Αντιμέτωπες με το σοβαρό πρόβλημα της κάλυψης των κενών θέσεων εργασίας στα δίκτυα των καταστημάτων και στις διοικητικές τους υπηρεσίες βρίσκονται σήμερα οι επιχειρήσεις του κλάδου, αν και δεν φαίνονται διατεθειμένες να «διορθώσουν» αυξητικά τα μισθολόγιά τους, προκειμένου οι θέσεις εργασίας που προσφέρουν να γίνουν ελκυστικότερες για τον μέσο εργαζόμενο.

Tα στελέχη του κλάδου αναγνωρίζουν ότι η απασχόληση στα δίκτυα σούπερ μάρκετ δεν είναι ελκυστική κι αυτό διότι οι απολαβές της δεν καλύπτει τα καθημερινά έξοδα ενός μέσου νοικοκυριού. Ως εκ τούτου όσο το κόστος διαβίωσης αυξάνεται εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού, τόσο η απασχόληση στην αγορά του κλάδου δεν θα είναι η πρώτη επιλογή του μέσου εργαζομένου.

Γενικότερα το πρόβλημα των εκατοντάδων χιλιάδων κενών θέσεων εργασίας δεν μπορεί παρά να αποτελεί φλέγον ζήτημα συνολικά της οικονομίας και μάλιστα διπλής επίπτωσης, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις από τη μία πλευρά υστερούν ως προς το να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε ανθρώπινο δυναμικό και από την άλλη ωθούνται συχνά στο να «κλέβουν» εργατικά χέρια από τους ανταγωνιστές τους, με αποτέλεσμα η κινητικότητα στην αγορά εργασίας να υπερβαίνει τα όρια που βολεύουν τις επιχειρήσεις. Παράλληλα οι συχνές μετακινήσεις ωθούν σε τεχνιτή –«βίαιη» τη χαρακτηρίζουν κάποιοι– αύξηση των αποδοχών των εργαζόμενων συγκεκριμένων επαγγελματικών ειδικεύσεων, ιδιαίτερα των προγραμματιστών και γενικότερα όσων ειδικεύονται στις νέες τεχνολογίες, αλλά και όσων ασκούν αρμοδιότητες που απαιτούν σχετική εξειδίκευση ή απαιτούμενη εμπειρία, όπως οι μηχανολόγοι (επισκευαστές-συντηρητές) ή οι επικεφαλής των τμημάτων πώλησης των καταστημάτων λιανικής κυρίως στις τουριστικές περιοχές. Σε κάθε περίπτωση, τονίζουν παράγοντες της αγοράς, το ανταγωνιστικό προβάδισμα ανήκει σε όσες επιχειρήσεις έχουν εκείνο το επίπεδο ρευστότητας, που τους επιτρέπει να χρηματοδοτούν μισθολογικές αυξήσεις κι αυτό διότι έτσι καταφέρνουν να προσελκύουν εργαζόμενους από τους ανταγωνιστές τους…!
Τα στελέχη του κλάδου, μιλώντας για την αγορά εργασίας, θέτουν ζήτημα συνολικής επάρκειας του ανθρώπινου δυναμικού των αλυσίδων, εξηγώντας ότι το πρόβλημα παραμένει παρά την πριμοδότηση των αμοιβών εκ μέρους ορισμένων αλυσίδων σούπερ μάρκετ.

Το «εκατοπενηντάρι» μικτά
Όπως επισημαίνουν, η χορηγούμενη μέχρι σήμερα μισθολογική πριμοδότηση φθάνει έως τα 150 ευρώ τον μήνα μικτά και αφορά κυρίως επιλεγμένες θέσεις εργασίας σε τουριστικές περιοχές, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις χορηγούνται και ειδικές παροχές, όπως στέγασης και σίτισης (επίδομα τροφής), αλλά και πάλι τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί γνωστή αλυσίδα με ισχυρή παρουσία σε τουριστικές περιοχές, η οποία παρά τις όποιες παροχές της, μισθολογικές ή άλλες, προς τους υπαλλήλους της κατάφερε να καλύψει μόλις είκοσι κενές θέσεις εργασίας, όταν οι ανάγκες της είναι σαφώς πολλαπλάσιες.

Από τα προαναφερόμενα γίνεται φανερό ότι μέτρα όπως τα προαναφερόμενα, δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των εργαζομένων. Κατά συνέπεια δεν αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τα κενά που σήμερα υπάρχουν στα οργανογράμματα των αλυσίδων.

Αύξηση υπερωριακής εργασίας
Όπως επισημαίνεται, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις εργαζομένων, οι οποίοι, εξαιτίας της πίεσης της δουλειάς αλλά και του ότι το αντικείμενο της απασχόλησής τους δεν υπόσχεται κάποιου είδους επαγγελματική εξέλιξη, παραιτούνται. Αυτό –συν το ότι οι κενές θέσεις δύσκολα αναπληρώνονται– φορτώνει τους παραμένοντες εργαζόμενους με περισσότερη ένταση εργασίας και με πιο πολλές του αναμενόμενου ή του ανεκτού υπερωρίες, έτσι ώστε αυξάνονται ακόμα περισσότερο οι παραιτήσεις υπαλλήλων, οπότε το πρόβλημα των κενών θέσεων εργασίας ανακυκλώνεται, λαμβάνοντας προοδευτικά μεγαλύτερες διαστάσεις.

Με διάθεση αστεϊσμού, παράγοντας της αγοράς τονίζει ότι ο κλάδος έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα σε ό,τι αφορά την ελκυστικότητα της εργασίας που προσφέρει: Είναι δωδεκάμηνης αντί εξάμηνης ή οκτάμηνης διάρκειας, όπως συμβαίνει με την τουριστική αγορά, την οποία πολλοί εργαζόμενοι –κυρίως νέοι– προτιμούν, καθότι το υπόλοιπο του έτους το «καλύπτουν» με τα επιδόματα του ταμείου ανεργίας. Με άλλα λόγια, ο συνομιλητής μας εννοεί ότι, βάζοντας οι νέοι μισθωτοί στη ζυγαριά τη «σταθερότητα εργασίας» από τη μια πλευρά και το «ανακυκλούμενο ταμείο ανεργίας» από την άλλη, επιλέγουν το δεύτερο! Φυσικά, ένα τέτοιο επιχείρημα για όποιον το επικαλείται στα σοβαρά δεν είναι καθόλου κολακευτικό, εφόσον αποτελεί παραδοχή ότι οι αποδοχές που προσφέρει η επιχείρησή του ανταγωνίζονται το γλίσχρο επίδομα του ταμείου ανεργίας…

Έως 15.000 οι κενές θέσεις εργασίας στον κλάδο
Ένα ακόμη μέτρο που λαμβάνουν ορισμένες εταιρείες του κλάδου, προκειμένου να περιορίσουν τις κενές θέσεις εργασίας, είναι η διεύρυνση των κριτηρίων απασχόλησης σε ό,τι αφορά είτε τα ηλικιακά όρια είτε κυρίως το μορφωτικό επίπεδο των εργαζομένων. Μάλιστα, σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι όλες οι προβλέψεις δείχνουν ότι όχι απλώς δεν επίκειται έστω σταδιακή βελτίωση της κατάστασης, αλλά όσο αφενός η τουριστική αγορά θα αναπτύσσεται και αφετέρου ο κλάδος του λιανεμπορίου θα ψηφιοποιείται, τόσο το πρόβλημα της έλλειψης εργατικών χεριών θα γιγαντώνεται. Υπό αυτή την έννοια μια κάποια λύση, έστω μερική, μπορεί να υπάρξει μόνον εφόσον ληφθούν μέτρα μακροπρόθεσμης στήριξης των νέων εργαζομένων καθώς και των γυναικών, των οποίων τα ποσοστά απασχόλησης στην εγχώρια αγορά εργασίας παραμένουν χαμηλά. Είναι, ωστόσο, προφανές πως κατ’ ουδένα τρόπο μπορεί να εννοηθεί η πολιτεία να αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις των εργοδοτών του ιδιωτικού τομέα. Άρα μένει τι; Η περαιτέρω ευελιξία σε μια αγορά εργασίας «ελαστικοποιημένη» στα όρια αντοχής; Κι αν έστω αυτό συμβεί, θ’ άλλαζε κάτι;

Ακτινογραφώντας οριζόντια τον κλάδο, σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι θέσεις που «χηρεύουν» στον κλάδο, λόγω κινητικότητας της εργασίας και αποχωρήσεων, υπολογίζονται σήμερα στις δέκα με δεκαπέντε χιλιάδες. Στο βαθμό που η αγορά επιχειρήσει να τις καλύψει με κίνητρο την άνοδο των μισθών, «δεν θα μπορέσει να αντέξει το σχετικό οικονομικό βάρος», λένε στελέχη της, διότι οι όποιες διορθώσεις μισθών, όπως εξηγούν, πρέπει να γίνουν οριζόντια, δηλαδή να ισχύσουν για το σύνολο του προσωπικού.

Δεν αντέχει το ταμείο δαπάνες 21 εκατ. ευρώ
Εκτός κι αν, όπως υποστηρίζει ανώτατο στέλεχος του κλάδου (επιτηδευμένα εν είδει ρητορικού ερωτήματος), το επιπλέον κόστος ή έστω το μεγαλύτερο μέρος αυτού γίνει αποδεχτό να μετακυλιστεί στις τιμές, ασκώντας πληθωριστικές πιέσεις σε μια περίοδο που τα νοικοκυριά έχουν πληγεί βαρύτατα και παρατεταμένα από τον υψηλό πληθωρισμό.

Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, το συνολικό κόστος για τον κλάδο μπορεί να φθάσει ή να υπερβεί τα 21 εκατ. ευρώ ετησίως, προκειμένου 15.000 νέοι εργαζόμενοι να λάβουν μια μικτή αύξηση των απολαβών τους της τάξης των 100 ευρώ τον μήνα. Αν στο εν λόγω κόστος προστεθούν μία σειρά μισθολογικών διορθώσεων, που πρέπει να γίνουν για λογαριασμό χιλιάδων άλλων εργαζομένων, είναι φανερό ότι η συνολική επιβάρυνση για τις αλυσίδες θα είναι πολλαπλάσια. Βέβαια, όπως εξηγούν παράγοντες του κλάδου, στο βαθμό που η πολιτεία πριμοδοτήσει τον κλάδο, μειώνοντας λ.χ. τις ασφαλιστικές εισφορές, άρα περιορίζοντας κατά ένα μέρος την επιβάρυνση του κόστους των μισθολογικών διορθώσεων, η αγορά θα έχει ένα κίνητρο να κάνει τις αποδοχές της εργασίας που προσφέρει ελκυστικότερες. Ομολογείται έτσι ότι οι εταιρείες είτε προτείνουν απερίφραστα να αναλάβει το κράτος τις δικές τους υποχρεώσεις είτε απλώς αδιαφορούν για τα οικονομικά της κοινωνικής ασφάλισης καίτοι η κατά συνέπεια επίπτωση στα συνταξιουχικά εισοδήματα των περίπου 2,6 δισεκατομμυρίων συνταξιούχων πελατών τους, εάν ικανοποιηθεί η έκπτωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, πάλι αυτές θα ζορίσει.

Μεγαλύτερο το πρόβλημα στα μικρότερα δίκτυα
Προφανώς οι ισχυροί του κλάδου έχουν μεγαλύτερα περιθώρια βελτίωσης των μισθολογίων τους έναντι των ανίσχυρων. Αλλά μισθολογικές διαφοροποιήσεις, ενίοτε σημαντικές, υπάρχουν και μεταξύ των ισχυρών, πράγμα που ενθαρρύνει, άλλωστε, την κινητικότητα της εργασίας μεταξύ των εταιρειών τους.

Οι μισθολογικές διορθώσεις σε κάθε περίπτωση δεν είναι οριζόντιες. Γίνονται μόνο όποτε κρίνεται αναγκαίο είτε για την αντιμετώπιση αδικιών είτε τις περισσότερες φορές για την αποτροπή της παραίτησης εργαζομένων. Στην πλειονότητά τους αφορούν το προσωπικό της «πρώτης γραμμής» που δουλεύει με τον βασικό μισθό, διοικητικούς υπαλλήλους εμπλεκόμενους κυρίως με τις νέες τεχνολογίες, όπως και μηχανικούς και ηλεκτρολόγους, η ζήτηση των οποίων είναι μεγάλη.