Τη μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ καταγράφει το λιανικό εμπόριο στη Ρουμανία, της οποίας η αγορά προσφέρει μεγάλες προοπτικές σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Όπως οι περισσότερες χώρες της ΝΑ Ευρώπης, η Ρουμανία εμφανίζει την εικόνα μιας αγοράς με τεράστιο αριθμό μικρών σημείων πώλησης τροφίμων, που ακόμα αντιστέκονται στην πίεση των μεγάλων αλυσίδων και των εμπορικών κέντρων.

Ειδικότερα, ο κύκλος εργασιών του λιανεμπορίου της Ρουμανίας παρουσίασε αύξηση 9,6% τον φετινό Ιούλιο, συγκριτικά με τον περσινό αντίστοιχο μήνα, ποσοστό που είναι το μεγαλύτερο μεταξύ των χωρών της ΕΕ –στην Ευρωζώνη ο μέσος όρος αύξησης ήταν 2,7% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο και στην ΕΕ 3,3%. Η σημαντική αυτή διεύρυνση του λιανεμπορίου στη χώρα αποδίδεται στην εντυπωσιακά ανοδική μεταβολή των πωλήσεων τροφίμων, ποτών και καπνικών προϊόντων κατά 23,1% τον φετινό Ιούλιο σε σχέση με πέρσι, κυρίως λόγω καθοδικών μεταβολών στους συντελεστές ΦΠΑ, που ίσχυσαν από την 1η Ιουνίου του 2015. Συνολικά στο πρώτο επτάμηνο του 2015, ο τζίρος του λιανεμπορίου στη Ρουμανία διευρύνθηκε κατά 5,6%, σε σχέση με την περσινή αντίστοιχη χρονική περίοδο, με «πρωταγωνιστές» τα τρόφιμα-ποτά (αύξηση 13,3%) και τα καύσιμα (αύξηση 5,8%).

Ο Ρουμάνος καταναλωτής
Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το εύρος δυνατοτήτων της ρουμανικής λιανεμπορικής αγοράς, αξίζει να σημειωθεί πως κάθε μήνα ο μέσος Ρουμάνος ξοδεύει στα σούπερ μάρκετ (μεγάλα και μικρά) για τρόφιμα, είδη προσωπικής υγιεινής και οικιακής χρήσης ποσοστό 21,6% των μηνιαίων αποδοχών του, το οποίο είναι το χαμηλότερο κατά κεφαλήν στην ΕΕ. Ενδεικτικά είναι το μισό σε σχέση με έναν Πολωνό και το ένα τρίτο, σε σύγκριση με έναν Αυστριακό ή Γάλλο. Ωστόσο, υπογραμμίζουμε πως η αγοραστική δύναμη του Ρουμάνου είναι και από τις ασθενέστερες στην Ευρώπη, γεγονός που ορίζει, πάντως, τα ιδιαίτερα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης των λιανεμπορικών αλυσίδων, καθώς το εισόδημα των πολιτών στη χώρα, όπως εκτιμάται, θα αυξάνεται.

Εστιάζοντας στα χαρακτηριστικά του Ρουμάνου καταναλωτή, διαπιστώνεται πως αν και πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη μετά την Πολωνία, υπάρχουν μεγάλες ανισότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Συγκεκριμένα, το 10% των πλέον πλουσίων κατέχουν το 30% της οικονομίας της χώρας, ενώ το 10% των φτωχών μόλις το 3%. Επιπλέον, καταγράφονται σημαντικές διαφορές μεταξύ των οκτώ περιφερειών της χώρας, τόσο σε επίπεδο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, όσο και σε επίπεδο συνθηκών ζωής, ενώ μεγάλη διαφορά υπάρχει μεταξύ των εισοδημάτων της πρωτεύουσας και της περιφέρειας.

Όπως επισημαίνει σε σχετική έκθεσή του ο οικονομικός- εμπορικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι κ. Ι. Μάρκος, η σταδιακή αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος αλλάζει τις συνήθειες του Ρουμάνου καταναλωτή, ο οποίος χαρακτηρίζεται κυρίως από την ροπή του προς κατανάλωση ιδίως επώνυμων προϊόντων. Είναι χαρακτηριστική η υπερκατανάλωση κι η έλλειψη προθυμίας του Ρουμάνου για αποταμίευση. Ταυτόχρονα, αυξάνει και η τάση κατανάλωσης προϊόντων πολυτελείας, καθώς έτσι επιδεικνύεται η άνοδος του κοινωνικού επιπέδου του καταναλωτή.

Αυξάνεται ο τζίρος των τροφίμων
Είναι προφανές πως η ρουμανική αγορά παρουσιάζει πολύ μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης κυρίως στην πώληση τροφίμων, όπου τα καταστήματα του είδους κατέγραψαν σχετική αύξηση τζίρου 2% το 2014. Κερδισμένες ήταν κυρίως οι μεγαλύτερες αλυσίδες, με άνοδο τζίρου 6% πέρσι, ενώ στα παραδοσιακά μικρότερα καταστήματα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 3%. Οι σύγχρονες λιανεμπορικές αλυσίδες συνεχίζουν αδιάκοπα τις επενδύσεις τους, εμπλουτίζοντας τα προϊοντικά χαρτοφυλάκιά τους και προσθέτοντας νέα καταστήματα στα δίκτυα τους, τείνοντας να επεκταθούν σε κάθε περιοχή της ρουμανικής επικράτειας, που δεν έχουν παρουσία. Όσον αφορά στις αλυσίδες που ηγούνται της αγοράς, η Kaufland Ρουμανίας διατήρησε πέρσι την πρωτιά στα δίκτυα, τα οποία κυριαρχούν στις πωλήσεις τροφίμων με μερίδιο της τάξης του 14%. Τα καταστήματα του δικτύου της κατέγραψαν αύξηση πωλήσεων κατά 15%, εξαιτίας τόσο της δημιουργίας νέων σημείων πώλησης, όσο και της επιβεβαίωσης της εμπιστοσύνης των πελατών της στα προϊόντα και στις υπηρεσίες της. Τις επόμενες θέσεις, μεταξύ των μεγάλων αλυσίδων της Ρουμανικής αγοράς, έχουν η Carrefour, η Metro, η Mega Image, η Lidl, η Profi κά.

Η «χαρτογράφηση» της αγοράς
Εστιάζοντας στα χαρακτηριστικά της αγοράς, το μοντέρνο εμπόριο των μεγάλων αλυσίδων καταστημάτων αντιπροσωπεύει περίπου το 55% της λιανικής πώλησης, ενώ στις μεγάλες αστικές περιοχές το ποσοστό αυτό φθάνει το 75%. Τα δίκτυα διανομής αναπτύχθηκαν ξαφνικά κι έτσι, ενώ ορισμένοι τομείς παρουσιάζουν ανεπτυγμένα δίκτυα, άλλοι βρίσκονται σε πρωτογενή μορφή. Κυρίως στις μεγάλες πόλεις, όπως το Βουκουρέστι, η Κωνστάντζα, το Κλούζ-Ναπόκα, η Κραϊόβα, η Τιμισοάρα και το Ιάσιο, έχουν δημιουργηθεί καλά οργανωμένα κανάλια διανομής στη λιανική πώληση, μεγάλα εμπορικά καταστήματα και εμπορικά κέντρα, ενόσω η ανάπτυξή τους συνεχίζεται, συντελούμενη ταχέως.

Στόχος των μεγάλων αλυσίδων είναι η επέκταση των δικτύων τους στην επαρχία. Ωστόσο, η επέκταση απαιτεί μεγάλες επενδύσεις ιδιαίτερα στα logistics, πράγμα που ευνοεί τις περιφερειακές επιχειρήσεις. Στην ρουμανική αγορά έχουν κάνει την εμφάνισή τους ξένες αλυσίδες καταστημάτων, δραστηριοποιούμενες σε διάφορους τομείς, πχ ηλεκτρικών συσκευών και οικιακού εξοπλισμού (Brico stores, IKEA), καλλυντικών (Body Shop, Sephora, Douglas), αθλητικών ειδών (Intersport), κινητών-τηλεπικοινωνιών (Vodaphone, Orange, Germanos), φαρμακευτικών ειδών (Sensi Blu), τροφίμων (Metro, Selgros, Kaufland, Carrefour, Cora, Mega Image (Delhaize Group), Auchan, Artima, Lidl). Οι παραδοσιακές μορφές λιανικής πώλησης (περίπτερα και ανοιχτές αγορές) διακινούν πολλά προϊόντα πλην τροφίμων, αν και παρά το ότι κατέχουν σημαντικό μερίδιο αγοράς χάνουν συνεχώς έδαφος προς όφελος των μοντέρνων καναλιών διανομής. Οι καθιερωμένες μορφές δικτύων πώλησης είναι οι εξής:

  • Τα περίπτερα: Προσφέρουν στον καταναλωτή διάφορα προϊόντα, κυρίως τρόφιμα, ανταγωνιζόμενα τα καταστήματα της γειτονιάς όχι μόνο εξαιτίας της εγγύτητάς τους στον πελάτη –πράγματι, είναι πολυάριθμα στους δρόμους– αλλά κυρίως του ότι λειτουργούν όλο το 24ωρο.
  • Καταστήματα της γειτονιάς: Μετά την ιδιωτικοποίησή τους, έγινε προσπάθεια βελτίωσης της ποικιλίας προϊόντων που διαθέτουν, αλλά η γκάμα τους παραμένει περιορισμένη. Οι ιδιοκτήτες τους κατέχουν συνήθως πολλά καταστήματα, ελέγχοντας σημαντικά μερίδια αγοράς.
  • Ανοιχτές αγορές: Προσφέρουν κυρίως τρόφιμα και άλλα καταναλωτικά προϊόντα. Οι ανοιχτές αγορές, οι αγορές χονδρεμπορίου, ημι-χονδρεμπορίου και οι ειδικές αγορές (ενδύματα, τρόφιμα, ηλεκτρονικά) είναι συνήθως εγκατεστημένες στην περιφέρεια, στα περίχωρα μεγάλων πόλεων και προσφέρουν στους καταναλωτές ποικιλία προϊόντων χαμηλής κυρίως τιμής.
  • Οργανωμένο λιανεμπόριο: Οι μεγάλες αλυσίδες μπορεί να μην καλύπτουν περισσότερο από το 70% της αγοράς, όπως συμβαίνει στις άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, αλλά το μερίδιό τους, ενώ δεν είναι μικρό (σχεδόν 55%), συνεχώς αυξάνεται. Πάντως, σε μερικές κατηγορίες προϊόντων, όπως πχ τα οπωροκηπευτικά, το μερίδιο διανομής των ανοιχτών και των λαϊκών αγορών είναι υψηλότερο από εκείνο των αλυσίδων. Από την άλλη πλευρά, όμως, το σημαντικό μερίδιο αγοράς των καταστημάτων γειτονιάς, που διατηρούν το παραδοσιακό τους πλεονέκτημα όσον αφορά την ευκολία προσέγγισης των καταναλωτών, έχουν οδηγήσει τις μεγάλες αλυσίδες να εντάξουν πολλά από αυτά σε συστήματα franchising.
  • Εμπορικά κέντρα. Η επέκτασή τους δεν φαίνεται ότι θα σταματήσει τα επόμενα χρόνια. Οι τιμές ενοικίασης χώρων σε αυτά σήμερα είναι αρκετά υψηλές ιδιαίτερα στο Βουκουρέστι. Τα εμπορικά κέντρα δρουν με επιτυχία, καθώς ο Ρουμάνος καταναλωτής υιοθετεί άμεσα τον δυτικό τρόπο ζωής, συνδυάζοντας τις αγορές, τη διασκέδασή του, όπως κι άλλες δραστηριότητες.