Ηλικίας άνω των 60 θα είναι οι 4 στους 10 Έλληνες το 2050 ένεκα ταχείας δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού. Σήμερα τα άνω των 60 ετών άτομα στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 27% του πληθυσμού, ποσοστό που σε 15 χρόνια εκτιμάται ότι θα έχει φτάσει περίπου στο 33% και το 2050 στο 40,8%. Αντίστοιχα, τα άτομα άνω των 65 ετών από 19,3% του ελληνικού πληθυσμού σήμερα, θα φτάσουν το 30% το 2030.

Σε παγκόσμια κλίμακα η Ελλάδα καταλαμβάνει την πέμπτη θέση μεταξύ των χωρών που γερνούν ταχέως, μετά την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Η δημογραφική γήρανση της χώρας μας οφείλεται τόσο στην επιμήκυνση του μέσου όρου ζωής όσο και στην υπογεννητικότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα και η Ιταλία έχουν τον τρίτο χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων στην ΕΕ (εννέα τις χιλίοις) μετά τη Γερμανία και την Πορτογαλία. Σε συνδυασμό δε με το αρνητικό ισοζύγιο μετανάστευσης υπολογίζεται ότι το 2060 η Ελλάδα θα αριθμεί μόλις 8,6 εκατομμύρια πληθυσμό.

Οι επιπτώσεις της δημογραφικής γήρανσης αντικατοπτρίζονται στο ασφαλιστικό, αφού όπως υπολογίζεται το 2060 θα αντιστοιχούν μόνο δύο άτομα παραγωγικής ηλικίας (15-64 ετών) ανά συνταξιούχο (άνω των 65 ετών) στην ΕΕ, έναντι 4 προς 1 που είναι η σημερινή αναλογία. Επιπλέον, αυξάνεται η συχνότητα νόσων φθοράς (καρδιαγγειακά προβλήματα, διαβήτης, άνοια, καρκίνοι). Υπολογίζεται ότι τα άτομα άνω των 70 ετών απασχολούν το 50% των νοσοκομειακών κλινών και καλύπτουν το 25% των συνολικών ημερών νοσηλείας στα νοσοκομεία. Το 70% έχει περισσότερες από μία συνοδούς νόσους, ενώ το 60% των θανάτων από καρκίνο αφορά υπερήλικες.

Η δημογραφική εικόνα των Ελλήνων το 2014
Μείωση των γεννήσεων και αύξηση των θανάτων, με αποτέλεσμα ο φυσικός πληθυσμός να μειωθεί κατά 21.592 άτομα κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ το 2014, χρονιά κατά την οποία οι πολιτικοί γάμοι ήταν περισσότεροι από τους θρησκευτικούς και τα σύμφωνα συμβίωσης σημείωσαν αξιοσημείωτη αύξηση – αμφότερα τα φαινόμενα είναι προφανώς γεννήματα της οικονομικής κρίσης. Ειδικότερα, η φυσική μεταβολή του πληθυσμού πέρυσι (διαφορά θανάτων/γεννήσεων, χωρίς συνυπολογισμό της μετανάστευσης) παρουσίασε αρνητική εξέλιξη. Οι γεννήσεις ανήλθαν σε 92.148 άτομα (47.383 αγόρια και 44.765 κορίτσια), παρουσιάζοντας μείωση 2,1% σε σχέση με το 2013 (94.134). Σχετικά με την υπηκοότητα της μητέρας, καταγράφηκαν 79.975 γεννήσεις από Ελληνίδες (86,8%) και 12.173 από αλλοδαπές (13,2%). Τα αντίστοιχα στοιχεία του 2013 είναι 80.940 γεννήσεις (86%) από Ελληνίδες μητέρες και 13.194 (14%) από αλλοδαπές.

Η μέση ηλικία της μητέρας κατά τη γέννηση ήταν 31 έτη, σημειώνοντας αύξηση σε σχέση με το 2013 (30,9 έτη). Οι γεννήσεις εκτός γάμου, σε απόλυτους αριθμούς, παρουσίασαν αύξηση 13,1% και ανήλθαν σε 7.165 (7,8% επί του συνόλου των γεννήσεων) από 6.337 (6,7% επί του συνόλου των γεννήσεων) το 2013. Οι θάνατοι παρουσίασαν αύξηση 1,7% και ανήλθαν σε 113.740, (58.132 άντρες και 55.608 γυναίκες) έναντι 111.794 (57.627 άντρες και 54.167 γυναίκες) που ήταν το 2013. Η μέση ηλικία κατά τον θάνατο ανήλθε στα 75,5 έτη για τους άνδρες και στα 81,2 έτη για τις γυναίκες, παρουσιάζοντας αύξηση σε σχέση με το 2013 (75,2 και 80,8 έτη αντίστοιχα).

Κατά τη διάρκεια του 2014 έγιναν 53.105 γάμοι έναντι 51.373 το 2013 (αύξηση 3,4%), εκ των οποίων οι 26.915 πολιτικοί γάμοι και οι 26.190 θρησκευτικοί. Η μέση ηλικία των γυναικών κατά τον πρώτο γάμο ήταν τα 30,2 έτη ενώ το 2013 ήταν τα 29,9 έτη. Η αντίστοιχη μέση ηλικία των ανδρών το 2014 ήταν τα 32,9 έτη έναντι των 32,7 ετών το 2013. Στο σύνολο των 53.105 γάμων, οι γυναίκες που τέλεσαν πρώτο γάμο ήταν 46.860, ενώ οι άντρες ήταν 46.337. Τα σύμφωνα συμβίωσης αυξήθηκαν κατά 170,7% σε σχέση με το 2014. Για τη χρονική περίοδο από το 2009 (πρώτο έτος εφαρμογής τους) έως το 2014, τα σύμφωνα συμβίωσης ανήλθαν κατ’ έτος σε 161, 180, 185, 314, 581 και 1.573 αντίστοιχα, δηλαδή καταγράφηκαν συνολικά 2.994 σύμφωνα συμβίωσης στο σύνολο της χώρας.