Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση του ΣΕΛΠΕ, η οποία υπογράφεται από τν πρόεδρό του, κ. Θεόδωρο Βάρδα, έχει ως εξής:

“Πιστεύουμε ότι αποτελεί δίκαιη και σωστή επιλογή της Κυβέρνησης, διότι παρέχεται η δυνατότητα επίτευξης δύο κύριων στόχων : 

  • Μείωση  της φοροδιαφυγής. 
  • Διεύρυνση  της φορολογικής βάσης .

Ωστόσο, βασικό χαρακτηριστικό επιλογής ενός αντικειμενικού κριτηρίου, ώστε να είναι αποτελεσματικό και να επιτυγχάνει τους δυο προαναφερόμενους στόχους, είναι αυτός που το χρησιμοποιεί να μην μπορεί να απαλλαγεί από αυτό, διότι μόνο τότε το κριτήριο αποτελεί ασφαλή τρόπο υπολογισμού του πραγματικού εισοδήματος του φορολογούμενου . 

Επί παραδείγματι, κανείς δεν θα αφήσει τη μεγάλη και πολυτελή του κατοικία στα Βόρεια Προάστια για να μεταφερθεί σε μικρότερη κατοικία πιο υποβαθμισμένης περιοχής κατοίκησης απλώς και μόνο για να αποφύγει το αντικειμενικό κριτήριο της κατοικίας του. Λίγοι θα κάνουν χρήση μικρότερου και λιγότερου πολυτελούς αυτοκινήτου για να αποφύγουν το κριτήριο αυτό. Κάνεις δεν θα μεταφέρει το παιδί του σε δημόσιο σχολείο για να αποφύγει τα αντικειμενικά κριτήρια  Κανένας, όμως, δεν θα ιδρύσει νέα εταιρεία και δεν θα κάνει αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, αν δεν μπορεί να δικαιολογήσει  την προέλευση των  κεφαλαίων. Θα προτιμήσει, ως εκ τούτου, να κάνει εταιρείες στην Κύπρο στην Πολωνία και στην Βουλγαρία με παράρτημα γραφείων στην Ελλάδα.

Βέβαια, όλα τα αντικειμενικά κριτήρια δεν επιτυγχάνουν τους δυο αυτούς  στόχους. Ορισμένα μπορεί να έχουν σημαντικές παρενέργειες στην αύξηση της  φοροδιαφυγής  και στη μείωση των έμμεσων και άμεσων φορολογικών εσόδων του δημοσίου, επιτυγχάνοντας ως εκ τούτου το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό για το οποίο θεσπίσθηκαν.

Για παράδειγμα, υπάρχει ένα τεκμήριο, η καθιέρωση του οποίου δεν θα πρέπει ούτε σαν σκέψη να περνάει από τα μυαλά των στελεχών του οικονομικού επιτελείου, και αυτό είναι το τεκμήριο της πιστωτικής κάρτας. Η επιλογή του ως αντικειμενικού κριτηρίου είναι πλήρως λανθασμένη για τους κάτωθι λόγους:

  • Εύκολα ακυρώνεται και καταργείται η χρήση του από όσους δεν μπορούν να δικαιολογήσουν αγορές με την κάρτα τους .
  • Μειώνεται έτσι η προσωπική τους κατανάλωση, αφού δεν επωφελούνται από τις άτοκες δόσεις και δεν πραγματοποιούν παρορμητικές αγορές, με συνέπεια την απώλεια κρατικών φορολογικών εσόδων από την μείωση των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ) αλλά και άμεσων φόρων επί των κερδών λόγω μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας.
  • Πολλοί από τους φοροδιαφεύγοντας έχουν την δυνατότητα να εκδώσουν πιστωτικές κάρτες εξωτερικού αυξάνοντας τα έμμεσα έσοδα ξένων κρατών χωρίς δυνατότητα έλεγχου από τις ελληνικές αρχές. 
  • Πολλοί επιλέγουν να πληρώνουν μόνο με μετρητά . Στην συναλλαγή με τους εμπόρους ζητούν να μην εκδίδεται απόδειξη και να τους αφαιρεθεί το ΦΠΑ. Με αυτόν τον τρόπο, αυξάνει η φοροδιαφυγή και χάνονται φορολογικά έσοδα και έμμεσων και άμεσων φόρων, ενισχύεται δε και η παραοικονομία.
  • Η αγορά με πιστωτική κάρτα αποτελεί την μόνη μέθοδο συναλλαγής, με την οποία καταγράφεται και μπορεί να διασταυρωθεί η αγορά και πώληση αγαθών. Ο έμπορος φοβάται εξ’ αυτού και μόνο του λόγου να αποκρύψει την συναλλαγή, και, κατά συνέπεια, μειώνεται η φοροδιαφυγή.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το κράτος όχι μόνον δεν πρέπει να επιλέξει να συμπεριλάβει τις πιστωτικές κάρτες στον κατάλογο των αντικειμενικών κριτηρίων, αλλά πρέπει -αντίθετα- να προωθήσει την ιδέα χρήσης της πιστωτικής κάρτας ως μοναδικού τρόπου καταγραφής και δυνάμενης να διασταυρωθεί συναλλαγής στα καταστήματα λιανικής πώλησης.

Περιορίζεται έτσι η φοροδιαφυγή, έμμεση ή άμεση, αφού ο έμπορος δεν μπορεί να αποκρύψει τα έσοδα από πωλήσεις, ταυτόχρονα δε αυξάνονται και τα έσοδα του κράτους από την έμμεση φορολογία, αφού ο έχων τη δυνατότητα να φοροδιαφεύγει μέσω της αυξημένης προσωπικής κατανάλωσης πληρώνει τουλάχιστον τους έμμεσους φόρους (ΦΠΑ) από αγορές που πραγματοποιεί στην Ελλάδα”.