Πολλές και σοβαρές παρενέργειες στη λειτουργία του εμπορίου αναμένονται από την εφαρμογή του προωθούμενου νέου Κανονισμού στην ΕΕ, που προβλέπει την εντός τριάντα ημερών εξόφληση των οφειλών στις συναλλαγές μεταξύ εμπορευόμενων. Ο σκοπός του προτεινόμενου Κανονισμού, που έχει ήδη τεθεί σε διαβούλευση στα κράτη-μέλη και που θα αλλάξει τα ισχύοντα βάσει της Οδηγίας του 2011, είναι να καταστήσει δίκαιες τις εμπορικές συναλλαγές, να αυξήσει την ανθεκτικότητα των ΜμΕ και των αλυσίδων εφοδιασμού και να προωθήσει τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους.

Ωστόσο, η εφαρμογή του θα φέρει τα πάνω-κάτω στην αγορά, αφού για ένα μεγάλο διάστημα όλες οι επιχειρήσεις θα αναγκαστούν να εξοφλήσουν παλαιότερες υποχρεώσεις τους, για τις οποίες ο χρόνος καθυστέρησης των πληρωμών στον κλάδο φτάνει σήμερα τις 120 ημέρες, ταυτόχρονα με τις νέες, που θα τακτοποιούνται το πολύ σε τριάντα ημέρες. Στελέχη του κλάδου έχουν ήδη υπολογίσει τη δημιουργία «μαύρης τρύπας» εύρους 2 δισ. ευρώ στις συναλλαγές. Το αντίστοιχο μέγεθος σε ευρωπαϊκό επίπεδο εκτιμάται ότι θα υπερβεί τα 150 δισ. ευρώ, αυξάνοντας θεαματικά τις επισφαλείς συναλλαγές. Πάντως, αρμόδια κοινοτικά στελέχη υποστηρίζουν ότι ο προβλεπόμενος χρόνος προσαρμογής της αγοράς στα νέα δεδομένα, που θα είναι οι δώδεκα μήνες από την έναρξη της εφαρμογής του (προτεινόμενου) Κανονισμού, είναι επαρκής, επισημαίνοντας ότι έως τη θέσπισή του θα μεσολαβήσει τουλάχιστον ένα επιπλέον εξάμηνο, διάστημα που μπορεί να αξιοποιήσουν οι εμπορικές επιχειρήσεις ως μεταβατικό.

«Τσουνάμι» ανατροπών
Ας δούμε, όμως, τι είδους αλλαγές θα φέρει στην αγορά του κλάδου η εφαρμογή της εν λόγω μεταρρύθμισης.
• Κατά πάσα πιθανότητα ο κλάδος θα οδηγηθεί σε ένα νέο κύκλο συγκέντρωσης, εφόσον κάποιες αλυσίδες δηλώσουν αδυναμία ταυτόχρονης εξυπηρέτησης παλαιών και νέων υποχρεώσεων προς τους προμηθευτές τους.
• Συνολικά οι αλυσίδες θα ωθηθούν σε μια ιδιαίτερα μεγάλη μείωση των αποθεμάτων τους, καθώς, όπως εκτιμάται, από την εφαρμογή του Κανονισμού ο χρόνος εξάντλησης των αποθεμάτων θα ακολουθεί τον χρόνο πληρωμών.
• Κατά συνέπεια αρκετοί εκ των προμηθευτών θα δουν τις παραγγελίες των πελατών τους να μειώνονται, οπότε, τουλάχιστον την περίοδο προσαρμογής των λιανεμπόρων, θα μειωθεί η ρευστότητά τους.
• Μειώσεις αναμένονται και στον αριθμό των κωδικών προϊόντων που διακινεί κάθε αλυσίδα. Η πίεση για τη μείωση του διαχειριστικού κόστους των εμπορευμάτων θα ωθήσει στην απόσυρση ενός σημαντικού αριθμού προϊοντικών κωδικών χαμηλότερης απόδοσης από τα ράφια. Αν ληφθεί υπόψιν ότι το 98% του συνολικού τζίρου των FMCG πραγματοποιείται από το 58% των υπαρχόντων κωδικών κι ότι μόλις το 18% αυτών αποδίδει το 80% του ετήσιου τζίρου των FMCG, είναι φανερό ότι οι υποψήφιοι προς απόσυρση κωδικοί είναι χιλιάδες…
• Οι προμηθεύτριες εταιρείες θα αντιπαρέλθουν ευκολότερα τα προβλήματα ρευστότητας, καθώς, ενόσω θα αποπληρώνουν ταχύτερα τους δικούς τους προμηθευτές, θα εισπράττουν ταχύτερα και από τους πελάτες τους. Όμως δεν θα ισχύει κάτι ανάλογο για τις λιανεμπορικές αλυσίδες, οι οποίες για προσδιορισμένα μεγέθη εισπράξεων λιανικής θα εξοφλούν τους προμηθευτές τους με πολύ λιγότερες ημέρες πίστωσης.
• Η κρίσιμη περίοδος προσαρμογής στα νέα δεδομένα θα αναδείξει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα όσων αλυσίδων έχουν πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, στο βαθμό που ο δανεισμός καταστεί αναγκαίος. Οι υπόλοιπες εταιρείες θα υποχρεωθούν να αντιμετωπίσουν την όποια έλλειψη ρευστότητας με άλλα μέσα, όπως με γενικευμένες μειώσεις παραγγελιών, που θα επηρεάζουν τις σχέσεις με τους προμηθευτές τους και τον τζίρο τους.
• Η ενδεχόμενη προσφυγή των λιανεμπορικών αλυσίδων στις τράπεζες θα αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων τους σε μία περίοδο, μάλιστα, που τα επιτόκια δεν θα έχουν επανέλθει στα επίπεδα προ της πληθωριστικής καταιγίδας.
• Σε πιο πλεονεκτική θέση αναμένεται ότι θα βρεθούν οι αλυσίδες που ανήκουν σε ισχυρούς πολυεθνικούς ομίλους, οι οποίοι μπορεί να τις συνδράμουν με αυξημένη ρευστότητα σαφώς χαμηλότερου κόστους, στο πλαίσιο του ενδο-ομιλικού δανεισμού.
• Η εφαρμογή της μεταρρύθμισης είναι πιθανό να στρέψει κάποιες αλυσίδες λιανικής προς αναζήτηση προμηθευτών στις αναπτυσσόμενες αγορές, οι οποίοι θα δεχτούν ευνοϊκότερους όρους αποπληρωμών τους. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν μπορεί παρά να αφορά περιορισμένο αριθμό κωδικών κι αυτό διότι πολύ δύσκολα κάποιος θα αντικαθιστούσε τους Ευρωπαίους προμηθευτές τροφίμων π.χ. με Κινέζους προμηθευτές και μόνο για να επιτύχει καλύτερους όρους κάλυψης των υποχρεώσεών του προς αυτούς. Δεν ισχύει κάτι ανάλογο, όμως, στην περίπτωση των προμηθευτών, οι οποίοι πολύ ευκολότερα μπορεί να επιλέγουν προμηθευτές πρώτων υλών εκτός Ευρώπης, προκειμένου να πετυχαίνουν ευνοϊκότερους όρους αποπληρωμής των παραγγελιών τους.
• Η εφαρμογή του προωθούμενου Κανονισμού ασφαλώς θα ωφελήσει τις εταιρείες που συναλλάσσονται με το Δημόσιο, το οποίο ως γνωστόν καταστρατηγεί τους συμβατικούς όρους των συναλλαγών σε βάρος των ιδιωτών.
• Αν και πρόκειται για δευτερεύον ζήτημα, επισημαίνουμε τις προσαρμογές που θα κληθούν να κάνουν όλες οι εταιρείες (παραγωγικές, χονδρεμπορικές, λιανεμπορικές) στα μηχανογραφικά τους συστήματα, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες πληρωμών που θα ισχύσουν με την εφαρμογή του υπό κατάρτιση κοινοτικού Κανονισμού.

Τι θα αλλάξει στο θεσμικό πλαίσιο
Η νέα πρόταση ευρωπαϊκού Κανονισμού για τις καθυστερήσεις πληρωμών θα εκσυγχρονίσει τις ισχύουσες διατάξεις, καθιστώντας τις πιο ορθολογικές αφού:
• εισάγει την έννοια της μέγιστης προθεσμίας πληρωμής τριάντα ημερών για όλες τις εμπορικές συναλλαγές, περιλαμβανομένων των Β2Β συναλλαγών, όπως και των συναλλαγών μεταξύ δημόσιων αρχών και επιχειρήσεων.
• Θεσμοθετεί την προθεσμία των τριάντα ημέρων σε όλη την επικράτεια της ΕΕ.
• Αναγνωρίζει τη συμβατική ελευθερία μεταξύ των συναλλασσόμενων μόνο για χρόνους μικρότερους των τριάντα ημέρων.
• Δεν καταργεί τυχόν μικρότερες προθεσμίες πληρωμών, οι οποίες ενδεχομένως προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες.
• Καταργεί τη διφορούμενη έννοια των «κατάφωρα καταχρηστικών» συμβατικών διατάξεων, αντικαθιστώντας την με έναν κατάλογο σαφώς προσδιορισμένων καταχρηστικών ρητρών και πρακτικών πληρωμής.
• Μειώνει σημαντικά την επιβάρυνση των επιχειρήσεων να προβαίνουν σε ενέργειες κατά των εκπρόθεσμων οφειλετών τους. Οι περισσότερες δαπάνες που θα επωμίζονται όλες οι επιχειρήσεις, θα γίνονται εφάπαξ. Περιλαμβάνουν την επικαιροποίηση των τυποποιημένων τιμολογίων, ώστε να ανακλώνται οι νέοι όροι πληρωμής και τα προσαρμοσμένα τέλη αποζημίωσης, τα οποία εκτιμώνται σε 243 εκατ. ευρώ σε ολόκληρη την ΕΕ.
• Θεσπίζει τις επαναλαμβανόμενες δαπάνες που θα βαραίνουν κυρίως τους οφειλέτες, οι οποίοι θα πληρώνουν καθυστερημένα, με τη μορφή αυτόματης καταβολής τόκων και (αυξημένης) αποζημίωσης, πιθανών διοικητικών προστίμων και απώλειας της παράνομης δωρεάν πίστωσης, όταν αναγκάζονται να πληρώσουν εγκαίρως.
• Προσδιορίζει συγκεκριμένα μέτρα επιβολής και είσπραξης για την προστασία των πιστωτών από τους κακοπληρωτές. Ειδικότερα, πρώτον, τα κράτη-μέλη θα κληθούν να συστήσουν Αρχές για την παρακολούθηση και τη διασφάλιση της εφαρμογής του σχετικού πλαισίου. Δεύτερον, οι εν λόγω αρχές θα λαμβάνουν καταγγελίες, θα διενεργούν έρευνες και θα επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις κατά των κακοπληρωτών. Τρίτον, τα κράτη-μέλη θα κληθούν να προωθήσουν την εθελοντική χρήση της Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (ΕΕΔ) για τη διαφύλαξη των συμβατικών σχέσεων οφειλέτη και πιστωτή και την ταχεία επίλυση των διαφορών πληρωμής μεταξύ τους, διασφαλίζοντας την ορθή εφαρμογή των κανόνων. Τέταρτον, διασφαλίζεται η καταβολή τόκων υπερημερίας και τελών αποζημίωσης με αυτοματοποιημένες διαδικασίες. Πιο συγκεκριμένα, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής πέραν των τριάντα ημερών θα επιβάλλεται τόκος υπερημερίας 8% συν το επιτόκιο βάσης της ΕΚΤ, το οποίο σήμερα ανέρχεται στο 4% (βάσει των σήμερα ισχυόντων, η συνολική επιβάρυνση υπολογίζεται σε 12% εωσότου εξοφληθεί η οφειλή). Και πέμπτο, για επιπλέον διασφάλιση ο πιστωτής δεν θα μπορεί να παραιτηθεί των τόκων υπερημερίας.

Σημειώνουμε ότι ο προτεινόμενος Κανονισμός, αν και θα έχει άμεση και οριζόντια εφαρμογή στην ΕΕ, θα παρέχει κάποια ευελιξία στα κράτη-μέλη σε ό,τι αφορά τη σύσταση των φορέων επιβολής των νέων συναλλακτικών όρων, τη συγκρότηση των μηχανισμών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (ΕΕΔ) και την παροχή κατάρτισης σε θέματα διαχείρισης των πιστώσεων και χρηματοοικονομικών γνώσεων.