Περιοδικά έκαναν την εμφάνισή τους διάφορες προτάσεις περί τα οικονομικά μεγέθη της Lidl, οι οποίες -επισημαίνουμε- σε αρκετές περιπτώσεις «γρονθοκοπούνταν». Κατά τους μεν ο ετήσιος τζίρος της κυμαίνονταν μεταξύ 450 και 500 εκατ. ευρώ, κατά τους δε μεταξύ 700 και 750 εκατ. ευρώ, ενώ κατ’ άλλους μεταξύ 1 και 1,2 δισ. ευρώ. Οσο για τα καθαρά της κέρδη προ φόρων φέρονταν ότι κυμαίνονται μεταξύ 5% και 10%.

Ηταν πράγματι πρόκληση, καιρό τώρα, να μπορέσουμε να τοποθετηθούμε με αξίωση κάποιας εγκυρότητας σχετικά με τις πωλήσεις ενός αναμφισβήτητα μεγάλου -πλην όμως αδιαφανούς- του κλάδου που μελετούμε, ωστόσο αποφύγαμε να υιοθετήσουμε τις εκάστοτε περιφερόμενες φήμες -πολύ περισσότερο εφόσον οι πηγές τους είτε ήταν αμφιβόλου εγκυρότητας είτε απλώς δεν τις γνωρίζαμε.

Ομως, η συγκυρία -την οποία δεν αμελούμε να αξιοποιούμε- «έβαλε στο χέρι μας» στοιχεία που υποτίθεται ότι προσδιορίζουν με ακρίβεια 99% τις πωλήσεις της Lidl κατά την περίοδο μεταξύ του Ιανουαρίου και του Ιουλίου φέτος. Και μάλιστα όχι απλώς συνολικά, αλλά κατά μείζονα κατηγορία προϊόντων! Στην προκειμένη περίπτωση την πηγή των πληροφοριών μας την θεωρούμε σοβαρή και αξιόπιστη, αλλά και πάλι -να εξηγούμαστε- «δεν βάζουμε το χέρι μας στη φωτιά».

Λαμβάνοντας υπόψη μας, λοιπόν, την εμπειρία της αγοράς διαχρονικά, σε σχέση με τον προσδιορισμό του βάρους των μηνιαίων πωλήσεων μιας αλυσίδας (είτε ως προσδιορισμό του μέσου μήνα είτε ως ποσοστό επί των ετήσιων πωλήσεών της), προσεγγίσαμε τις ετήσιες πωλήσεις της Lidl μέσω αναγωγής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο υπολογίζουμε ότι ανέρχονται περίπου στα 1,1 δισ. ευρώ.

Θεωρώντας, πάντως, πλέον ως πιθανό μέγεθος ετήσιου τζίρου της Lidl τα 1,1 δισ. ευρώ και ενσωματώνοντας αυτό το άδηλο ως τώρα δεδομένο στην εικόνα του κλάδου, δηλαδή τοποθετώντας το πλάι στα γνωστά κομμάτια του παζλ, δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε τις ανατροπές που προκύπτουν στη δομή αυτής της εικόνας (βλέπε τον σχετικό πίνακα). Με ένα ξανα-ανακάτεμα της τράπουλας των μεγεθών του κλάδου το παιχνίδι άλλαξε! Η αλλαγή είναι προφανής. Οι αριθμοί μιλούνε, σχολιάζουν μόνοι τους -αν δεν κραυγάζουν κιόλας.

Οι αριθμοί… μιλούν

Στο δείγμα των 87 εταιρειών του κλάδου των σούπερ μάρκετ που συντάξαμε για τη φετινή έκδοση Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ 2007, η εταιρεία Πέντε κατατάσσεται στη 10η θέση του κλάδου από άποψη μεγέθους πωλήσεων (355.722 χιλ. ευρώ). Με την ένταξη της Lidl στο δείγμα, η οποία από άποψη όγκου πωλήσεων καταλαμβάνει την 3η θέση(!) μετά την Καρφούρ Μαρινόπουλος και την Αλφα-Βήτα Βασιλόπουλος, η σειρά τής κατάταξης, όπως προέκυψε με βάση τους ισολογισμούς των 87 εταιρειών, επαναπροσδιορίζεται μια θέση κάτω για όλους τους επόμενους της δεύτερης θέσης -φυσικά και για την Πέντε, που πλέον βγαίνει από την πρώτη δεκάδα των επικεφαλής του κλάδου. Επίσης, μετά την προσθήκη της Lidl μεταβάλλονται θεαματικά τα μερίδια πωλήσεων των επί μέρους εταιρειών στο σύνολο του κλάδου, όπως άλλωστε τα μερίδια και οι σχέσεις μεριδίων των δέκα «μεγάλων».

Οσο για την προέλευση του τζίρου της Lidl, η φιλολογία για το ισχυρό χαρτί της προώθησης ειδών bazaar όχι μόνο αποδεικνύεται μυθολογία, αλλά φαίνεται η στρατηγική έμφαση της γερμανικής αλυσίδας στην ανάπτυξη των γενικών κατηγοριών, κυρίως των τυποποιημένων ειδών παντοπωλείου και των φρέσκων και κατεψυγμένων ειδών, που σήμερα της αποφέρουν περίπου το 89% των πωλήσεών της, έναντι ενός περίπου 11% των ειδών bazaar που εκχωρούν, όπως φαίνεται, χώρο από τα ράφια τους στις προαναφερόμενες κατηγορίες.

Δεδομένης, λοιπόν, της τοποθέτησης επισήμως και επώνυμων προϊόντων στα ράφια της εδώ κι έναν χρόνο, η Lidl ανταγωνίζεται ευθέως τις κλασικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ, και δη ως κυρίαρχος στον κλαδικό ανταγωνισμό.