Μπορεί ο μειωμένος τζίρος να χαρακτηρίζει την εικόνα του κλάδου των σούπερ μάρκετ και το 2013, αλλά τα στοιχεία για την κερδοφορία των αλυσίδων αποτελούν ενθαρρυντική ένδειξη για το παρόν και το μέλλον του κλάδου. Αντίθετα, μόνιμος «πονοκέφαλος» παραμένει η ρευστότητα. Τα συμπεράσματα αποτελούν μέρος της μελέτης των ισολογισμών 61 αλυσίδων, στο πλαίσιο της ετήσιας έκδοσης Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ 2014, η οποία κυκλοφόρησε αρχές Οκτωβρίου.

Σε γενικές γραμμές, οι μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου παρουσιάζουν αρκετά υψηλή κερδοφορία. Από τις 10 μεγαλύτερες επιχειρήσεις σε πωλήσεις (δεν συμπεριλαμβάνονται οι Μαρινόπουλος ΑΕ και Lidl Hellas, λόγω μη δημοσίευσης ισολογισμού), μόλις 2 παρουσιάζουν ζημιές, και όταν μεταφέρουμε τη συζήτηση σε επίπεδο ομίλων, αναφερόμαστε σε μόλις 1 εταιρεία (πρόκειται για τη Μάκρο Κας & Κάρυ, η οποία δημοσίευσε 9μηνο ισολογισμό). Το καθαρό περιθώριο κερδοφορίας το 2013 διαμορφώθηκε για τις 10 μεγαλύτερες εταιρείες στο 1,75%, ενώ για τις 51 υπόλοιπες επιχειρήσεις του δείγματος στο 1,38%. Η εξέλιξη αυτή είναι αποτέλεσμα, κυρίως, της μείωσης του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων.

Συνολικά οι 61 επιχειρήσεις το 2013 εμφάνισαν καθαρά κέρδη αξίας 120,71 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 4,80% σε σχέση με το 2012. Ο δείκτης καθαρής κερδοφορίας διαμορφώθηκε στο 1,69%, αυξημένος από το 1,58% του 2012, το λειτουργικό περιθώριο κέρδους επίσης έμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 2,31% ενώ και η απόδοση ιδίων κεφαλαίων κινήθηκε σταθερά και διαμορφώθηκε το 2013 στο 10,48% έναντι 10,34% το 2012. Στο δείγμα των 61 επιχειρήσεων, μόλις 10 παρουσιάζουν αρνητική καθαρή θέση. Οι 34 από το σύνολο των επιχειρήσεων του δείγματος κατάφεραν μέσα στη δύσκολη αυτή συγκυρία να αυξήσουν τα καθαρά τους κέρδη και δεδομένου ότι 34 ήταν και οι επιχειρήσεις που μείωσαν τις πωλήσεις τους, μιλάμε για μία σαφή ένδειξη ότι η αύξηση στην κερδοφορία σχετίζεται περισσότερο με τη μείωση των λειτουργικών εξόδων και λιγότερο με την ανάπτυξη των πωλήσεων.

Σημειώνεται ότι από τις 61 επιχειρήσεις μόλις οι 8 εμφάνισαν ζημιές στα λειτουργικά τους αποτελέσματα (θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι υπόλοιπες 53 παρουσιάζουν πρωτογενές «πλεόνασμα»). Πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας που παρουσιάζει η κερδοφορία στον κλάδο είναι για τρίτη συνεχόμενη χρονιά η Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος. Τα κέρδη της για το 2013 ήταν 38,08 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 13,96% σε σχέση με το 2012, ενώ ο κύκλος εργασιών ανήλθε σε 1,6 δισ. ευρώ (2,31% καθαρή κερδοφορία). Από τις 10 επιχειρήσεις με τον μεγαλύτερο κύκλο εργασιών το 2013, τον υψηλότερο δείκτη κερδοφορίας εμφανίζει η πολυσυζητημένη αυτήν την περίοδο λόγω της συμφωνίας με την Σκλαβενίτης, Χαλκιαδάκης.

Ο δείκτης κερδοφορίας της διαμορφώθηκε στο 3,39% και η απόδοση ιδίων κεφαλαίων στο 41,74%. Ιδιαίτερα υψηλή κερδοφορία εμφάνισαν για άλλη μια χρονιά και η Μετρό με 2,72%, η Πέντε με 2,50% και η Δ. Μασούτης με 2,38%. Η δεύτερη σε πωλήσεις επιχείρηση, η Σκλαβενίτης, σε αναμονή των επενδύσεών της για επέκταση του δικτύου της, εμφανίζει κέρδη με δείκτη 1,39%, παρά τη μείωση των πωλήσεών της κατά 3,20%, από 1,23 δισ. ευρώ σε 1,19 δισ. ευρώ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο δείκτης EBITDA για το σύνολο των επιχειρήσεων, καθώς δείχνει πιο ξεκάθαρα την «πρωτογενή» κατάσταση του οργανισμού (πλεόνασμα-έλλειμμα), αφού «ακυρώνει» την επίδραση της διαχείρισης παγίων, της υπεραξίας και τις ιδιομορφίες του δανεισμού κάθε επιχείρησης.

Ο δείκτης EBITDA υπολογίζεται στο αρκετά ελπιδοφόρο 4,07% (αν και μειωμένο από το 4,27% του 2012, εξαιτίας της μείωσης των αποσβέσεων). Έτσι, και το 2013, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, ο δείκτης EBITDA δείχνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων του κλάδου εξακολουθεί να έχει θετικές προοπτικές για το μέλλον και να λειτουργεί πλεονασματικά. Τα αποτελέσματα είναι σαφώς καλύτερα για τις 10 μεγαλύτερες επιχειρήσεις, που παρουσιάζουν δείκτη 4,21% έναντι 3,35% των 51 υπόλοιπων επιχειρήσεων του δείγματος.

Σε χαμηλά, οριακά επαρκή επίπεδα, η ρευστότητα
Όσον αφορά στη ρευστότητα, ο κλάδος, όπως και όλος ο ελληνικός επιχειρηματικός κόσμος, περίμενε την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών προκειμένου να δεχθεί μια ένεση ρευστότητας. Μέχρι τότε προσπαθούσε με άλλα μέσα να συντηρήσει τη ρευστότητα. Εν τέλει, μετά την ανακεφαλαιοποίηση κατέστη ξεκάθαρο ότι οι ελληνικές συστημικές τράπεζες είναι ιδιαίτερα φειδωλές και επιλεκτικές ως προς τον δανεισμό τους. Ο κλάδος, προκειμένου να ανταποκριθεί σε αυτό το πιεστικό περιβάλλον, ξεκίνησε αρχικά τη μεταφορά υποχρεώσεων προς το μέλλον και στη συνέχεια μια συνολική προσπάθεια μείωσης των υποχρεώσεων.

Έτσι, το σύνολο των υποχρεώσεων των 61 αλυσίδων μειώθηκε εκ νέου κατά 4,05%, με ταυτόχρονη μείωση και των ημερών πληρωμών. Όμως, εξαιτίας της μείωσης των διαθεσίμων κατά 12,82% (αναμενόμενη εξέλιξη με βάση τα παραπάνω), τελικά η ρευστότητα μειώθηκε. Ο δείκτης γενικής ρευστότητας παρουσίασε πτώση από 69,68% σε 67,51% και η άμεση ρευστότητα μειώθηκε από 35,02% σε 30,21%. Ως συνέπεια των παραπάνω, η μόχλευση των συνολικών κεφαλαίων (καθαρός τραπεζικός δανεισμός προς σύνολο κεφαλαίων) μειώθηκε από 25,59% σε 21,90% για το σύνολο του δείγματος. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου επιδίωξαν σε μεγαλύτερο ακόμη βαθμό σε σχέση με το παρελθόν τη χρηματοδότηση μέσω ιδίων έναντι ξένων κεφαλαίων.

Μια σε μεγαλύτερο βάθος εξέταση της σύνθεσης του παθητικού μέσω του δείκτη των πιστώσεων προμηθευτών/πιστωτών προς το σύνολο των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων, προκειμένου να διαφανεί ο ρόλος των πιστώσεων προς προμηθευτές σε αυτή τη μόχλευση κεφαλαίου, αποκαλύπτει μία σταθεροποιητική τάση για το σύνολο των εταιρειών. Ο δείκτης υπολογίζεται στο 65,19%, το οποίο παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο την τελευταία 5ετία, με μικρή διακύμανση ±2%. Πρακτικά, αυτό το αποτέλεσμα του κλάδου συνολικά σημαίνει ότι οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων προς τους προμηθευτές τους μειώθηκαν εξίσου με τις λοιπές υποχρεώσεις (ιδίως τις μακροχρόνιες).

Σε αντίθεση με την τάση που είχε παρατηρηθεί τα χρόνια της ανάπτυξης του κλάδου, ο λογαριασμός πιστώσεων προμηθευτών/πιστωτών παρουσίασε για δεύτερη χρονιά μείωση (η οποία ήταν άλλωστε και η δεύτερη χρονιά μείωσης των πωλήσεων του δείγματος). Συγκεκριμένα, για το σύνολο των 61 επιχειρήσεων ο εν λόγω λογαριασμός μειώθηκε το 2013 κατά 2,83% (50,49 εκατ. ευρώ) φτάνοντας στα 1,74 δισ. ευρώ (σε συνέχεια της μείωσης 2,25%, 41,75 εκατ. ευρώ του 2012). Αυτή η μείωση των πιστώσεων προμηθευτών/πιστωτών σε συνδυασμό με τη μείωση των πωλήσεων μείωσε σε έναν μικρό βαθμό τις ημέρες πιστώσεων σε 110 έναντι 111,36 το 2012 (σημαντική εξέλιξη, αν αναλογιστούμε ότι το δείγμα του Πανοράματος 2011 είχε δείκτη 126,7 ημέρες).

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, δεδομένου ότι παρά τις μειώσεις στις πωλήσεις η κερδοφορία σταθεροποιείται, η πρόκληση των επόμενων ετών είναι η επίτευξη επαρκούς επίπεδου ρευστότητας. Έτσι, αναμένεται να δούμε στο μέλλον εξελίξεις, κυρίως στο κυκλοφορούν ενεργητικό των επιχειρήσεων του κλάδου.