Η πανδημία, που πάγωσε τον χρόνο για τις περισσότερες εταιρείες, έδωσε στις εταιρείες λιανεμπορίου τροφίμων της χώρας σημαντική αναπτυξιακή ώθηση.

Όμως, σε ό,τι αφορά ειδικότερα το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις νέες αγοραστικές συνήθειες, δεν είναι βέβαιο πως οι εταιρείες του κλάδου θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν αυτή την ώθηση αν δεν επενδύσουν στον συνολικό ανασχεδιασμό των υποδομών και των λειτουργιών τους, ώστε να μπορούν να αξιοποιήσουν τις σύγχρονες τεχνολογίες, στον δρόμο που χαράσσουν όχι μόνο κολοσσοί όπως η Amazon και η Walmart, αλλά και μικρότερες εταιρείες.

O φόβος της πανδημίας λειτούργησε ως καταλύτης, ακόμα και για τη ψηφιακά ανώριμη ελληνική αγορά, ώστε να εκτιναχθούν οι ηλεκτρονικές αγορές σε είδη τροφίμων από το 2% περίπου που ήταν σε προ-πανδημικά χρόνια σχεδόν στο 5%. Αυτός ο… ευχάριστος πληθωρισμός οδήγησε τα logistics σε αναστάτωση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να υλοποιηθούν σπασμωδικά δράσεις, με στόχο αφενός να καλυφθεί η αδυναμία αφενός των μεταφορικών εταιρειών και αφετέρου των λιανεμπορικών και προμηθευτικών επιχειρήσεων, σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτηση της αυξημένης ροής των online παραγγελιών.

Η υιοθέτηση ακραίων λύσεων, όπως η χρήση ταξί με υψηλό κόμιστρο ανά παραγγελία και η ανάθεση της συλλογής των ειδών της παραγγελίας σε ανέτοιμους γι’ αυτό τον ρόλο εργαζόμενους καταστημάτων, είχε ως αποτέλεσμα οι πελάτες να διαπιστώσουν ότι σε πολλές περιπτώσεις οι υποσχέσεις εξυπηρέτησης των online παραγγελιών τους έμοιαζαν με υποσχέσεις πολιτικών σε προεκλογική περίοδο… Η αδυναμία κάλυψης των απαιτήσεων των πελατών καταγράφεται ως εμπειρία που οδηγεί μέρος όσων στραφηκαν προς το online κανάλι να επιστρέφουν στα φυσικά καταστήματα, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειώσουμε τον προβληματισμό που σχετίζεται με τα παραπάνω και αφορά το κατά πόσο μια επιχείρηση μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών, ειδικά στο πεδίο του online grocery, σχεδιάζοντας επενδύσεις με ορίζοντα τριμήνου ή ίσως και μικρότερο, όσο δηλαδή κρατούν τα κενά μεταξύ των κυμάτων της πανδημίας…

Εκπρόσωποι των αλυσίδων δεν κρύβουν το γεγονός ότι οι online παραγγελίες ήταν ζημιογόνες για τις εταιρείες τους, καθώς μείωσαν το ήδη περιορισμένο ποσοστό κέρδους. Οι μεγάλοι τζίροι έσωσαν την κατάσταση και έτσι δεν είδαμε κόκκινα στα αποτελέσματα τετραμήνων. Αν όμως οποιαδήποτε από τις εταιρείες προσπαθούσε με τα μέσα που διαθέτει να εξυπηρετήσει μόνο online παραγγελίες, τότε η κατάσταση θα ήταν εντελώς διαφορετική. Η e-Fresh, η μόνη εταιρεία που εξυπηρετεί μόνο online παραγγελίες, παρά το γεγονός ότι σε επίπεδο τριετίας, και συγκεκριμένα από το τέλος του 2017 έως το τέλος του 2020, σύμφωνα με την ίδια, έχει καταφέρει να τετραπλασιάσει τον κύκλο εργασιών της, είναι αβέβαιο αν έχει επιτύχει να περάσει σε κερδοφορία.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι θα πουν ότι δεν είναι μόνο θέμα βελτίωσης διαδικασιών. Η απάντηση βρίσκεται στις τεχνολογίες αυτοματοποίησης που δεν χρησιμοποιούνται, ενώ ακόμα και αυτές που χρησιμοποιούνται, όπως στα πρόσφατα εγκαινιασμένα dark stores, έχουν αγοραστεί από στοκ δύο δεκαετιών. Και αυτό είναι ένα μέρος μόνο του προβλήματος. Ακόμα και αν οι εταιρείες επέλεγαν να χρησιμοποιήσουν τις πιο σύγχρονες τεχνολογίες δεν θα μπορούσαν να τις αξιοποιήσουν πλήρως, εξαιτίας του σχεδιασμού των χώρων που θα έπρεπε να τις φιλοξενήσουν.

Αυτοματισμοί, τεχνητά ευφυείς αυτοματισμοί, αυτόνομοι αυτοματισμοί
H Myrmex (Material Handling Robotic) ξεκίνησε την πορεία της το 2015 από τη δεξαμενή των startups και τον Οκτώβριο του 2020 πέτυχε να πουλήσει ένα μερίδιο των μετοχών της στην Ocado, υπογράφοντας παράλληλα συμφωνία συνεργασίας. Οι πατέντες που έχει στην κατοχή της έπαιξαν ρόλο στην απόφαση της Ocado, αλλά το ισχυρότερο κίνητρο ήταν η ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς ευφυών αυτοματισμών στον τομέα των logistics, η οποία, μετά την αναθεώρηση που προκάλεσε η πανδημία, αναμένεται να προσεγγίσει τα 7 δισ. δολάρια το 2023, μόνο στον κλάδο των ταχυκίνητων προϊόντων.

Οι παγκόσμιοι γίγαντες αξιοποίησης αυτοματισμών, όπως η Ocado, αναζητούν τα βέλτιστα δομικά στοιχεία, ώστε να εξασφαλίσουν ότι οι λύσεις που θα προτείνουν στους πελάτες τους θα είναι ωφέλιμες για την κερδοφορία τους. Όπως μας λέει ο κ. Γιώργος Κατινιώτης, CEO της Myrmex, οι λύσεις της Ocado έχουν ήδη δοκιμαστεί και έχουν αποδείξει ότι μπορούν να μειώσουν το λειτουργικό κόστος, ώστε να γίνει κερδοφόρο το online κανάλι των εταιρειών τροφίμων. Είναι ενδιαφέρον ότι ο κ. Κατινιώτης θεωρεί πως τεχνολογικές λύσεις, όπως τα ρομποτικά forklifts και τα ASRS (Automatic Storage and Retrieval Systems), ανήκουν στην προηγούμενη γενιά, παρά το γεγονός ότι εκατομμύρια εταιρείες σε όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων σχεδόν όλες οι ελληνικές, δεν έχουν φτάσει ούτε κατά προσέγγιση στο επίπεδο να αξιοποιούν έστω αυτές τις τεχνολογίες.

Χρειάστηκε να δοθούν στη δημοσιότητα φωτογραφίες από τις αποθήκες της Amazon και της Walmart για να γνωρίσει το ευρύ επιχειρηματικό κοινό ότι τα αυτόνομα ρομπότ (autonomous mobile robots) βρίσκονται σε λειτουργία από το 2012 και αποδεδειγμένα αυξάνουν την παραγωγικότητα τουλάχιστον στο δεκαπλάσιο. Σύμφωνα με την ABI Research, περισσότερα από 4 εκατομμύρια αυτόνομα ρομπότ θα είναι εγκατεστημένα σε 50.000 αποθήκες μέχρι το 2025, ενώ το 2018 ο αριθμός τους δεν ξεπερνούσε τα 4.000.

Η εφαρμογή των ευφυών αυτοματισμών ξεκινά από την αποθήκη του προμηθευτή και φτάνει μέχρι και τον πελάτη και περιλαμβάνει λύσεις όπως τα Alphabot, τα οποία ανακοίνωσε η Walmart, που μετατρέπουν τα καταστήματα σε μικρές αυτοματοποιημένες αποθήκες, απ’ όπου ο πελάτης μπορεί να παραλάβει την παραγγελία του, και τα drones, τα οποία δοκιμάζονται πιλοτικά.

Ωστόσο, δεν είναι όλοι οι αυτοματισμοί εξίσου ταιριαστοί με το επιχειρηματικό περιβάλλον διαφορετικών χωρών. Σύμφωνα με τον κ. Κατινιώτη, «η μεταφορά παλετών στις κεντρικές αποθήκες είναι ένα πεδίο για το οποίο δεν αναμένεται μεγάλο ενδιαφέρον από την ελληνική αγορά, καθώς το εργατικό κόστος είναι ακόμα πολύ χαμηλό. Όμως, στον τομέα της συλλογής των προϊόντων που απαρτίζουν τις ηλεκτρονικές παραγγελίες, τα οφέλη είναι σημαντικά, καθώς ο χρόνος που απαιτείται με μη αυτοματοποιημένα συστήματα είναι πολλαπλάσιος και επομένως, ακόμα και με μικρό εργατικό κόστος, το κόστος ανά παραγγελία ανεβαίνει σε ασύμφορα ύψη. Σημαντικά επίσης θα μπορούσαν να είναι τα οφέλη και από τη δημιουργία χώρων αυτοματοποιημένης παράδοσης παραγγελιών, όπου ο πελάτης έχει τη δυνατότητα να παραλάβει τις αγορές του οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Πρακτικά, η λύση αυτή συμπληρώνει τις υπηρεσίες που παρέχουν οι εταιρείες μεταφορών και θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί και από τις ίδιες, ώστε να αποφεύγονται οι δυσάρεστοι και πλέον επικίνδυνοι συνωστισμοί πελατών στα καταστήματά τους.

Νέα κόλπα για τους Έλληνες λιανέμπορους
Το Ταμείο Ανάκαμψης, το λυκαυγές της τεχνολογίας 5G και η εξέλιξη των αλγόριθμων τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργούν ένα καλό μίγμα για να αξιολογήσει ένας επιχειρηματίας ως θετική την επένδυση σε ευφυείς αυτοματισμούς. Η Myrmex δεν είναι η μόνη εταιρεία που προσπαθεί να ξεκλειδώσει την ελληνική αγορά. Η Gizelis Robotics ανακοίνωσε πριν από μερικούς μήνες τη συνεργασία της με την εταιρεία MIR, η οποία κατασκευάζει αυτόνομα ρομποτικά συστήματα και σύμφωνα με πληροφορίες σύντομα θα διαθέσει στην αγορά μια σειρά λύσεων για logistics.

Επίσης, εταιρείες που δεν έχουν έδρα την Ελλάδα, αλλά λειτουργούν μέσω εμπορικών αντιπροσώπων, προτείνουν λύσεις, οι οποίες βασίζονται στην ίδια λογική και έχουν διαφοροποιήσεις που τις κάνουν ανταγωνιστικές, σε ό,τι αφορά είτε όλο το εύρος των εφαρμογών είτε μέρος αυτών.

Με τη βοήθεια αναπτυξιακών χρηματοδοτήσεων οι λιανέμποροι θα μπορούσαν να στηρίξουν ακόμα και επενδύσεις μεσαίας κλίμακας, οι οποίες ωστόσο θα βρίσκονται αρκετά σκαλοπάτια κάτω από τις επενδύσεις των γιγάντων του παγκόσμιου λιανεμπορίου. Οπότε, το ερώτημα είναι: Θα συνεχίσουν να επενδύουν κυρίως στα φυσικά καταστήματα ή θα λάβουν υπόψη πως το online κανάλι έχει κατακτήσει πλέον τη θέση του στα πλάνα του μέλλοντος; Η θεωρία λέει ότι καμία επιχείρηση δεν θα μπορεί να είναι κερδοφόρα σε ένα περιβάλλον αυξημένων online αγορών, χωρίς αυτοματισμούς.