Οι βασικές πληροφορίες που καταγράφονται στην ετικέτα ενός τροφίμου αναφέρονται στο είδος του, τη σύστασή του, τη θρεπτική του αξία, την ποσότητά του, στα στοιχεία του παραγωγού του, στις οδηγίες χρήσης, συντήρησης, παρασκευής και κατανάλωσής του, καθώς και στα στοιχεία μάρκετινγκ που το διαφοροποιούν από άλλα ομοειδή προϊόντα. Oσον αφορά στην διατροφική αξία ενός τροφίμου η κοινοτική νομοθεσία δεν προβλέπει την υποχρεωτική αναγραφή πληροφοριών, εκτός εάν διατυπώνονται διατροφικοί ισχυρισμοί.

Διατροφικός ισχυρισμός νοείται κάθε ένδειξη που δηλώνει ή υπαινίσσεται ή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένα τρόφιμο έχει ιδιαίτερες τροφικές ιδιότητες, σε σχέση με την ενέργεια (θερμιδική αξία) που παρέχει, σε μειωμένο ή αυξημένο ποσοστό (ή δεν παρέχει) ή σε σχέση με τις τροφικές ουσίες που περιέχει, σε μειωμένο ή αυξημένο ποσοστό (ή δεν περιέχει). Oμως οι βιομηχανίες τροφίμων, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους και της ενημέρωσης των καταναλωτών, στην πλειονότητα των περιπτώσεων αναγράφουν στις ετικέτες των προϊόντων τους τροφικές πληροφορίες.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία, στην περίπτωση που ο παρασκευαστής επιλέξει να αναγράψει στην ετικέτα του προϊόντος του τη διατροφική του αξία έχει δύο επιλογές: Η πρώτη αφορά στην αναγραφή των πληροφοριών της “ομάδας Α”, δηλαδή σχετικά με την ενεργειακή (θερμιδική) αξία, τις ποσότητες των πρωτεϊνών, υδατανθράκων, σακχάρων και λιπαρών ουσιών. Η δεύτερη αφορά στις πληροφορίες της “ομάδας Β”, που είναι πιο αναλυτικές. Αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες για την ενεργειακή (θερμιδική) αξία, τις ποσότητες των πρωτεϊνών, υδατανθράκων, σακχάρων, λιπαρών ουσιών, κορεσμένων λιπαρών οξέων, τροφικών (διαιτητικών) ινών και νατρίου. Η σχετική με τις τροφικές ιδιότητες σήμανση μπορεί επίσης να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις ποσότητες ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα στοιχεία: άμυλο, πολυαλκοόλες, μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, χοληστερόλη και όλες τις βιταμίνες ή τα ανόργανα στοιχεία που περιέχονται σε “σημαντική ποσότητα” (δηλαδή, περισσότερο από το 15% των ημερήσιων διατροφικών αναγκών).

Παραπλάνηση

Πρόσφατα η ΠΑΣΕΓΕΣ δημοσιοποίησε τα αποτελέσματα μιας έρευνας που διενήργησε για λογαριασμό της η εταιρεία Amacon, με αντικείμενο τη σήμανση των συσκευασμένων τροφίμων. Στο πλαίσιο της έρευνας ελήφθησαν 386 δείγματα προϊόντων που ανήκουν σε 14 κατηγορίες τέτοιων τροφίμων (γαλακτοκομικών, ελαιολάδων, ελιών, οσπρίων, κρασιών), από εννέα σούπερ μάρκετ που βρίσκονται σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα. Επί του συνόλου των ελέγχων διαπιστώθηκε ότι σε ποσοστό 43,4% (168 περιπτώσεις) εντοπίστηκε “πρόβλημα αναντιστοιχίας των χαρακτηριστικών του ίδιου του προϊόντος, με τα όσα αναφέρονται ή αποκρύπτονται στην ετικέτα του”, πράγμα που οδηγεί ουσιαστικά σε παραπλάνηση του καταναλωτή, “απειλώντας σε ορισμένες περιπτώσεις την υγεία του, παραβιάζοντας τον νόμο και, βεβαίως, νοθεύοντας τον ανταγωνισμό”, επισημαίνεται από την ΠΑΣΕΓΕΣ.

Τα ευρήματα της έρευνας κρίνονται ως “αρκετά σοβαρά”, καθώς αφορούν σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, που διακινούνται από σούπερ μάρκετ και προέρχονται κατά κανόνα από μεγάλες επιχειρήσεις, με εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό που παρακολουθεί τις εξελίξεις στον τομέα της σήμανσης, ενώ οι έλεγχοι που διενεργούνται είναι εκτεταμένοι και συχνοί. Μια αναγωγή των ευρημάτων της έρευνας σε πανελλαδικό επίπεδο θεωρείται ότι θα κάνει την εικόνα πιο ζοφερή, δεδομένου ότι αρκετά τρόφιμα παράγονται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που δεν είναι πάντα σε θέση να παρακολουθούν τις μεταβολές στον τομέα της σήμανσης, ενώ διακινούνται από μικρά σημεία πώλησης, όπου οι έλεγχοι ούτε συχνοί ούτε εύκολοι είναι.

Πάντως ο ΕΦΕΤ, ως ο πλέον αρμόδιος φορέας, σε ανακοίνωσή του επεσήμανε ότι σε αρκετές περιπτώσεις η σήμανση των τροφίμων που ερευνήθηκαν ήταν νόμιμη, καθώς πχ η αναγραφή πληροφοριών, όπως της χώρας καταγωγής στα όσπρια και στα εξευγενισμένα ελαιόλαδα ή της ημερομηνίας παραγωγής, δεν είναι υποχρεωτική (με την εξαίρεση των σκληρών τυριών), ενώ δεν προβλέπονται προειδοποιητικές ενδείξεις για τα αλλεργιογόνα συστατικά, εκτός από την αναγραφή τους στον κατάλογο των συστατικών.

Από την πλευρά της η βιομηχανία τροφίμων δεν τοποθετήθηκε σχετικά με την έρευνα της ΠΑΣΕΓΕΣ, καθώς, όπως μας εξήγησαν στελέχη της, προκειμένου να διατυπωθούν εμπεριστατωμένα σχόλια πρέπει να μελετηθούν τα αναλυτικά στοιχεία της έρευνας.

“Αδιάβαστοι” στις ετικέτες

 To Ιδρυμα Αριστείδης Δασκαλόπουλος διεξήγαγε πριν από έναν χρόνο πανελλήνια ποσοτική έρευνα, με στόχο την ανίχνευση των συνηθειών του καταναλωτή όσον αφορά στις ετικέτες, την ανάγνωση των πληροφοριών τους, καθώς και τον βαθμό της κατανόησής τους, όπως και εμπιστοσύνης προς αυτές. Οπως προέκυψε από την έρευνα, αν και οι καταναλωτές δηλώνουν ότι έχουν ανάγκη την ενημέρωση για θέματα που σχετίζονται με την ασφάλεια, τα πρόσθετα που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των τροφίμων, την θρεπτική τους αξία κά, ελάχιστα διαβάζουν τα αναγραφόμενα στις ετικέτες τους.

Ενδεικτικά, κατά το 68,9% οι ερωτώμενοι δήλωσαν ότι ελέγχουν την ημερομηνία λήξης ενός προϊόντος, κατά το 43,2% ότι αναζητούν πληροφορίες για τα συστατικά του, ενώ λιγότεροι από ένας στους πέντε προσέχουν τη χώρα προέλευσης και την ημερομηνία παραγωγής του. Επίσης, λιγότεροι από ένας στους δέκα διαβάζουν πληροφορίες σχετικά με τα πρόσθετα, τα συντηρητικά κλπ που περιέχει ένα τρόφιμο, παρά το γεγονός ότι δηλώνουν το έντονο ενδιαφέρουν τους για τις σχετικές πληροφορίες!

Ακόμα, λιγότεροι από τους μισούς δήλωσαν ότι εμπιστεύονται “αρκετά” έως “πολύ” τις αναγραφόμενες στη συσκευασία πληροφορίες που αφορούν στις θερμίδες, 4 στους 10 ότι εμπιστεύονται την πληροφορία ότι το προϊόν “δεν περιέχει ζάχαρη” και λιγότεροι από 3 στους 10 ότι εμπιστεύονται τους διάφορους διατροφικούς ισχυρισμούς (πχ για τον εμπλουτισμό ενός προϊόντος με κάποιο θρεπτικό συστατικό) ή πληροφορίες όπως ότι το προϊόν “είναι φρέσκο”, “δεν περιέχει συντηρητικά” κά, παρά την αυστηρότητα της σχετικής νομοθεσίας.

Aγνωστα, ακατανόητα, δυσνόητα

Ωστόσο, το πόρισμα της έρευνας ανέδειξε και τα προβλήματα που προκύπτουν από την παρούσα σήμανση, καθώς, όπως αποδείχθηκε, πολλοί καταναλωτές έχουν εσφαλμένη αντίληψη σχετικά με το τι είναι τα πρόσθετα (τι είναι “συντηρητικά”, τι “χρωστικές” κλπ), ενώ η ονοματολογία που χρησιμοποιείται στις συσκευασίες για πολλά πρόσθετα είναι άγνωστη, ακατανόητη ή -στην καλύτερη των περιπτώσεων- δυσνόητη. “Η αναγραφή των συστατικών στην επιστημονική ορολογία, την οποία δεν γνωρίζουν και δεν καταλαβαίνουν οι περισσότεροι καταναλωτές, συνιστά ένα πρόβλημα. Ομως, δεν είναι όμως το μοναδικό”, επισημαίνει ο κ. Παναγιώτης Αθανασόπουλος, ομότιμος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών στον ποιοτικό έλεγχο και στην υγιεινή των τροφίμων.

“Οι ανάγκες των καταναλωτών για πληρέστερη ενημέρωση οδήγησαν στην αναγραφή πολλών πληροφοριών στις ετικέτες των τροφίμων. Ετσι, σε πολλές περιπτώσεις η βιομηχανία αναγκάζεται να χρησιμοποιεί μικρούς χαρακτήρες γραμμάτων στις ετικέτες, ώστε να χωρούν όλες οι πληροφορίες, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής είτε να δυσκολεύεται είτε να αδυνατεί να τις διαβάσει”, εξηγεί και προτείνει: “Η αναγραφή των “πρόσθετων Ε” αποτελεί τη σωστή, την ενδεδειγμένη λύση -και χάριν συντομίας και ευκρίνειας των πληροφοριών-, πολύ περισσότερο εφόσον αυτά έχουν δαιμονοποιηθεί, με αποτέλεσμα η βιομηχανία τροφίμων να τα αναφέρει μεν στις ετικέτες, αλλά με την επιστημονική ορολογία αντί της κωδικοποιημένης, χωρίς έτσι να συνεισφέρει στην ενημέρωση των καταναλωτών.

Εφόσον πρόκειται για συστατικά εγκεκριμένα, η σωστή πληροφόρηση του καταναλωτή γι’ αυτά αποτελεί ευθύνη και ταυτόχρονα επιλογή για τη βιομηχανία. Επιπλέον, σχετικά με μια σειρά πληροφοριών που, όπως διαπιστώνεται, δεν διαβάζονται, θα πρέπει να επανεξεταστεί η σκοπιμότητα της αναγραφής τους”.

Πρέπει να μάθουμε να… διαβάζουμε

Κατά τη βιομηχανία τροφίμων, στον περιορισμένο χώρο μιας ετικέτας πρέπει να προσφέρονται στους καταναλωτές επαρκείς πληροφορίες διατροφής, που θα τους επιτρέπουν να επιλέγουν ενσυνείδητα το σιτηρέσιό τους, ακολουθώντας τον τρόπο διατροφής που τους ταιριάζει. Οι πληροφορίες πρέπει να είναι εύληπτες, πλήρεις, ακριβείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες. Επειδή, όμως, η ζήτηση πληροφόρησης είναι συνεχώς αυξανόμενη, παράλληλα με τη λειτουργία των ετικετών, επιβάλλονται κι άλλες μορφές ενημέρωσης που συμβάλλουν στην εκπαίδευση του καταναλωτή. Τέτοιες μορφές, σύμφωνα με τον ΣΕΒΤ, πρέπει να προωθήσουν οι αρμόδιες αρχές και τα δίκτυα πώλησης, αλλά και οι ίδιοι οι παραγωγοί, με την έκδοση ειδικών συνοδευτικών εντύπων ή μέσω διαδικτυακού τόπου.

“Η εκπαίδευση και η ενημέρωση των καταναλωτών από την πολιτεία και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας είναι σημαντικός παράγοντας”, τονίζει ο κ. Αθανασόπουλος. “Επειδή η πληροφόρηση σχετικά με θέματα ασφάλειας, υγιεινής και υγείας είναι συγκεχυμένη έως παραπλανητική, ο καταναλωτής πρέπει να εκπαιδευτεί πριν απ’ όλα στο πώς να διαβάζει τις ετικέτες και -το σημαντικότερο- να μάθει να χρησιμοποιεί την όραση και την αφή του, προκειμένου να αναγνωρίζει ο ίδιος την ποιότητα (πχ το πόσο έχει τηρηθεί η ψυκτική διαδικασία, εφόσον πρόκειται για προϊόντα που χρειάζονται ψυγείο). Αλλά και οι λιανέμποροι οφείλουν να τοποθετήσουν στα ράφια τους μεγεθυντικούς φακούς, ώστε να βοηθούνται οι καταναλωτές να διαβάζουν τα “ψιλά” των ετικετών”.

Οι προτάσεις της ΠΑΣΕΓΕΣ

Προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι υφιστάμενες ελλείψεις στον τομέα της σήμανσης των τροφίμων, χρειάζεται η άμεση ενεργοποίηση όλων των εμπλεκομένων, και κυρίως των αρμοδίων αρχών, για τον σχεδιασμό, την εκπόνηση και υλοποίηση σειράς παρεμβατικών μέτρων, επισημαίνεται από την ΠΑΣΕΓΕΣ, η οποία, στο πλαίσιο αυτό, προτείνει:

  • Τη δημιουργία Μητρώου Επιχειρήσεων όλης της επικράτειας που ασχολούνται με την παραγωγή και τη διακίνηση τροφίμων.
  • Την έκδοση Οδηγών Επισήμανσης που θα ανανεώνονται, περιλαμβάνοντας τις εκάστοτε αλλαγές της σχετικής νομοθεσίας, η οποία είναι εκτεταμένη, πολύπλοκη και διαρκώς μεταβαλλόμενη.
  • Την ενημέρωση και εκπαίδευση των επιχειρήσεων του κλάδου τροφίμων, μέσω της έκδοσης και διάθεσης του σχετικού υλικού, την υλοποίηση σεμιναρίων με τη συνεργασία των κλαδικών φορέων και των κατά τόπους Εμπορικών Επιμελητηρίων, την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει το διαδίκτυο κλπ.
  • Την ενημέρωση και εκπαίδευση των καταναλωτών, δεδομένου ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Ελληνας καταναλωτής είναι από τους λιγότερο ενημερωμένους και προβληματιζόμενους στην Ευρώπη, σχετικά με τα ζητήματα της επισήμανσης των τροφίμων. Οπως εκτιμάται, ο Ελληνας αγοράζει τρόφιμα με γνώμονα αποκλειστικά τη συνήθεια, την επιρροή της διαφήμισης ή τις πληροφορίες κάποιων τρίτων.
  • Τη διενέργεια ελέγχων στους χώρους παραγωγής και πώλησης τροφίμων, εφόσον η σωστή λειτουργία της αγοράς στα θέματα της επισήμανσης προϋποθέτει την ύπαρξη ενός οργανωμένου και αποτελεσματικά εφαρμοζόμενου θεσμικού πλαισίου ελέγχων, τόσο των επιχειρήσεων παραγωγής και διακίνησης τροφίμων όσο και των σημείων διανομής τους.
  • Την περαιτέρω αυστηρότητα του πλαισίου κυρώσεων. Ειδικότερα, προτείνεται όσες επιχειρήσεις συλλαμβάνονται να παρανομούν σε θέματα σχετικά με την επισήμανση των προϊόντων τους να τιμωρούνται αυστηρά και παραδειγματικά, ιδίως σε περιπτώσεις σοβαρής παραπλάνησης του καταναλωτικού κοινού.