Τα οπωροκηπευτικά στις περισσότερες των περιπτώσεων εξυπηρετούν δύο σκοπούς: Λειτουργούν ως «κράχτες» για άλλες αγορές της νοικοκυράς και συμπληρώνουν το καλάθι της. Ορισμένες αλυσίδες επενδύουν στρατηγικά στον τομέα, αποβλέποντας σε μεγαλύτερα οφέλη: Πρώτον, κερδίζοντας υψηλότερο μερίδιο έναντι των συνοικιακών οπωροπωλείων και των τοπικών λαϊκών, δεύτερον, ενισχύοντας το εταιρικό τους προφίλ σε ό,τι αφορά τη διάθεση φρέσκων προϊόντων, τρίτον, καλύπτοντας τις πλέον εξεζητημένες ανάγκες σε προϊόντα μαναβικής προς ενίσχυση της διαφοροποίησής τους και, τέταρτον, στον βαθμό που είναι εφικτό, κερδίζοντας από την κατηγορία βάσει της οργάνωσης των logistics.

Εξάλλου, πρόκειται για μια μεγάλη αγορά με ετήσιο τζίρο πάνω από 3 δισ. ευρώ, στην οποία το οργανωμένο λιανεμπόριο έχει μόλις το 15%, ποσοστό το οποίο επιτρέπει στον κλάδο να ελπίζει σε καλύτερες, πιο προσοδοφόρες ημέρες. Σήμερα, πάντως, το τμήμα μαναβικής δεν θεωρείται κερδοφόρο. Απασχολεί δύο με τρεις υπαλλήλους, έχει σημαντικές καταστροφές που φθάνουν στο 5% έως 10% της διακινούμενης ποσότητας, υψηλό κόστος διαλογής των προϊόντων και διανομής τους στο δίκτυο, ενώ απαιτεί επιπλέον χρόνο βάρδιας, αφού οι αποθήκες παραλαμβάνουν απόγευμα, οι ποσότητες ανά κατάστημα οργανώνονται τη νύκτα, και η διανομή πραγματοποιείται αυστηρά νωρίς το πρωί. Τα προαναφερόμενα κόστη σίγουρα δεν καλύπτονται από τις 5 μονάδες κέρδους που αφήνουν τα οπωροκηπευτικά ψηλότερα από το μέσο μικτό κέρδος του μέσου καταστήματος, ωστόσο οι αλυσίδες επιμένουν και θα επιμένουν στην ανάπτυξη της κατηγορίας.

Δείκτες δυναμικής του τμήματος μαναβικής

Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία για την εν λόγω αγορά: 

  • Το ποσοστό των εισαγόμενων προϊόντων μαναβικής κυμαίνεται από 15% έως 25%, έναντι 75% έως 85% των εγχωρίως παραγόμενων. Αυτή η ποσοστιαία σχέση συναρτάται τόσο με την ποικιλία των προϊόντων εποχής όσο και με τις εκάστοτε καιρικές συνθήκες (πχ μεγάλες καταστροφές στην εγχώρια αγροκαλλιέργεια οδηγεί σε αύξηση των εισαγωγών). 
  • Στη συνολική «πίτα» των αλλοιώσιμων η μαναβική συμμετέχει κατά 13% έως 15%, ενώ το υπόλοιπο της κατηγορίας μοιράζεται ως εξής: Νωπό κρέας 20% έως 24%, τυροκομικά 17% έως 21%, γαλακτοκομικά 14,5% έως 18,5%, αλλαντικά 5,6 έως 7,6%, κατεψυγμένα 5% έως 7%. Το υπόλοιπο κατανέμεται μεταξύ άλλων, λιγότερο σημαντικών κατηγοριών αλλοιώσιμων. 
  • Ο μικρός κύκλος ζωής των προϊόντων υποχρεώνει τις αλυσίδες να πετούν το 5% με 10% των προς διάθεση ποσοτήτων. Οι μεγαλύτερες καταστροφές καταγράφονται στα πράσινα λαχανικά. 
  • Στο ράφι με τα οπωροκηπευτικά τη μερίδα του λέοντος κατέχουν τα λαχανικά με ποσοστό περίπου 56% έως 60% -το υπόλοιπο 40% έως 44% ανήκει στα φρούτα. Επιμερίζοντας το τμήμα της μαναβικής σε προϊόντα, το μεγαλύτερο μέρος του τζίρου -περίπου 12,8% έως 13,2%- αντιστοιχεί στις τομάτες, τόσο λόγω της αυξημένης ζήτησης όσο και των υψηλών τιμών τους σε κάποιες περιόδους του έτους (κυρίως όταν είναι εκτός εποχής ή όταν οι καλλιέργειες έχουν υποστεί καταστροφές). Ακολουθούν οι πατάτες με 12,2% έως 12,6%, τα μήλα με 7% έως 7,4%, οι μπανάνες με 6,6% έως 6,8%, τα λάχανα με 5,2% έως 5,6%, τα πορτοκάλια με 4,1% έως 4,5%, τα αγγούρια με 3,5% έως 3,9%, τα χορταρικά με 3,6% έως 3,8% και τα λεμόνια με 2,4% έως 2,8%. 
  • Το μερίδιο του ραφιού με τα βιολογικά προϊόντα στο σύνολο των πωλήσεων της μαναβικής είναι 5% έως 7%, ποσοστό το οποίο αναπτύσσεται, αλλά με αργούς ρυθμούς κυρίως λόγω των υψηλών τιμών διάθεσής τους.

Τι σκέφτεται ο πελάτης

Οι τάσεις που καταγράφονται στο σύγχρονο λιανεμπόριο σε σχέση με τις διαθέσεις του καταναλωτή, όταν επισκέπτεται στο τμήμα μαναβικής, δείχνουν ότι ο πελάτης του σούπερ μάρκετ σήμερα:

Προβληματίζεται με τα συσκευασμένα: Πρόκειται για μια νέα, εισαγόμενη τάση, που όμως στη χώρα μας δεν είναι ιδιαίτερα έντονη, αν και εξυπηρετεί τις αλυσίδες λόγω των ευκολιών που τους παρέχει για μια πιο προσοδοφόρα διαχείριση των οπωροκηπευτικών. Φαίνεται ότι ο καταναλωτής, παρά την ευκολία στην επιλογή και στη μεταφορά που παρέχει η συσκευασία, προτιμά τα χύμα προϊόντα. Πάντως, τα βιολογικά πωλούνται στο σύνολό τους συσκευασμένα, αφού αυτό προβλέπει ο νόμος.

Επιλέγει συνειδητά τα εισαγόμενα: Οι εισαγωγές επιβάλλονται από τις συνθήκες, κυρίως όταν οι εγχωρίως παραγόμενες ποσότητες δεν επαρκούν να καλύψουν τη ζήτηση. Ο καταναλωτής αγοράζει συνειδητά αγαθά τρίτων χωρών, κυρίως όταν πρόκειται για μπανάνες, λεμόνια, πατάτες, ντομάτες, μήλα και αχλάδια.

Στρέφεται προς ασυνήθιστες γεύσεις: Με την άνοδο του βιοτικού του επίπεδο, ο Ελληνας ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για πιο παράξενα φρούτα, όπως τα μάγκο, αλλά και για ιδιαίτερα χορταρικά, όπως η ρόκα. Γενικότερα, ο καταναλωτής στην Ελλάδα αναζητεί το καινούργιο.

Αδιαφορεί για τα branded οπωροκηπευτικά: Το επώνυμο οπωροκηπευτικό καθιερώνεται με αργούς ρυθμούς στη χώρα μας. Τα στελέχη του λιανεμπορίου τάσσονται υπέρ της branded μαναβικής, αλλά ταυτόχρονα εκτιμούν ότι ο Ελληνας δεν είναι έτοιμος να αποκοπεί από μια συνήθεια πολλών δεκαετιών. Ισως, γιατί τα επώνυμα οπωροκηπευτικά είναι ακριβότερα, πράγμα που μειώνει τη διάθεση δοκιμής των πλεονεκτημάτων τους από τον καταναλωτή.

Φλερτάρει τα «ψευτο-branded»: Την ίδια στιγμή όμως επιλέγει οπωροκηπευτικά που απλώς φέρουν αυτοκόλλητο σήμα με την ταυτότητα της γεωγραφικής προέλευσής τους. Στη συνείδησή του τα προϊόντα αυτά λειτουργούν ως branded και επιλέγονται κυρίως διότι η τιμή τους δεν είναι επιβαρυμένη.

Αδιαφορεί για την εποχικότητα: Οσο ο καταναλωτής απομακρύνεται από τη φύση, όσο «τρέχει» με γρήγορους ρυθμούς, τόσο μαθαίνει να απαιτεί το σύνολο της ποικιλίας των οπωροκηπευτικών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Η πολιτική μαναβικής των ισχυρών

Σκλαβενίτης: Εχει μεγάλη παράδοση στα οπωροκηπευτικά. Προσέχει ιδιαίτερα την ποιότητα, θεωρώντας ότι το τμήμα των οπωροκηπευτικών πρέπει να κερδίζει τον καταναλωτή, προκαλώντας του θετική διάθεση για αγορές. Διατηρεί υψηλά ποσοστά συμμετοχής στο σύνολο των πωλήσεων, τα οποία αυξήθηκαν σημαντικά μετά τη λειτουργία των Freshmarket.

Α-Β Βασιλόπουλος: Το τμήμα των οπωροκηπευτικών προσδιορίζεται από την ποικιλία του, χαρακτηριστικό γνώρισμα εξάλλου της αλυσίδας για όλες τις κατηγορίες προϊόντων. Δίνει έμφαση στην ποιότητα, καθώς και στα βιολογικά φρούτα και λαχανικά, τα οποία της προσδίδουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι της υπόλοιπης αγοράς. Προς ενίσχυση της πολιτικής της αυτής, η αλυσίδα επενδύει στη δημιουργία κέντρου logistics αποκλειστικά για οπωροκηπευτικά.

Dia Hellas: Το τελευταίο διάστημα επενδύει σημαντικά κεφάλαια στο τμήμα των οπωροκηπευτικών. Σε κάθε κατάστημα έχει οργανώσει ειδικό χώρο συντήρησης, όπου επικρατούν χαμηλές θερμοκρασίες. Τα φρούτα και λαχανικά αποτελούν πλέον αναπόσπαστο τμήμα της εμπορικής πολιτικής της αλυσίδας.

Μετρό: Τα έσοδα από τις πωλήσεις των οπωροκηπευτικών συμμετέχουν με υψηλά ποσοστά στο σύνολο των πωλήσεων της αλυσίδας. Η Μετρό έχει συμπεριλάβει τα νωπά οπωροκηπευτικά και στα cash & carry, στρεφόμενη στην κάλυψη των αναγκών των HoReCa, ενώ στη λιανική έχει καθιερώσει τα «οπωροκηπευτικά ολοκληρωμένης διαχείρισης», για τα οποία χρησιμοποιούνται μεν λιπάσματα, αλλά με επιστημονικά ελεγχόμενο τρόπο.

Καρφούρ Μαρινόπουλος: Μια από τις καινοτομίες της εταιρείας είναι η δημιουργία των προϊόντων «Ποιοτική Οδός» και για τα οπωροκηπευτικά. Ηδη λάνσαρε τα τρία πρώτα είδη -μήλα, ροδάκινα και ακτινίδια-, ενώ έπεται και συνέχεια.

Αφοί Βερόπουλοι: Κατάφερε να καθιερώσει τα νωπά οπωροκηπευτικά στη συνείδηση των πελατών της, ώστε να αποτελούν καθημερινή επιλογή του. Στο πλαίσιο αυτό, ενέταξε τα οπωροκηπευτικά στις «γευστικές πρώτες βοήθειες» του προωθητικού εταιρικού προγράμματός της με την επωνυμία «ΜεΝού».