Η συνεχής αύξηση των επιτοκίων την τελευταία διετία δεν φαίνεται να επηρέασε και πολύ τις συναλλακτικές σχέσεις των καταναλωτών με τις τράπεζας. Το ράλι των τιμών των καυσίμων, όπως συνέβαινε πάντοτε στο παρελθόν, αντιμετωπίζεται εντελώς μοιρολατρικά από τους ‘Ελληνες οδηγούς και πάντως με το πόδι «επί του γκαζιού», αφού καμία αξιόλογη μείωση στην κατανάλωση βενζίνης δεν έχει καταγραφεί.

Και ήρθαν οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα, που φαίνεται να λύγισαν ακόμη και τα θεωρούμενα εύπορα νοικοκυριά της χώρας. Η αύξηση του τιμαρίθμου των ειδών διατροφής με ταχύτητα κατά 50% υψηλότερη από αυτή του πληθωρισμού (6,6% έναντι 4,4% τον Απρίλιο), ήταν τελικά η σταγόνα που ξεχείλισε τον ωκεανό. Οι λεπτές ισορροπίες κατέρρευσαν, οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί τινάχθηκαν στον αέρα, και ήδη η αγορά ζει έντονα τις συνέπειες της κρίσης, καθώς από την αρχή του χρόνου, όχι απλώς επιβραδύνεται ο ρυθμός αύξησης του τζίρου των λιανεμπορικών επιχειρήσεων, αλλά για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια καταγράφεται μείωση του όγκου των πωλήσεων, ακόμη και με βάση τα επίσημα στοιχεία της ΕΣΥΕ.

Η διόγκωση του πληθωρισμού, ο οποίος τους τελευταίους μήνες πλήττει με σφοδρότητα τις πιο βασικές δαπάνες του μέσου νοικοκυριού, όπως είναι τα έξοδα για τρόφιμα, στέγαση και μεταφορές, ανέδειξε περίτρανα την ανεπάρκεια των εισοδημάτων στη χώρα μας, ιδιαίτερα των ασθενέστερων οικονομικά πληθυσμιακών ομάδων.

Η φτώχεια των εύπορων

‘Ομως, μετά το Πάσχα φαίνεται να ανεβαίνει κατακόρυφα η δυσφορία  των καταναλωτών για την ακρίβεια, ακόμη και εκείνων που κάθε άλλο παρά φτωχοί θεωρούνται. Τα υψηλότερα ποσοστά δυσφορίας καταγράφονται στα νοικοκυριά με αρχηγό, ηλικίας μεταξύ 35 και 55 ετών, που δαπανούν κατά μέσο όρο γύρω στα 2.500 ευρώ το μήνα, σύμφωνα με την ‘Ερευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ του 2005, με βάση τα αποτελέσματα της οποίας καταρτίζεται ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (δηλαδή σε απλά ελληνικά, ο πληθωρισμός).

Τα νοικοκυριά αυτά αποτελούν το πιο εύρωστο οικονομικά κομμάτι του πληθυσμού, αλλά ταυτόχρονα είναι και τα πιο βαρυφορτωμένα με δαπάνες και υποχρεώσεις: στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, φροντιστήρια παιδιών, αυξημένα έξοδα εκτός οικίας, αφού τόσο οι γονείς όσο και τα παιδιά βρίσκονται όλη μέρα εκτός σπιτιού (οι πρώτοι στις πολλαπλές απασχολήσεις τους, τα δεύτερα στο σχολείο και στα φροντιστήρια).

Το γεγονός ότι η κρίση φαίνεται να αγγίζει τα μεσαία εισοδήματα προκαλεί τις έντονες ανησυχίες της κυβέρνησης. Για πρώτη φορά το θέμα της ακρίβειας εισβάλλει στην κεντρική πολιτική σκηνή, με συζητήσεις στη Βουλή και στην Κυβερνητική Επιτροπή, με αλληλομαχαιρώματα μεταξύ ανευθυνο-υπεύθυνων υπουργών. Κι όταν τα γκάλοπ στις αρχές του Ιουνίου δείχνουν ότι το 75% του πληθυσμού θεωρεί την ακρίβεια ως το υπ’ αριθμό ένα πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το πρόβλημα η κυβέρνηση, τότε οι πάντες «σκύβουν με στοργή» πάνω από τον πολίτη και βεβαιώνουν σε όλους τους τόνους ότι το μοναδικό τους μέλημα είναι να επαναφέρουν την κοινωνία στη ρότα τής προ ακρίβειας εποχής. Βέβαια, δεν παύουν να υποστηρίζουν ότι το φαινόμενο της ακρίβειας είναι βασικά «εισαγόμενο προϊόν», αλλά ωστόσο, ναι, αναγνωρίζουν -επιτέλους- ότι κάτι δεν πάει καλά και στην ελεύθερη αγορά στο εσωτερικό της χώρας.

«‘Αλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε»

Ο υπουργός Ανάπτυξης, κ. Χρ. Φώλιας, που από το περασμένο φθινόπωρο υποσχόταν ότι «θα ξεδοντιάσει», «θα ξενυχιάσει» και «θα κόψει το χέρι των κερδοσκόπων», αλλά στο μεταξύ βολεύτηκε με κάποιες «συμφωνίες κυρίων» για το πάγωμα των τιμών μέχρι τα Χριστούγεννα, «ξέθαψε» μια ωραία Παρασκευή τού Μάη το «σκουριασμένο» εργαλείο της διατίμησης (στα λάδια).

Λίγες ημέρες αργότερα, παράλληλα με τις απειλές για «μαύρες λίστες», αυστηρά πρόστιμα, κοστολογικούς ελέγχους και νέες διατιμήσεις, κατέφυγε και πάλι στο «σωσίβιο» των «συμφωνιών κυρίων». Πάμπολλοι υπουργοί είχαν αίφνης κάποιον λόγο να πουν για την ακρίβεια -πετώντας συνήθως καρφιά κατά των καθ’ ύλη αρμοδίων συναδέλφων τους- και δεκάδες κυβερνητικοί βουλευτές ζητούσαν εναγωνίως κάποια μέτρα, βλέποντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν ιδιαίτερα επισφαλής η παρουσία τους το καλοκαίρι στις εκλογικές τους περιφέρειες.

Και μόνο ο πρωθυπουργός συνέχισε απλώς να προεδρεύει, αποφεύγοντας να αναμιχθεί στα τεκταινόμενα στο εσωτερικό της χώρας. Αντίθετα, με επιστολή του στον πρόεδρο της Κομισιόν, κ. Χ. Μπαρόζο, έδινε την «ευρωπαϊκή διάσταση» του προβλήματος της ακρίβειας, προτείνοντας «άξονες» για την αντιμετώπισή του στο σύνολο της Κοινότητας!

Στην Ελλάδα, άπαντες πλέον έχουν επιδοθεί σε ένα κυνήγι κερδοσκόπων, μεσαζόντων και μαγισσών, που περιέργως όμως μένουν πάντα στο σκοτάδι και στο απυρόβλητο. Από την ακρίβεια του άνηθου, στράφηκαν ξαφνικά στην ακρίβεια των μονοπωλίων, που είναι «κακά» αλλά πάντα απρόσωπα. ‘Ολοι, όμως, αποφεύγουν, όπως ο διάολος το λιβάνι, να ερμηνεύσουν το φαινόμενο της ακρίβειας, να εξηγήσουν ποιος φταίει που η φέτα πωλείται πιο ακριβά στην Ελλάδα απ’ ότι στη Γερμανία.
Κατηγορούν την Επιτροπή Ανταγωνισμού για τα καρτέλ, την επιτιμούν που δεν ενεργεί ως Αγορανομία και δεν απαγορεύει τις ανατιμήσεις, ξεχνώντας ότι ο ρόλος της δεν είναι κατασταλτικός αλλά προληπτικός και προπαντός παραβλέποντας ότι οι υπάλληλοί της μόλις πρόσφατα ξεπέρασαν τον αριθμό των 70 (μέχρι πριν 2-3 μήνες ήταν λιγότεροι από 55). Να σημειώσουμε ότι αυτή την περίοδο οι 70 αυτοί υπάλληλοι διενεργούν 52 ελέγχους σε κλάδους των ειδών διατροφής και νοικοκυριού, ενώ σειρά περιμένουν και οι φάκελοι των «κλειστών επαγγελμάτων» που προκαλούν πάμπολλες στρεβλώσεις στην αγορά (βλέπε πρόσφατη απεργία των φορτηγών).

Φορτώνουν όλες τις αμαρτίες της ελληνικής οικονομίας στο ευρώ, ξεχνώντας τις διολισθήσεις και τις υποτιμήσεις στην εποχή της δραχμής, που ροκάνιζαν σταθερά αλλά και κάποιες φορές εξανέμιζαν εν μία νυκτί οικονομίες χρόνων και αγοραστική δύναμη. ‘Αραγε, πού θα είχε φτάσει η τιμή της βενζίνης, αν δεν υπήρχε το ευρώ, το οποίο, λόγω της υπερτίμησής του έναντι του δολαρίου, απορροφά τους κραδασμούς; Οι γνώστες της συγκεκριμένης αγοράς μιλούν για τιμή που στην καλύτερη περίπτωση θα κυμαινόταν γύρω στις 800-900 δραχμές το λίτρο (αντί 1,20-1,30 ευρώ σήμερα, ή 400-450 δρχ).

Και, βέβαια, φταίνε οι «διεθνείς συγκυρίες», οι «κερδοσκόποι» που τις εκμεταλλεύονται, οι «κακοί καταναλωτές» που δεν αντιδρούν, αλλά ποτέ οι κυβερνώντες τον τόπο. Στην ουσία, τα δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, που εντοπίζονται κυρίως στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, στο ληστρικό φορολογικό σύστημα και στην ανεπάρκεια των εισοδημάτων ουδείς τα αντιμετωπίζει σοβαρά.

Τα κατασταλτικά μέτρα από τη μία (διατίμηση, «μαύρες λίστες», πρόστιμα, κοστολογικοί έλεγχοι) και οι… συναινετικές «συμφωνίες κυρίων» από την άλλη (που αποκηρύσσονταν μετά βδελυγμίας από την προηγούμενη πολιτική ηγεσία τού Υπουργείου Ανάπτυξης επί κ. Δ. Σιούφα), επιστρατεύονται για την προσωρινή άμβλυνση του προβλήματος, μέχρι να περάσουν τα δύσκολα του καλοκαιριού και «μετά, βλέπουμε πάλι».

Τελευταίως, λανσάρεται και το φιλολαϊκό μέτρο των εισοδηματικών ενισχύσεων. Των επιδομάτων προς τους πολύ φτωχούς που, βέβαια, θα κοπούν μόλις κοπάσει η ακρίβεια. Για τη μόνιμη αύξηση των εισοδημάτων κανείς από τους κυβερνώντες (κι όχι μόνο) δεν μιλά. Η μείωση της φορολογίας (του ΦΠΑ σε τρόφιμα και σε καύσιμα, αλλά και των άμεσων φόρων), ώστε να εξοικονομηθούν από τα νοικοκυριά κάποια επιπλέον ποσά προς κατανάλωση, απορρίπτεται μετά βδελυγμίας από τα κέντρα αποφάσεων τόσο της Κοινότητας όσο και σε εθνικό επίπεδο. Τα κέρδη των επιχειρήσεων και προπαντός τα υπερκέρδη των τραπεζών ουδόλως απασχολούν τους ιθύνοντες.

Μέτρα κατασταλτικά και προσωρινού χαρακτήρα για «να περάσει και αυτή η μπόρα» και όχι παρεμβάσεις ουσιαστικές στις αιτίες που προκαλούν την ακρίβεια, φέρνοντας στο επίπεδο της φτώχειας ακόμη και τα μεσαία εισοδήματα.

Το δράμα των εύπορων νοικοκυριών

Το μοντέλο του καταναλωτή άλλαξε ριζικά μετά το 1990, με την απελευθέρωση των αγορών και κυρίως της τραπεζικής αγοράς. Οι ‘Ελληνες, που στη δεκαετία του ’80 ξόδευαν πάνω από το 35% των εισοδημάτων τους σε είδη διατροφής, αντιμετώπιζαν τότε με μεγαλύτερη άνεση απ’ ότι σήμερα τα διψήφια ποσοστά αύξησης του πληθωρισμού. Γιατί τάχα; Μα είναι απλό: τότε δεν χρωστούσαν στις τράπεζες, δεν διέθεταν αυτοκίνητο και κινητά τηλέφωνα, η παιδεία δεν ήταν τόσο εμπορευματοποιημένη όσο σήμερα. Πρώτο τους μέλημα ήταν η αγορά των ειδών διατροφής και η πληρωμή των λογαριασμών της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, και έπονταν οι υπόλοιπες (περιορισμένες) δαπάνες για ένδυση-υπόδηση, φροντιστήρια, μετακινήσεις. ‘Ολα αυτά, εννοείται, πληρώνονταν με «ζεστό χρήμα»…

Σήμερα, ο μήνας ξεκινά με την πληρωμή των πιο ανελαστικών δαπανών που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα της μεταπολίτευσης, δηλαδή της δόσης για τα δάνεια (σχεδόν πάντα για το καταναλωτικό ή τις κάρτες, πολύ συχνά και για το στεγαστικό, ακόμη πιο συχνά και για το δάνειο του ΙΧ). ‘Ετσι, αυτομάτως, ο μεσαίος εισοδηματίας -και πλέον χρεωμένος ‘Ελληνας- περιπίπτει στην κατάσταση του φτωχού, αφού πολλές φορές πάνω από το μισό μηνιαίο εισόδημά του το χρωστάει, πριν καν το εισπράξει! Αρχίζει, λοιπόν, τις περικοπές των δαπανών για τα είδη διατροφής ή τα αγοράζει κι αυτά με δανεικά (ας είναι καλά η πιστωτική κάρτα που δέχεται το σούπερ μάρκετ), περικόπτει ακόμη πιο πολύ τις δαπάνες του για ένδυση και υπόδηση, κόβει τα κονδύλια που σχετίζονται με την ψυχαγωγία, τον πολιτισμό, τις διακοπές. ‘Οσο για τα φροντιστήρια των παιδιών, αυτά δεν περικόπτονται. ‘Εχουν διογκωθεί υπέρμετρα την τελευταία δεκαετία και κατατάσσονται πλέον στην κατηγορία των πιο ανελαστικών δαπανών, μαζί με τις δόσεις για τις τράπεζες.

‘Ομως, οι πολίτες αυτής της κατηγορίας δεν πρόκειται να πάρουν ποτέ κάποιο επίδομα ή βοήθημα. Αντίθετα, φορολογούνται με υψηλούς συντελεστές και χρηματοδοτούν τα ταμεία φτώχειας και τις πολιτικές κοινωνικής αλληλεγγύης που σοφίζονται οι φωστήρες της κυβέρνησης για να μειώσουν, έστω προσωρινά, την κοινωνική πίεση. Κι όλα αυτά, γιατί τούτοι οι φωστήρες αρνούνται πεισματικά να αναγνωρίσουν το πραγματικό γεγονός ότι το μέτρο της φτώχειας σήμερα δεν είναι οι δαπάνες για τα τρόφιμα, που κατά μέσο όρο αντιπροσωπεύουν γύρω στο 17% των συνολικών δαπανών ενός μέσου νοικοκυριού (δεν ξεπερνά το 24% ούτε καν στα φτωχότερα νοικοκυριά).

Φτωχό είναι σήμερα το νοικοκυριό που αδυνατεί να πληρώσει τα φροντιστήρια των παιδιών του και εκείνο που κινδυνεύει να χάσει την κατοικία του, γιατί δεν εξόφλησε μια-δυο δόσεις του στεγαστικού του δανείου. Αυτό ακριβώς το νοικοκυριό, όμως, έτσι κι έχει ετήσιο εισόδημα πάνω από 10.000 ευρώ δεν πρόκειται να τύχει καμιάς ενίσχυσης, εφόσον οι κυβερνώντες θεωρούν ότι με τέτοια εισοδήματα «δεν κινδυνεύει κανείς να πεθάνει από πείνα».

Θέμα πολιτικό η λειτουργία του ανταγωνισμού

Ποιοι, όμως, είναι οι παράγοντες που ευνοούν την ακρίβεια και επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να «παίζουν ελεύθερα» στο πεδίο των τιμών; ‘Οχι, βέβαια, η έλλειψη κοινωνικής εταιρικής ευθύνης -αυτό είναι το «νέο φρούτο» που ξαφνικά ανακάλυψε η κυβέρνηση, προτρέποντας μάλιστα τους καταναλωτές να τιμωρούν τους επιχειρηματίες που δεν επιδεικνύουν κοινωνική ευαισθησία. «Η καταπολέμηση της φτώχιας επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων και των επιχειρήσεων», θα μπορούσε να λέει ένα άρθρο του πούρου νεοφιλελεύθερου συντάγματός της, οπότε θα καθάριζε μια κι έξω με το πρόβλημα της φτώχειας…

Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Αθηνών, που οι πάντες τη γνωρίζουν από το 2004, σε 55 κλάδους επώνυμων ειδών διατροφής, 2-3 δεκάδες μεγάλων επιχειρήσεων, βιομηχανίες και εισαγωγικές εταιρείες (από τρεις και κάτω σε κάθε κλάδο) συγκεντρώνουν μερίδια άνω του 60% (σε αρκετές περιπτώσεις από 90% έως και 100%), δημιουργώντας έτσι τις ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξη καρτέλ και εναρμονισμένων πρακτικών. Ουδείς ασχολήθηκε ποτέ με τις επισημάνσεις αυτής της έρευνας, στην οποία κατονομάζονται και οι κυρίαρχοι «παίκτες» σε κάθε κλάδο.

Πολλοί, ωστόσο, είναι αυτοί που επιτίθενται σε κάθε ευκαιρία κατά των καρτέλ, έτσι, γενικώς και αορίστως, διεξάγοντας έρευνες υποτίθεται για να διαπιστώσουν αν πληρώθηκαν τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στην τάδε ή τη δείνα εταιρεία. Λες και η είσπραξη και μόνον των προστίμων θα διόρθωνε άπαξ δια παντός το πρόβλημα της ολιγοπωλιακής λειτουργίας τής αγοράς και των εναρμονισμένων πρακτικών. ‘Ετσι, για την «τιμή των όπλων», πριν από λίγες ημέρες, ο κ. Γ. Αλογοσκούφης έκανε λόγο περί «έλλειψης ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά», χωρίς να υπεισέλθει σε περαιτέρω λεπτομέρειες.

Είναι φανερό ότι το πρόβλημα της λειτουργίας του ανταγωνισμού είναι κυρίως πολιτικό κι όχι πρόβλημα μιας ανεξάρτητης αρχής και των τεχνοκρατών της, οι οποίοι στο κάτω-κάτω δεν ξεπερνούν τις λίγες δεκάδες. Και, βέβαια, δεν επιλύεται με δίκες και πρόστιμα, με «μαύρες λίστες» και «συμφωνίες κυρίων», με την επίκληση των όποιων κοινωνικών ευαισθησιών των εχόντων και κατεχόντων. Δεν επιλύεται χωρίς γενναίες παρεμβάσεις στις ίδιες τις δομές της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες σήμερα έχουν μετατρέψει δεκάδες αγορές σε κλειστά κλαμπ ελαχίστων «παικτών», που φράζουν τον δρόμο σε νέους «παίκτες» και νέες ιδέες, εμποδίζοντας τις επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και ευνοώντας τις τακτικές της «αρπαχτής» και τις συναλλαγές κάτω από το τραπέζι.

Χωρίς να τεθούν σαφείς στόχοι, αλλά και χωρίς παρεμβάσεις στο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς (νομοθετικό, φορολογικό κλπ), υγιής ανταγωνισμός δεν πρόκειται να υπάρξει. Οι πολυεθνικές θα συνεχίσουν να πωλούν ακριβότερα τα προϊόντα τους στην Ελλάδα από ότι στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις θα εξακολουθήσουν να πριμοδοτούν τις εξαγωγές τους, χρεώνοντας σε υψηλότερες τιμές τους εγχώριους καταναλωτές, και ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα τρέχει ταχύτερα από τον κοινοτικό, ροκανίζοντας την όποια ανταγωνιστικότητα διαθέτει ακόμη η ελληνική οικονομία.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 374 του περιοδικού “σελφ σέρβις” (εκδόσεις Comcenter).