουν περίπου σαράντα οικογένειες πρώην καπνοκαλλιεργητών, που έχουν ενισχυθεί με βασικά κεφάλαια εκκίνησης, ενώ λαμβάνουν τεχνογνωσία και υποστήριξη ώστε να κάνουν τη μετάβαση από τον καπνό στη στέβια. Ο ιδρυτής και CEO της Stevia Hellas, κ. Xρήστος Σταμάτης, παρουσιάζοντας το όραμά του για την αναγεννητική επιχειρηματικότητα, τονίζει ότι δεν αρκείται στην αντιρυπογόνο μέριμνα, αλλά θέτει στόχο «να αποκαταστήσουμε το φυσικό περιβάλλον στην αρχική του μορφή, για να υπάρχει αύριο και για τα παιδιά μας».

Η Stevia Hellas προμηθεύει με στέβια το 60% της ελληνικής αγοράς στην χονδρική, ενώ το υπόλοιπο 40% καλύπτεται από εισαγωγές. «Καλλιεργούμε και παράγουμε το raw material, εξάγουμε τα αποξηραμένα φύλλα σε εργοστάσιο στη Γαλλία, εκχυλίζονται και το τελικό προϊόν το εισάγουμε ως πρώτη ύλη. Το επανασυσκευάζουμε σε διάφορες μορφές και το βγάζουμε στην τελική αγορά. Έχουμε παρουσία στα περισσότερα σούπερ μάρκετ, ενώ μόλις λανσάραμε το νέο μας προϊόν, στέβια σε υγρή μορφή». Η επιχείρηση συμπληρώνει μία δεκαετία παρουσίας στην ελληνική αγορά, ενώ το 2020 είδε τον τζίρο της να αυξάνεται κατά 29% και αναμένεται φέτος να κλείσει με αύξηση 20%-25%. «Η ζήτηση της στέβιας είναι αυξητική εδώ και μία επταετία, αλλά τα τελευταία τρία χρόνια η σχετική καμπύλη έχει εκτιναχθεί ποσοτικά», τονίζει ο κ. Σταμάτης. Το επιχειρηματικό πλάνο της εταιρείας περιλαμβάνει την πλήρη μεταφορά της αλυσίδας παραγωγής στην Ελλάδα, αρχικά με μία επένδυση ύψους 1,5 εκατ. ευρώ, σε νέες εγκαταστάσεις επεξεργασίας των φύλλων στέβιας στην Λαμία. Η δεύτερη φάση είναι η δημιουργία εργοστασίου εκχύλισης, επενδυτικού κόστους ύψους 7-10 εκατ. ευρώ, για την οποία υπάρχει ενδιαφέρον από δύο ευρωπαϊκούς ομίλους, ένα γαλλικό και έναν ολλανδικό, ενώ η Stevia Hellas θα συμμετέχει ως joint venture με μικρότερο μερίδιο.

Isostevia: Η start-up που κατέκτησε την Ευρώπη
Η εταιρεία Ιsostevia μπορεί να εισάγει την πρώτη ύλη, όμως η «συνταγή» της επιτυχίας της είναι 100% ελληνική. «Ξεκινήσαμε το 2013 ως start up σε μία επαρχιακή πόλη, τη Λιβαδειά, χωρίς να γνωρίζουμε καλά τον κλάδο. Απλά πιστέψαμε πιο πολύ στην ιδέα εγώ και ο αδελφός μου», μας λέει ο κ. Αντώνης Παναγώτας, CEO και συνιδρυτής της Isostevia. «Με τα χρόνια εξελιχθήκαμε ως επιχείρηση και σήμερα είμαστε στους τρεις πρώτους σε πωλήσεις στα σούπερ μάρκετ. Η πανδημία έπαιξε διπλό ρόλο για μας: Οι καταναλωτές όντως έκαναν στροφή σε πιο υγιεινά προϊόντα, ενώ η κατηγορία των γλυκαντικών στέβιας μέσα στην πανδημία ανέβηκε κατά 7% και συνεχίζει ανοδικά, με βάση στοιχεία της IRI. Από την άλλη, το ότι δεν πηγαίναμε σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και δεν μπορούσαμε να κλείσουμε δουλειές έξω, μας πήγε λίγο πίσω στις εξαγωγές». Η εταιρεία εισάγει το αρχικό εκχύλισμα (stevia extract), που είναι τριακόσιες φορές πιο γλυκό από τη ζάχαρη, και το μεταποιεί σε κρυσταλλική ή υγρή μορφή, σε κατάλληλη αναλογία «για να μπορείς να δουλεύεις και να βγαίνουν οι συνταγές», ενώ με βάση το προϊόν αυτό φτιάχνει επίσης μπάρες δημητριακών, σοκολάτες και ρόφημα σοκολάτας. Ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος για την εταιρεία σήμερα είναι οι αυξήσεις των πρώτων υλών διεθνώς και οι ελλείψεις τους, που κάνουν όλο και πιο δύσκολη την συγκράτηση των τιμών. Η ιδιαιτερότητα της Ιsostevia είναι η έμφασή της στην υψηλή ποιότητα και γεύση, που της έχει χαρίσει μέχρι σήμερα δύο φορές βράβευση με τρία αστέρια στον παγκόσμιο διαγωνισμό του International Taste & Quality Institute (iTQi). Ως παράγοντα αραίωσης έχει επιλέξει την ερυθριτόλη, που είναι επίσης φυσικό προϊόν με μηδέν θερμίδες, προερχόμενο από τη ζύμωση των χυμών των φρούτων.

ΕΨΑ: Πρωτοπορία στα αναψυκτικά με στέβια
Η βιομηχανία αναψυκτικών και χυμών ΕΨΑ ήταν η πρώτη που παρουσίασε στην ελληνική αγορά αναψυκτικό χωρίς ζάχαρη
αποκλειστικά με στέβια, τον Μάρτιο του 2012. «Είχε προηγηθεί πολύμηνη έρευνα, με συνταγές και δοκιμές στο εργαστήριό μας. Έτσι, όταν στα τέλη του 2011 η ΕΕ έδωσε επίσημα την άδεια για την ασφαλή προσθήκη στέβιας, εγκρίνοντας τη χρήση γλυκοζιτών στεβιόλης ως γλυκαντική ύλη σε τρόφιμα και ποτά, απλώς δημιουργήσαμε ετικέτες και βγήκαμε στην αγορά», εξηγεί ο CEO της εταιρείας, κ. Μιχάλης Τσαούτος. Η αρχή έγινε με την λεμονάδα και πορτοκαλάδα light, ενώ την ίδια χρονιά προστέθηκαν τρεις γεύσεις τσάι με στέβια και το Light Drops, το πρώτο ελληνικό υγρό επιτραπέζιο γλυκαντικό χωρίς ζάχαρη, με γλυκοζίτες στεβιόλης, κατάλληλο για κρύα και ζεστά ροφήματα και ζαχαροπλαστική, σε συνεργασία με την επίσης ελληνική εταιρεία Organic 3S.

Κατά τον κ. Τσαούτο η δυναμική ανάπτυξης της στέβιας στην εγχώρια αγορά είναι μεγάλη, καθώς τα ελληνικά υγρά γλυκαντικά με στέβια, όπως το Light Drops, έχουν κυρίαρχη θέση στην κατηγορία τους. «Το πιο σημαντικό είναι ότι με το Light Drops καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα φυσικό υποκατάστατο της ζάχαρης, με μηδέν θερμίδες ανά δόση, που δεν αλλοιώνει τη γεύση του προϊόντος στο οποίο αναμιγνύεται. Στην τιμολογιακή μας πολιτική δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με τον ανταγωνισμό, γιατί δεν είναι το πεδίο που μας ενδιαφέρει να διαφοροποιηθούμε. Το πεδίο που δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή είναι η συνταγή, αλλά και η ποιότητα του Light Drops, που δεν έχει σχέση με αντίστοιχα παρόμοια προϊόντα», εξηγεί.

Σύμφωνα με τη διοίκηση της ΕΨΑ, η πανδημία λειτούργησε προωθητικά για τα προϊόντα με στέβια, ενώ το μερίδιο των αναψυκτικών με στέβια στην σειρά των προϊόντων της αναμένεται να αυξηθεί. «Στα σχέδιά μας για νέα προϊόντα η στέβια αποτελεί σημαντικό «παίκτη». Γι’ αυτό και το YouCann, ανθρακούχο ποτό με αφέψημα κάνναβης, που κυκλοφορήσαμε το 2020, εν μέσω πανδημίας, έχει μηδέν ζάχαρη και περιέχει γλυκοζίτες στεβιόλης», καταλήγει ο κ. Τσαούτος.

Green Cola: Απόλυτα δικαιωμένοι
Το 2012 δημιουργήθηκε στην Ορεστιάδα το πρώτο ελληνικό αναψυκτικό τύπου cola, χωρίς ζάχαρη, αποκλειστικά με τη χρήση φυσικών συστατικών. «Βλέπαμε ότι οι διατροφικές τάσεις αλλάζουν παγκοσμίως με κατεύθυνση τις περισσότερο υγιεινές συνήθειες. Μετά από αρκετές δοκιμές, καταφέραμε να ενσωματώσουμε τη στέβια στη συνταγή του νέου αναψυκτικού, με τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται και υψηλό γευστικό αποτέλεσμα. Εννιά χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία της Green Cola, νιώθουμε απόλυτα δικαιωμένοι», λέει ο CEO της Green Cola, κ. Γιώργος Βενιέρης. Σύμφωνα με την εταιρεία, η Green Cola βρίσκεται σταθερά στην πρώτη θέση των προτιμήσεων αναψυκτικών με στέβια, κατακτώντας ένα μερίδιο της αγοράς που αγγίζει το 58%. Παράλληλα, διανέμεται σε περισσότερες από 30 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς των ΗΠΑ από το 2019. Το πλάνο ανάπτυξης της Green Cola περιλαμβάνει τη δημιουργία νέων προϊόντων με τη χρήση της στέβιας, αλλά και την ενίσχυση της συνεργασίας με ελληνικές επιχειρήσεις, όπως η Stevia Hellas.

Η καθετοποίηση της παραγωγής είναι ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα την επιχείρηση. «Η σημαντική αύξηση της στέβια τα τελευταία χρόνια από άποψη παραγωγής είναι το πρώτο βασικό βήμα, για να οδηγηθούμε σε πιο ολοκληρωμένες λύσεις. Ως ελληνική επιχείρηση στηρίζουμε και θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε κάθε ελληνική προσπάθεια. Θεωρώ ότι όλες οι ελληνικές εταιρείες, όπως και οι εταιρείες που την παράγουν στην Ελλάδα και κάνουν χρήση της, πρέπει να ενισχύσουμε την ανάπτυξη της στέβιας συνολικά, επιλέγοντας τους Έλληνες παραγωγούς της, βοηθώντας τους με τεχνογνωσία, δημιουργώντας προϊόντα που αυξάνουν την παραγωγή της», δηλώνει ο κ. Βενιέρης. Πριν λίγους μήνες η εταιρεία λάνσαρε τα Green Mocktails, κοκτέιλ χωρίς αλκοόλ και ζάχαρη.

Η άνοδος των τιμών των πρώτων υλών παγκοσμίως προβληματίζει το επιτελείο της Green Cola, η οποία το 2020 είχε πολύ πετυχημένη πορεία, καθώς πέτυχε αύξηση τζίρου 13% (15,2 εκατ. ευρώ έναντι 13,4 εκ. ευρώ το 2019). «Προσπαθούμε να απορροφήσουμε μέρος του κόστους, μέσω προσφορών και ειδικών τιμών. Ευελπιστούμε να συνεχίσουμε στο ίδιο επίπεδο τελικών τιμών. Σίγουρα η συγκυρία διεθνώς δεν είναι ευνοϊκή. Στο επίπεδο των καταναλωτικών προϊόντων πρέπει να υπάρξει συνολική μέριμνα από τα κράτη», καταλήγει ο
κ. Βενιέρης.