Το μερίδιο των 10, σχεδόν αμετάβλητο τα τρία αυτά χρόνια, παρά τις έστω μικρές εξαγορές από τους μεγάλους και την επεκτατική πολιτική που ακολουθούν, δείχνει ότι υπάρχει παράλληλη ανάπτυξη και από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Κάποιες εξαγοράζονται ή κλείνουν και κάποιες άλλες παίρνουν τη θέση τους. Η διαπίστωση αυτή έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, και αν μάλιστα υπάρξει παγιοποίηση της διαπιστούμενης κατάστασης, θα σημαίνει μακροπρόθεσμα σταθερότητα της αγοράς. Είναι, ωστόσο, πολύ πιθανό να αλλάξουν οι ισορροπίες και τα μερίδια μέσα στον στενό κύκλο των 10 πρωταγωνιστών.

Η μεταβολή των πωλήσεων των 10, όπως άλλωστε και όλου του κλάδου, προέρχεται από μεταβολή σε όγκο, από ίδρυση νέων καταστημάτων και επί πλέον από πωλήσεις στα καταστήματα που λειτουργούν με franchise, σε ό,τι αφορά τις αγορές που πραγματοποιούν μέσω των μητρικών δικαιοπαρόχων εταιρειών. Τις μεγαλύτερες θετικές μεταβολές είχαν ο όμιλος Α-Β Βασιλόπουλος και η Μετρό, ενώ ο όμιλος Ατλάντικ και η εταιρεία Μάκρο είχαν μικρές αρνητικές μεταβολές. Αυτή η εικόνα εμφανίζεται για πρώτη χρονιά και, έστω και αν οι αρνητικές μεταβολές είναι μικρές αφαιρουμένου του πληθωρισμού, σηματοδοτούν μείωση των πραγματικών πωλήσεων. Και ίσως αυτό το γεγονός να αποτελεί το πρώτο σήμα κινδύνου και για τους μεγάλους. Λεπτομέρειες αυτών των πιθανών εξελίξεων αναφέρονται στις επί μέρους αναλύσεις στα άλλα κεφάλαια του Πανοράματος και ιδιαίτερα στο κεφάλαιο ανάλυσης των μεγεθών του λογαριασμού αποτελεσμάτων.

Υπενθυμίζουμε ότι:

  • Τρεις από τους ομίλους δραστηριοποιούνται και στον τομέα του franchise, που σημαίνει ότι έμμεσα ελέγχουν ακόμα μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς, το οποίο τείνει να αυξηθεί. 
  • Το μερίδιο της Dia εμφανίζεται χωριστά, ενώ ουσιαστικά θα πρέπει να αθροιστεί στο μερίδιο της Καρφούρ Μαρινόπουλος. Σε αυτή την περίπτωση οι δύο εταιρείες θα είχαν μερίδιο 24,84% το 2005 και 25,11% το 2006. Συμπεριλαμβανομένης και της Ξυνός ΑΕ (με 0,80% το 2005 και 0,76% το 2006), το μερίδιο του ομίλου ανέρχεται αντίστοιχα σε 25,64% και 25,87%.
  • Επίσης, θυμίζουμε ότι στον ενοποιημένο ισολογισμό του ομίλου Αφοί Βερόπουλοι περιλαμβάνονται και οι πωλήσεις από τις εταιρείες στη FYROM και τη Σερβία, με τη διευκρίνιση ότι, αν αφαιρεθούν οι πωλήσεις αυτές, ο δείκτης στο σύνολο του κλάδου θα είναι ελαφρά, αλλά όχι σημαντικά, διαφοροποιημένος. Το ίδιο θα συμβεί και στους άλλους δείκτες.

Μικτά κέρδη – περιθώριο κέρδους

Τα μικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 8,77% το 2006, έναντι 5,16% του 2005. Η μεταβολή αυτή είναι κατά τι μεγαλύτερη της μέσης μεταβολής των 87 εταιρειών του δείγματος, που ήταν 8,77%, αλλά ωστόσο μεγαλύτερη της μεταβολής των πωλήσεων. Η μεταβολή του μικτού κέρδους οφείλεται κυρίως στη μεταβολή των πωλήσεων και του περιθωρίου μικτού κέρδους σε ποσοστό % των πωλήσεων κατά 0,39%, έναντι 0,37% του μέσου όρου των 87 εταιρειών.

Ανακεφαλαιώνοντας: Τόσο οι πωλήσεις όσο και το ποσοστό % του περιθωρίου μικτού κέρδους μεταβλήθηκαν σε παράλληλα επίπεδα με το σύνολο του κλάδου. Και αυτό υποδηλώνει ότι και σε σχέση με τους 10 μεγάλους του κλάδου, οι μικρομεσαίες εταιρείες παρουσίασαν επιδόσεις που κινήθηκαν σε αντίστοιχα επίπεδα. Το μέγεθος και ο όγκος των πωλήσεων δεν ευνόησαν τους 10 μεγάλους ούτε στη μάζα του μικτού κέρδους. Κι αυτό οφείλεται στην πτώση τιμών που επιβάλλει ο έντονος ανταγωνισμός.

Ωστόσο, τα μεγέθη των μεγάλων είναι πελώρια και η απόσταση από τις μικρομεσαίες εταιρείες τόσο μεγάλη, που να μη μπορεί πλέον να μειωθεί. Αντίθετα, μετά την επέκταση των discounters, την οποία σηματοδότησε η έναρξη εργασιών της Plus και η είσοδος της Aldi, η συγκέντρωση θα ενταθεί, και η πίεση στους μικρότερους θα γίνει πιο ασφυκτική. Η σχετική νηνεμία που επικρατεί τα τελευταία χρόνια είναι μόνο προσωρινή.

Αν κρίνουμε από την ανυπαρξία μεγάλων εξαγορών, αλλά και από τα σενάρια που περιοδικά κυκλοφορούν τα τελευταία δύο χρόνια, η διαδικασία για περαιτέρω συγκέντρωση στον κλάδο δεν έχει τελειώσει, και θα πρέπει να αναμένουμε κάποιο μεγάλο γεγονός, που θα φέρει ανατροπές. Δεν αποκλείεται να βρεθούμε προ εκπλήξεων, δεδομένου ότι σε κάποιες περιπτώσεις οι τριγμοί είναι πλέον ισχυροί.

Η ενδεχόμενη αίτηση της Μασούτης για εισδοχή στο Χρηματιστήριο θα είναι μια σημαντική εξέλιξη για τον κλάδο. Η εταιρεία αποβλέπει στην άντληση 80-100 εκατ. ευρώ, τα οποία θα την βοηθήσουν να αναπτυχθεί με ταχύ ρυθμό. Πέρυσι γράφαμε «…οι πολυεθνικοί κολοσσοί δεν αφήνουν τίποτα στη τύχη. Και θα έρθει η ώρα που η χώρα μας θα γίνει το όχημα για εξάπλωση και σε άλλες βαλκανικές χώρες και μη». Η επαλήθευση ήλθε. Η Carrefour ανακοίνωσε ότι θα επεκταθεί στα Βαλκάνια, με πρώτο στόχο τη γειτονική Βουλγαρία, μέσω της ελληνικής θυγατρικής της, της Καρφούρ Μαρινόπουλος. Φαίνεται ότι ήλθε η ώρα που οι πολυεθνικές εταιρείες θα υλοποιήσουν τα μακροπρόθεσμα σχέδιά τους.

Πιθανότατα, επόμενος στόχος των πολυεθνικών, πέραν της Ανατολικής Ευρώπης που έχει πολύ ψωμί ακόμη, είναι οι αγορές της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής, που είναι ανοιχτές. Η Τουρκία, που επίσης επιχειρείται να γίνει ένας βραχίονας επέκτασης των πολυεθνικών σε γειτονικές αγορές προς ανατολάς, δεν φαίνεται να αποδίδει. Αντίθετα, βλέπουμε και αυτή τη χώρα να στρέφεται στο εύφορο πεδίο των Βαλκανίων μέσω θυγατρικών τής Migros.

Λειτουργικό κόστος

Ανάλογη μεταβολή προς το ΜΚ παρουσίασε το συνολικό λειτουργικό κόστος. Μεταβλήθηκε κατά 7,73% στους 10 μεγάλους, όταν η μέση μεταβολή ήταν 7,45% (το 2005 είχε σημειώσει μεταβολή 7,08%). Σε όλες τις αλυσίδες οι μεταβολές του λειτουργικού κόστους είναι ανάλογες της αύξησης των πωλήσεων, με μεταξύ τους διακυμάνσεις, ανάλογες των πωλήσεων. Δεν λείπουν και οι ακραίες περιπτώσεις, όπου η αύξηση του λειτουργικού κόστους είναι πολλαπλάσια της αύξησης των πωλήσεων. Σε αυτή την κατηγορία υπάγονται οι εταιρείες:

  • Ατλάντικ, με μεταβολή 3,07%, έναντι μεταβολής πωλήσεων -0,10%.
  • Μάκρο, με μεταβολή 9,84%, έναντι μεταβολής πωλήσεων -1,97%.
  • Dia, η οποία, αν και είχε μεταβολή πωλήσεων 3,69% (κοντά στον πληθωρισμό), είχε μεταβολή λειτουργικού κόστους 9,76%.

Οι υπόλοιπες εταιρείες κινούνται με μικρότερες, φυσιολογικές διαφορές στις μεταβολές του λειτουργικού κόστους, ανάλογες των μεταβολών των πωλήσεων. Είναι προφανής η προσπάθεια εναρμόνισης του λειτουργικού κόστους με την εξέλιξη των πωλήσεων. Οι δαπάνες της διοικητικής λειτουργίας μεταβλήθηκαν σε μικρότερο βαθμό από ό,τι ο μέσος όρος αλλά και από ότι οι δαπάνες της λειτουργίας διάθεσης.

Αυτή είναι μια εξέλιξη προς τη σωστή κατεύθυνση, δεδομένου ότι με την ανάπτυξη του δικτύου πωλήσεων -νέα καταστήματα- πρέπει οι δαπάνες διοικητικής λειτουργίας να έχουν φθίνουσα επίπτωση στα αποτελέσματα. Και επί του προκειμένου οι επιδόσεις των εταιρειών διαφέρουν -και σε κάποιες περιπτώσεις ριζικά. Οι περισσότερες κινούνται σε εναρμονισμένα επίπεδα αλλά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, οι οποίες σηματοδοτούν ή δραστικές περικοπές δαπανών ή δραστικές αυξήσεις, αποτέλεσμα ενδοεταιρικών επιλογών.

Το γενικότερο συμπέρασμα είναι πως το λειτουργικό κόστος αυξήθηκε με μεγαλύτερο ρυθμό από τις πωλήσεις, κι αυτό δεν είναι υγιές. Από την άλλη μεριά αυξήθηκε σε μικρότερο επίπεδο από την μεταβολή του μικτού κέρδους, και αυτό αποτελεί υγιή εξέλιξη.

Λειτουργικά αποτελέσματα

Τα τελικά αποτελέσματα, συνεπεία των παραπάνω, μεταβλήθηκαν κατά 21,51%, έναντι του 17,34% του μέσου όρου. Η σημαντική αυτή διαφορά ερμηνεύεται, αν δούμε τα επί μέρους ανάλογα εταιρικά μεγέθη στο σύνολο των 87 εταιρειών. Οι επιδόσεις των υπολοίπων 77 εταιρειών παρουσιάζουν, όπως επισημαίνουμε στην ανάλυση του λογαριασμού εκμετάλλευσης, τεράστιες διαφορές, θετικές και αρνητικές.

Διάφορα και ανόργανα έσοδα-έξοδα

Τα μεγέθη αυτά σπάνια κινούνται με μια σταθερή πορεία και δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στα τελικά αποτελέσματα του κλάδου και των 10 μεγάλων ομίλων και εταιρειών αντίστοιχα. Η προέλευση των ποσών αυτών ποικίλλει. Προέρχονται βασικά από χρηματοοικονομικά μεγέθη (τόκοι πιστωτικοί-χρεωστικοί, διαφορές και κέρδη ή ζημίες χρεογράφων κλπ), υπεραξίες συγχωνεύσεων, υπεραξίες ακινήτων και εξοπλισμού (sale & lease back), διαφορές από συγχωνεύσεις εταιρειών κλπ.

Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν σταθερή προοπτική αλλά είναι αποτέλεσμα της χρηματοοικονομικής δομής των εταιρειών, της κερδοφορίας και της ευκαιριακής ή συγκυριακής αναδιάρθρωσης του ενεργητικού και του παθητικού τους.

Να υπενθυμίσουμε πως η πλειονότητα των επιχειρήσεων δείχνουν επιφυλακτικότητα σε μια διαδικασία αποεπένδυσης (sale & lease back), που θα τους έδινε τη δυνατότητα αποδέσμευσης κεφαλαίων για ανάπτυξη και υπεραξίες για την αντιμετώπιση του οξυμένου ανταγωνισμού.

Καθαρά αποτελέσματα προ φόρων

Για τους 10 μεγαλύτερους ομίλους και εταιρείες το 2006 τα καθαρά αποτελέσματα προ φόρων αυξήθηκαν σε απόλυτα μεγέθη κατά 18,54%. Η αύξηση αυτή ήταν σημαντικά μεγαλύτερη των πωλήσεων (6,86%), των μικτών κερδών αλλά και του μέσου όρου των 87 εταιρειών του δείγματος (15,94%). Το 2005 είχαν μειωθεί κατά 9,58% σε σχέση με το 2004, παρουσιάζοντας μεταβολή μικρότερη (δηλαδή καλύτερη) από του μέσου όρου των 82 εταιρειών που ήταν -12,25%. Επεξηγηματικά, το 2006 οι μεγάλοι όμιλοι είχαν μεγαλύτερες μεταβολές από τις μικρομεσαίες εταιρείες, για τους λόγους που αναφέρονται στην ανάλυση των επί μέρους μεγεθών.

Σε ποσοστά % των πωλήσεων τα καθαρά αποτελέσματα προ φόρων αυξήθηκαν επίσης κατά 0,16%, με μικρή διαφορά από τον μέσο όρο που ήταν 0,13%. Η θετική μεταβολή των καθαρών κερδών ήταν φυσική συνέπεια όσων προαναφέρθηκαν (της μεταβολής των πωλήσεων και του μικτού κέρδους, καθώς και της μεγάλης μεταβολής των εξόδων). Τα καθαρά κέρδη σε ποσοστό % των πωλήσεων των δέκα μεγάλων διαμορφώθηκε στο 1,66%, έναντι 1,49% του 2005, και ακολουθεί τη γενική τάση του κλάδου.

Οι μεταξύ των ομίλων και εταιρειών διαφορές, σε ό,τι αφορά τις μεταβολές μεγεθών, είναι πολύ μεγάλου εύρους. Αυτό συμβαίνει, γιατί αποτελούν σύνθεση των διαφόρων μεγεθών, τα οποία δεν κινήθηκαν αναλογικά στις επί μέρους εταιρείες. Μικρές είναι οι μεταβολές των καθαρών αποτελεσμάτων προ φόρων σε % των πωλήσεων. Ωστόσο, και εδώ οι μεταξύ των εταιρειών διαφορές είναι σχετικά σημαντικές. Να υπενθυμίσουμε ότι οι μικρές μεταβολές του δείκτη επί των πωλήσεων αντιστοιχεί σε πολύ μεγάλα απόλυτα ποσά, λόγω του μεγέθους των πωλήσεων των ομίλων-εταιρειών.

Απόδοση ιδίων κεφαλαίων

Τα ίδια κεφάλαια, εν πολλοίς λόγω της μεταβολής των αποτελεσμάτων, μεταβλήθηκαν κατά 6,72% (μεταβολή μικρότερη του μέσου όρου που ήταν 7,56%). Αυτό σημαίνει ότι και οι υπόλοιποι του κλάδου κινήθηκαν συνολικά προς την ίδια κατεύθυνση. Η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων, πτωτική συνολικά αλλά και στους μεγάλους, το 2005 ανακόπηκε και το 2006 σημείωσε μεταβολή 1,37%, έναντι 1,04% του μέσου όρου των 87 εταιρειών. Η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων των μεγάλων ανήλθε σε 13,76% το 2006, έναντι 14,42% του μέσου όρου και 12,48% του 2005, με σημαντικές διαφορές μεταξύ των 10 μεγάλων. Τόσο στο σύνολο όσο και στους 10, όπως επισημάναμε, οι αποδόσεις των ιδίων κεφαλαίων παραμένουν καθηλωμένες σε πολύ χαμηλά επίπεδα, εκτός εξαιρέσεων.

Γενικές παραδοχές

Οι βασικοί πίνακες των δεδομένων των ισολογισμών και οι επί μέρους αναλύσεις του Πανοράματος αναφέρονται στους ισολογισμούς των εταιρειών ή των μητρικών εταιρειών, στις περιπτώσεις που είναι ενταγμένες σε κάποιο όμιλο. Αυτή είναι και η τακτική που ακολουθείται από όλες τις στατιστικές αναλύσεις των εταιρειών, οι οποίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας.

Σε ειδικότερες επί μέρους αναλύσεις, όπου οι ενοποιημένοι ισολογισμοί παρουσιάζουν δεδομένα, τα οποία επηρεάζουν τα μεγέθη των εταιρειών και του κλάδου, ανατρέποντας την γενική εικόνα, και δίνουν άλλη διάσταση στη δυναμικότητα των ομίλων και στο μερίδιο που κατέχουν στην αγορά, γίνεται αναφορά στους ενοποιημένους ισολογισμούς.

Η παρουσίαση των ενοποιημένων ισολογισμών αποβλέπει στη συνολική δυναμικότητα του ομίλου. Εν πολλοίς, όταν υπάρχουν όμιλοι χωρίς μετοχική σχέση μεταξύ των εταιρειών που τους αποτελούν, αλλά υπάρχει λειτουργική, εμπορική και στρατηγική ενότητα, καθοριζόμενη από το ίδιο κέντρο αποφάσεων, η εικόνα δεν είναι ούτε ακριβής ούτε διαφωτιστική, όταν δεν υπάρχει ενοποιημένος ισολογισμός. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα με τις εταιρείες Καρφούρ Μαρινόπουλος ΑΕ και Dia Hellas, οι οποίες ανήκουν στον γαλλικό όμιλο Carrefour, αλλά δεν έχουν στη χώρα μας καμιά μετοχική σχέση. Επομένως, έχουν κοινότητα συμφερόντων και επιρροής, χωρίς να συντάσσουν ενοποιημένο ισολογισμό.

Επίσης, η εταιρεία Ξυνός ΑΕ, η οποία, παρά το ότι ανήκει μετοχικά στην Καρφούρ Μαρινόπουλος, δεν δημοσιεύει ενοποιημένο ισολογισμό. Να σημειωθεί πως, απ’ όσο γνωρίζουμε, η σύνταξη και δημοσίευση των ενοποιημένων λογιστικών καταστάσεων είναι υποχρεωτική, και μάλιστα από 31/12/2006 πρέπει να δημοσιεύονται επί πλέον «κατάσταση μεταβολών καθαρής θέσης» και «κατάσταση ταμειακών ροών», σύμφωνα με τα ΔΛΠ (άρθρ. 42 Ν. 2190). Με βάση τα παραπάνω, είχαμε θέσει σχετικό ερώτημα στην εταιρεία, με ποια δηλαδή νομικά επιχειρήματα δεν δημοσιεύει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, αλλά δεν πήραμε καμιά απάντηση.

Επίσης, να υπενθυμίσουμε ότι η εταιρεία Lidl, η οποία συγκαταλέγεται στις δέκα πρώτες σε πωλήσεις εταιρείες, λειτουργεί με μορφή Ομόρρυθμης Εταιρείας, δεν δημοσιεύει ισολογισμό, και επομένως δεν συμπεριλαμβάνεται στις αναλύσεις. Από το 2006 προστέθηκε στις εταιρείες που δεν δημοσιεύουν ισολογισμό και η Plus, που είναι ΕΕ. Και μόνο αυτό το γεγονός ανατρέπει τα δεδομένα, και η παρουσίαση οποιονδήποτε στοιχείων έχει συμβατικό χαρακτήρα, συγκριτικό με τους άλλους ομίλους και εταιρείες, καθώς και με τη διαχρονική εξέλιξη της συγκέντρωσης της αγοράς. Η άποψή μας είναι ότι οι περιπτώσεις αυτές είναι αποτέλεσμα των ελλείψεων και παθογενειών της ελληνικής νομοθεσίας, που κάποτε θα πρέπει να διορθωθούν.

Παρά τις λογικές θεμιτές επιφυλάξεις και τις αναφυόμενες ενστάσεις σχετικά με την ομοιογένεια των στοιχείων, γίνεται συχνά στον τύπο αναφορά στους ενοποιημένους ισολογισμούς, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εταιρείες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, για τις οποίες η παράθεση των στοιχείων της μητρικής εταιρείας και του ομίλου είναι υποχρεωτική. Αυτός ο κανόνας, που μέχρι πρόσφατα αφορούσε μόνο στις εισηγμένες και απέβλεπε στην ενημέρωση των μετόχων και του κοινού συνολικά, από 31/12/2006, όπως προαναφέρθηκε, γενικεύτηκε. Ο μέτοχος ή ο επενδυτής, ενδιαφέρεται για τη συνολική αξία της μετοχής του και τη συνολική οικονομική δυναμικότητα της εταιρείας ενός ομίλου. Τα στοιχεία αυτά τα πληροφορείται από τον ενοποιημένο ισολογισμό και όχι από τον εταιρικό.

Με αυτές τις παραδοχές και όσες έχουμε προαναφέρει στο εισαγωγικό κείμενο της έκδοσής μας σχετικά με τις δυσκολίες και τη συγκρισιμότητα δεδομένων εταιρειών και ομίλων, εισηγμένων και μη, παρουσιάζουμε τους 10 πρώτους ομίλους αλυσίδων σούπερ μάρκετ στη χώρα μας με βάση τους ενοποιημένους ισολογισμούς ή τους ισολογισμούς των εταιρειών, αν δεν συντάσσουν ενοποιημένους, εστιάζοντας την προσοχή μας στα μεγέθη και τους δείκτες του λογαριασμού αποτελεσμάτων. Οπως φαίνεται από τους πίνακες οι οποίοι συνοδεύουν το κείμενο (βλ. Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ 2007, σελ. 36-37), μόνο οι πέντε από τις δέκα εταιρείες δημοσιεύουν ενοποιημένο ισολογισμό.