Με την έλευση του νέου χρόνου οι εκτιμήσεις και οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών για την πορεία της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζουν έντονο ενδιαφέρον. Μετά την ΕΚΤ και το ΔΝΤ ήρθε η σειρά του ΟΟΣΑ και των μεγάλων επενδυτικών οίκων να καθορίσουν το πλαίσιο δράσεων εντός του οποίου θα πρέπει να κινηθεί η ελληνική οικονομία, αν θέλει να αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα.

Tολμούμε να πούμε, πάντως, πως οι συστάσεις των διεθνών οργανισμών φαντάζουν σαν πρόωρες κατευθυντήριες γραμμές του οικονομικού προγράμματος της ελληνικής κυβέρνησης, που θα προκύψει από τις επερχόμενες εκλογές…

Σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών, το 2022 η ελληνική οικονομία παρά τις διεθνείς ανισορροπίες αναπτύχθηκε σταθερά, οι επενδύσεις αυξήθηκαν, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν, οι καταθέσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε. Επιπλέον, η χώρα μας πέτυχε μια ιστορικής σημασίας αλλαγή σελίδας, βγαίνοντας από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας τον περασμένο Αύγουστο, ολοκληρώνοντας επιτυχώς την πρώτη Έκθεση Μεταπρογραμματικής Εποπτείας τον Νοέμβριο και λαμβάνοντας στις 5 Δεκεμβρίου την έγκριση του Eurogroup για την εφαρμογή των τελευταίων μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, συνολικού ύψους 6 δισ. ευρώ. Τα εν λόγω επιτεύγματα έχουν φέρει την Ελλάδα ένα σκαλοπάτι πριν από την επενδυτική βαθμίδα και καθιστούν ρεαλιστικό τον στόχο για την ανάκτησή της εντός του 2023. Σύμφωνα με τους οικονομικούς ταγούς, η επενδυτική βαθμίδα θα λειτουργήσει ως εφαλτήριο για τις επενδύσεις, πράγμα που θα έχει αλυσιδωτή επίδραση στο ΑΕΠ, στην τόνωση της απασχόλησης, στην αναβάθμιση της χώρας κοκ. Βεβαίως, για να πάρει η οικονομία το «ματωμένο» pass για τον «παράδεισο των αγορών» –μεταφορικά ή κυριολεκτικά η ιστορία θα δείξει– απαιτείται μια σειρά θετικών αξιολογήσεων από τους διεθνείς οίκους και συγκεκριμένα στις 27 Ιανουαρίου από τον οίκο Fitch, στις 10 Μαρτίου από τον DBRS, στις 17 Μαρτίου από τον Moodys, στις 21 Απριλίου από τον Standard & Poors, στις 9 Ιουνίου από τον Fitch, στις 8 Σεπτεμβρίου από τον DBRS, στις 15 Σεπτεμβρίου από τον Moodys, στις 20 Οκτωβρίου από τον Fitch και την 1η Δεκεμβρίου από τον οίκο Standard & Poors! Αυτούς μόνο!

Εκτιμήσεις και προβλέψεις
Αξιολογώντας τα μέχρι τώρα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, ο ΟΟΣΑ χαρακτήρισε την κατάσταση της χώρας ως ικανοποιητική. Με βάση τις εκτιμήσεις που παρουσιάζονται στην τελευταία έκθεση του οργανισμού, προβλέπεται πως το ΑΕΠ της χώρας από ανάπτυξη 5,1% το 2022 θα αυξηθεί κατά 1,1% το 2023 και 1,8% το 2024, ενώ το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί κατά 8,9% το 2023 από 7,1% το 2022. Ο εναρμονισμένος δείκτης πληθωρισμού προβλέπεται ότι θα υποχωρήσει στο 3,7% φέτος από 9,5% το 2022, ενώ το δημόσιο χρέος από 175,1% του ΑΕΠ το 2022 εκτιμάται πως θα μειωθεί στο 170,7% του ΑΕΠ το 2023 και στο 163,6% το 2024.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του e-learning του ΕΚΠΑ (Δεκέμβριος 2022), παρουσιάστηκαν συγκεντρωτικά οι προβλέψεις διεθνών οίκων, οργανισμών και τραπεζών για το 2023 και το 2024. Βάσει αυτών ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας το 2023 θα κυμανθεί από -1,2% έως 3,6% με μέσο όρο 1,1% και το 2024 θα κυμανθεί από 1,5% έως 3,7% με μέσο όρο 2,2%. Οι εκτιμήσεις των οίκων για το εύρος τιμών του πληθωρισμού για το μεν 2023 ήταν ότι θα κυμανθεί από 2,5% έως 6,8%, με μέσο όρο 4,7%, για το δε 2024 από 0,8% μέχρι 3,2% με μέσο όρο 2%. Αξίζει να σημειωθεί πως όλες οι εκτιμήσεις των οργανισμών είναι αναθεωρημένες προς το χειρότερο σε σχέση με προγενέστερες και πως κάθε προγενέστερη είναι καλύτερη.

Οι συστάσεις του ΟΟΣΑ
Ο ΟΟΣΑ, με σωτηριολογική σπουδή, κατέθεσε ένα σύνολο προτάσεων για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, που περιλαμβάνει τέσσερις άξονες παρέμβασης με 16 συστάσεις. Οι εν λόγω άξονες είναι η βιώσιμη δημοσιονομική ανάκαμψη, η αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων, η αύξηση των επενδύσεων και η επίτευξη της «πράσινης» μετάβασης της ελληνικής οικονομίας. Αναλυτικότερα, προτείνονται η με κάθε τρόπο επιστροφή το 2023 σε πρωτογενές πλεόνασμα και στη συνέχεια η διατήρησή του στο επίπεδο του 1,5%-2% του ΑΕΠ, η μηδενική αύξηση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και η ανακατανομή του υπάρχοντος δυναμικού τους σε πεδία που παρουσιάζονται ελλείψεις, η ενοποίηση των δημοσίων προμηθειών σε ειδικούς φορείς μεγαλύτερης δυναμικότητας, η συνέχιση της ψηφιοποίησης και της απλούστευσης της διαχείρισης του δημόσιου τομέα και η παρακολούθηση του ισολογισμού των φορολογικών επεκτάσεων και επιδοτήσεων.

Αναφορικά με την εξέλιξη των εισοδημάτων ο ΟΟΣΑ προτείνει μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην έμμισθη απασχόληση με ευέλικτες σχέσεις εργασίας, ισχυρά κίνητρα για νέες προσλήψεις νέων σε ηλικία εργαζομένων, όπως για παράδειγμα η άρση των ασφαλιστικών εισφορών των εργοδοτών και η αντικατάσταση κάποιων επιδομάτων ανεργίας από στοχευμένα μέτρα στήριξης του εισοδήματος. Στον τομέα των επενδύσεων συστήνονται πολιτικές ενθάρρυνσης των τραπεζών, προκειμένου να ισχυροποιήσουν την κεφαλαιακή τους βάση, αυξάνοντας τα οργανικά τους κέρδη, ελαχιστοποίηση των εμποδίων για την είσοδο κάποιου στην αγορά εργασίας και ένα νομικό πλαίσιο που θα εξασφαλίζει την αναθεώρηση και την απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών. Τέλος, η πρόοδος της «πράσινης» μετάβασης της οικονομίας εκτιμάται ότι θα εξαρτηθεί από τη μεσοπρόθεσμη αυξητική προσαρμογή των τιμών των εκπομπών τουλάχιστον στο επίπεδο του Σχεδίου Εμπορίας Εκπομπών της ΕΕ, από την αύξηση των επενδύσεων στις δημόσιες μεταφορές, από την καθιέρωση χρονοδιαγράμματος έως το 2050 αυστηρών προτύπων ενεργειακής απόδοσης για όλα τα υπάρχοντα κτίρια και από την εκπαίδευση των εργαζόμενων σε όλους τους τομείς και τις περιοχές που επηρεάζονται από την «πράσινη» μετάβαση της οικονομίας.

Η πεπατημένη
Όλα τα προαναφερόμενα θα ήταν ελπιδοφόρα, αν έλειπε από τη ζωή των ελληνικών νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων η πραγματικότητα της ακρίβειας, της ενεργειακής κρίσης και της κακής κατάστασης στην αγορά εργασίας. Αν επιχειρούσαμε να αποκωδικοποιήσουμε τις συστάσεις του ΟΟΣΑ, με εργαλείο τη μνημονιακή εμπειρία, θα ξαναζούσαμε νοητά τις θυσίες των ελληνικών νοικοκυριών για την επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων. Επίσης, όταν οι οικονομολόγοι του οργανισμού συνιστούν «λελογισμένες αυξήσεις μισθών» εννοούν αυξήσεις κάτω από την παραγωγικότητα της εργασίας, δηλαδή αυξήσεις ήδη εξανεμισμένες από τον πληθωρισμό. Όταν ο ΟΟΣΑ προτείνει την αύξηση του ποσοστού των ευέλικτων σχέσεων εργασίας, στην ουσία προωθεί τη χειροτέρευση της οικονομικής θέσης των εργαζομένων και την υπονόμευση της ποιότητας της ζωής τους. Όταν προτείνει την αντικατάσταση κάποιων επιδομάτων ανεργίας με στοχευμένα μέτρα στήριξης του εισοδήματος, στην πραγματικότητα καταδικάζει στη φτώχεια μεγάλα τμήματα των ανέργων και των οικονομικά μη ενεργών πολιτών. Όταν κάνει αναφορά στην αποτελεσματική υλοποίηση του Σχεδίου Ανάκαμψης, στην πράξη διαφημίζονται τα χρήματα που ήδη έχουν συμβολαιοποιηθεί σαν επενδύσεις μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων κι όχι σαν κρατικές και ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Προσέτι, όταν αξιολογείται η σημασία της πλήρους εξυγίανσης των τραπεζών και της κερδοφορίας τους, ο νους όλων πηγαίνει αφενός στην πανευρωπαϊκή διάκριση των ελληνικών τραπεζών στην κερδοφορία το τρίτο τρίμηνο του 2022 και αφετέρου στους μαζικούς πλειστηριασμούς σπιτιών φτωχών ανθρώπων. Όταν γίνεται λόγος για την προσαρμογή των νοικοκυριών στις νέες ενεργειακές συνθήκες, φωτογραφίζεται η ενεργειακή φτώχεια. Όσο για τις αυξημένες καταθέσεις των νοικοκυριών, είναι κοινός τόπος ότι για τα περισσότερα ένας λογαριασμός ενέργειας και μια επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ αρκούν να τις εξανεμίσει!

Εν κατακλείδι, το οικονομικό μέλλον της χώρας βρίσκεται στα χέρια των ιδιωτικών διεθνών οίκων αξιολόγησης, οι οποίοι μετά από τις εξαντλητικές αξιολογήσεις που θα κάνουν το 2023 θα αποφανθούν, αν η ελληνική οικονομία θα μπορέσει επιτέλους να βγει στις αγορές ελεύθερα, για να δανειστεί εκ νέου! Με άλλα λόγια, βάσει συστάσεων του ΟΟΣΑ, η δύσβατη ατραπός του σισύφειου δράματος για τους πολλούς, όπως την ανηφορίζουν από την έναρξη της προηγούμενης δεκαετίας, επικυρώνεται σαν ο δια βίου μονόδρομος της μοίρας τους.