Σύμφωνα με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ο προϋπολογισμός του 2024 είναι ο πρώτος μετά από δεκατρία έτη που καταρτίζεται με το αξιόχρεο της χώρας να έχει ανακτήσει την επενδυτική του βαθμίδα (υπολείπεται η αξιολόγηση του οίκου Fitch), πράγμα που παρέχει ασφάλεια πρόσβασης στις αγορές, μείωση του κόστους χρηματοδότησης της χώρας και προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Σημειώνουμε, πάντως, ότι κατατίθεται μόλις λίγες εβδομάδες μετά τις πρόσφατες τεράστιες φυσικές καταστροφές, με τις ανυπολόγιστες επιπτώσεις τους στην παραγωγική ικανότητα της χώρας…

Tο διεθνές περιβάλλον παραμένει δυσμενές και αβέβαιο, η οικονομία επιβραδύνεται, οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι αυξάνονται, ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός και η περιοριστική νομισματική πολιτική δε βοηθά στην πιστωτική επέκταση. Παρόλα αυτά οι οικονομικοί ταγοί μας υπερθεματίζουν στις δυνατότητες της Ελλάδας, με στόχο τον συγκερασμό της δημοσιονομικής σταθερότητας και την αύξηση διαθέσιμου εισοδήματος και μισθών.

Σύμφωνα με τους στόχους του Προγράμματος Σταθερότητας (Απρίλιος 2023), ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας μας αναμένεται 2,3% φέτος και 3% το 2024. Το ΑΕΠ σε ονομαστικούς όρους αναμένεται να αυξηθεί από 208 δισ. ευρώ το 2022 σε 224 δισ. ευρώ φέτος και σε 235 δισ. ευρώ του χρόνου. Ο δε Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αναμένεται να κυμανθεί ελαφρώς χαμηλότερα και να διαμορφωθεί στο 4% –έναντι 4,5% κατά το Πρόγραμμα Σταθερότητας– και να αποκλιμακωθεί περαιτέρω στο 2,4% το 2024. Επίσης αναμένεται οι μεν επενδύσεις να αυξηθούν κατά 8,3% φέτος και κατά 12,1% το 2024, η δε ανεργία να μειωθεί από 11,2% το 2023 σε 10,6% το 2024.

Το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2022 διαμορφώθηκε σε οριακό πλεόνασμα 0,1% του ΑΕΠ. Στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού για το 2023 το πρωτογενές πλεόνασμα είχε προσδιοριστεί στο 0,7% του ΑΕΠ, ενώ στο Πρόγραμμα Σταθερότητας του Απριλίου το πρωτογενές αποτέλεσμα είχε εκτιμηθεί σε πλεόνασμα 1,1% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2023 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε πλεόνασμα 2.560 εκατ. ευρώ ή 1,1% του ΑΕΠ. Αντίστοιχα, το πρωτογενές αποτέλεσμα του 2024 προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 2,1% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σταθερότητας.

Σκεπτικισμός
Με βάση τα προαναφερόμενα μεγέθη, η κυβέρνηση παρουσίασε μια αισιόδοξη εικόνα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της, στο όνομα της ανάπτυξης «για όλους». Όμως, η ανάπτυξη κατά 3% το 2024 δε βασίζεται στην παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, αλλά στην έωλη προσήλωση στις επενδύσεις στην αγορά ακινήτων, στον τουρισμό και στην εστίαση. Ο σχετικός σκεπτικισμός προκύπτει, μεταξύ άλλων, τόσο από την ολοφάνερη αντίφαση μεταξύ προσδοκώμενης αύξησης των επενδύσεων (12,1% το 2024) και πενιχρών προσδοκιών μείωσης της ανεργίας (10,6%) όσο και από το ότι ο προϋπολογισμός αποσκοπεί στην επίτευξη υπερμεγέθους πρωτογενούς πλεονάσματος 2,1% του ΑΕΠ το 2024 –με άλλα λόγια, ακόμα 5 δισ. ευρώ θα προστεθούν στα 2,5 δισ. ευρώ της φετινής χρονιάς, προερχόμενα από την επιπλέον φορολόγηση και από περικοπές στις δαπάνες κοινωνικής αναπαραγωγής.

Για του λόγου το αληθές, ο προϋπολογισμός του 2024 προβλέπει 6,2 δισ. ευρώ φορολογικά έσοδα περισσότερα από το 2023. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται πως η αύξηση των φορολογικών εσόδων γίνεται χωρίς αύξηση των φόρων (!;), εννοώντας ότι οι φορολογικοί συντελεστές παραμένουν σταθεροί. Αλλά τα έσοδα από τους έμμεσους φόρους (ΦΠΑ) εξαιτίας της εκτίναξης των τιμών, ενώ το 2022 ανήλθαν σε 21,9 δισ. ευρώ, φέτος εκτιμάται ότι θα φτάσουν στα 23,1 δισ. ευρώ (αυξημένα κατά 1 δισ. ευρώ σε σχέση με την εκτίμηση του προϋπολογισμού του 2023), με πρόβλεψη τα 24,3 δισ. ευρώ το 2024. Συνολικά τα έσοδα από φόρους προϊόντων και υπηρεσιών θα ανέλθουν στα 35,1 δισ. ευρώ έναντι 32,5 το 2023 και 32,1 δισ. το 2022, ενώ τα συνολικά έσοδα από φόρους θα φτάσουν τα 68,1 δισ. ευρώ έναντι 62,1 φέτος και 61,6 δισ. ευρώ το 2022. Η πρόβλεψη για μια τέτοια άντληση εσόδων από έμμεσους φόρους (60% του συνόλου) σημαίνει πως συντηρείται η αδικία απέναντι στα φτωχά νοικοκυριά, που θα κληθούν ακόμα μια χρονιά «να πληρώσουν το μάρμαρο». Επιπλέον, οι άμεσοι φόροι των φυσικών προσώπων θ’ ανέβουν, καθώς προϋπολογίζεται ότι θ’ αγγίξουν τα 13,1 δισ. ευρώ, αυξημένοι κατά 1,7 δισ. συγκριτικά με φέτος, ενόσω οι φόροι των νομικών προσώπων θα μειωθούν κατά 185 εκατ. ευρώ.

Η χαρά των επιδοτήσεων και των δανείων
Από την άλλη πλευρά, οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού το 2024 για υγεία, πρόνοια, ανεργία και ΟΤΑ (μεταβιβάσεις) προβλέπεται ότι θα μειωθούν στα 31,9 δισ. ευρώ έναντι 33,2 φέτος και 34,5 δισ. ευρώ το 2022. Αντίθετα, 8,5 δισ. ευρώ θα διατεθούν μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και 3,6 δισ. ευρώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης σε επιχειρηματικούς ομίλους εργολάβων και εταιρειών «πράσινης» ενέργειας. Στις δαπάνες προϋπολογίζονται 600 εκατ. ευρώ για να καλυφθούν οι αποζημιώσεις για τις πρόσφατες καταστροφές, όταν οι ζημιές μόνο στη Θεσσαλία υπολογίστηκαν στα 10 δισ. ευρώ.

Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης αναμένεται να αποκλιμακωθεί από 171,4% του ΑΕΠ το 2022 σε 159,3% φέτος και σε 152,2% το 2024 (το 2022 ανήλθε στα 356,6 δισ. ευρώ, φέτος αναμένεται στα 357 δισ. ευρώ και το 2024 προβλέπεται ότι θα φτάσει στα 358 δισ. ευρώ). Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι προβλέψεις είναι ευοίωνες για την επόμενη τετραετία, καθώς η οικονομία της χώρας θα ευνοηθεί σε μεγάλο βαθμό από τα κοινοτικά κονδύλια που θα εισρεύσουν με τη μορφή επιδοτήσεων και δανείων, τόσο από το Ταμείο Ανάκαμψης όσο και από το τρέχον ΕΣΠΑ. Δηλαδή, η ανάπτυξη του ΑΕΠ που αποτελεί τον βασικό παράγοντα βιωσιμότητας του χρέους, εξαρτάται από νέα δάνεια από το Ταμείο Ανάκαμψης. Είναι φανερό πως κάτι υπονομεύει τον οικονομικό ορθολογισμό, διότι η οικονομία μας δεν μπορεί να βασίζεται εσαεί μόνο στα δάνεια. Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης του χρέους και εφαρμογής εναλλακτικών πολιτικών, που θα στοχεύουν όχι στη φορολογική εξάντληση των νοικοκυριών, αλλά στη δημιουργία νέων παραγωγικών υποδομών, με άξονα την εργασία, παραμένει ζητούμενο.

Αισιοδοξία υπό αίρεση
Η κυβέρνηση δηλώνει πως ο στόχος της είναι η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και των μισθών, αλλά κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την παράθεση των στοιχείων. Συγκεκριμένα, το 2022 ο πραγματικός μισθός έχασε το 7,4% της αγοραστικής του ικανότητας, ενώ το πρώτο τρίμηνο φέτος η μείωση ήταν σαφώς ηπιότερη (0,7%). Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, ένας στους τρείς εργαζόμενους αμείβεται με αποδοχές μικρότερες από 780 ευρώ μικτά, ενώ τον Δεκέμβριο του 2022 οι αποδοχές του 50% των εργαζομένων (διάμεσος) έφταναν μέχρι τα 927 ευρώ μεικτά. Οι προβλεπόμενες αναπροσαρμογές των αποδοχών στο άμεσο μέλλον δε θα ξεπεράσουν μεσοσταθμικά το 4,5%, δηλαδή το ύψος της αναμενόμενης ανόδου του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, που πρέπει να υπολογίζεται βάσει των ήδη αυξημένων σημερινών τιμών (λ.χ. των 15 ευρώ ανά λίτρο του ελαιόλαδου). Επιπλέον, το επίδομα που θα δοθεί στα τέλη του 2023 στους απόμαχους της δουλειάς (100-200 ευρώ, λόγω των «προσωπικών διαφορών» στις συντάξεις), δεν θα ξαναδοθεί το 2024.

Την αισιοδοξία των οικονομικών ταγών της χώρας συμμερίζεται το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, αφού στην έκθεσή του υιοθετεί τις μακροοικονομικές προβλέψεις του Προσχέδιου. Ωστόσο, παρουσιάζουν ενδιαφέρον, δημιουργώντας έντονη ανησυχία, οι επισημάνσεις του για τη διεθνή γεωπολιτική αβεβαιότητα, την εξασθένηση της οικονομικής δραστηριότητας στη Βόρεια Ευρώπη, κυρίως στην Γερμανία, με ό,τι επιπτώσεις θα έχουν αυτά στο εξαγωγικό εμπόριο της Ελλάδας. Όπως αναφέρεται στην έκθεσή του, είναι στοίχημα η προσπάθεια αποτίμησης των πρόσφατων φυσικών καταστροφών και χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και νοικοκυριών που επλήγησαν, χωρίς να διασαλευτεί η δημοσιονομική ισορροπία. Επισημαίνεται επίσης πως η χρηματοδότηση ενδεχόμενων πρόσθετων δημοσιονομικών παρεμβάσεων σε περιβάλλον ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και αύξησης του κόστους εξωτερικού δανεισμού του δημοσίου, θα συνιστούσε μια σημαντική πρόκληση της ελληνικής οικονομίας… Τουτέστιν και η θαυματοποιία έχει τα όριά της!.