Στις αρχές του Οκτωβρίου κατατέθηκε από την κυβέρνηση προς συζήτηση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2022. Σύμφωνα με αυτό, η πορεία της ελληνικής οικονομίας προσομοιάζει σε διελκυστίνδα, μεταξύ υποστηρικτικών/επιταχυντικών για την ανάπτυξη συνθηκών και παραγόντων ανάσχεσής της. Ωστόσο, η κυβέρνηση είναι αισιόδοξη και επικεντρώνεται στα πρώτα θετικά μακροοικονομικά αποτελέσματα, παρά το καθεστώς αβεβαιότητας που διαμορφώνει η παγκόσμια υγειονομική κρίση και οι τρέχουσες διεθνείς εξελίξεις στις τιμές.

Σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, το προσχέδιο είναι εναρμονισμένο με τους στόχους για μια ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη («Ελλάδα 2.0»), που σηματοδοτεί τη στροφή προς ένα οικονομικό μοντέλο περισσότερο εξωστρεφές, ανταγωνιστικό και «πράσινο», με ένα κράτος αποτελεσματικό, αντιγραφειοκρατικό, ψηφιακά αναβαθμισμένο, με φορολογικό σύστημα φιλικό προς τις επιχειρήσεις και με ένα ανθεκτικό κοινωνικό δίκτυο προστασίας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου σχετικά με το ρυθμό μεταβολής των μακροοικονομικών δεικτών (2021-2022), ο ρυθμός μεγέθυνσης το 2021 αναθεωρείται προς τα άνω από 3,6%, σύμφωνα με την πρόβλεψη του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) 2022-2025, σε 6,1%. Η σχετική αναθεώρηση εδράζεται στο ότι η οικονομική δραστηριότητα ανακάμπτει από τη βαθιά ύφεση του 2020, στηριγμένη στην ενσωμάτωση στις εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών νεότερων θετικών στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, όπως και ορισμένων δεικτών οικονομικής συγκυρίας (δείκτες οικονομικού κλίματος και προμηθειών στη μεταποίηση-PMI, κύκλος εργασιών στη βιομηχανία, μείωση του ποσοστού ανεργίας).

Αναφορικά με τις συνιστώσες του ΑΕΠ, εκτιμάται ότι θα ανέλθουν η ιδιωτική κατανάλωση κατά 2,9%, η δημόσια κατανάλωση κατά 4,1%, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου κατά 11,1% και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κατά 14%, αλλά και των εισαγωγών κατά 6,6%. Εξάλλου, στο ΜΠΔΣ 2022-2025 το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης με όρους ενισχυμένης εποπτείας για φέτος προσδιοριζόταν σ’ ένα ύψος ελλείμματος 12.334 εκατ. ευρώ ίσο με το 7,2% του ΑΕΠ, ενώ με βάση τη μεθοδολογία ESA εκτιμάτο στα 12.247 εκατ. ευρώ, ίσο με το 7,1% του ΑΕΠ (έναντι 12.494 εκατ. ευρώ και 11.186 εκατ. ευρώ αντίστοιχα το 2020). Σύμφωνα, πάντως, με τα τελευταία στοιχεία της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού, το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης με όρους ενισχυμένης εποπτείας εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε έλλειμμα 13.547 εκατ. ευρώ ή στο 7,7% του ΑΕΠ, ενώ με όρους ESA, σε έλλειμμα 13.002 εκατ. ευρώ ή στο 7,4% του ΑΕΠ. Όσο για το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 350.000 εκατ. ευρώ ή στο 197,9% του ΑΕΠ στο τέλος του 2021, παρουσιάζοντας μείωση 7,7 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του 2020.

Προσδοκία αύξησης του ΑΕΠ 4,5%
Αναφορικά με τον προϋπολογισμό του 2022 οι εκτιμήσεις του προσχεδίου αναφέρονται σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,5%, καθώς αναμένεται ότι η ιδιωτική δαπάνη θα αυξηθεί κατά 2,9%, η δημόσια κατανάλωση θα μειωθεί κατά 2,8%, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου θα αυξηθεί έντονα κατά 23,4%, ενώ θα ανέβουν οι μεν εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κατά 11,1%, οι δε εισαγωγές κατά 8,9%. Σύμφωνα με το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΣΔ), η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης θα προέλθει όχι από την ανεπαρκέσταση αύξηση της μέσης κατά κεφαλήν αμοιβής της μισθωτής εργασίας κατά 1,1%, δεδομένου ότι ο αναμενόμενος πληθωρισμός προσδιορίζεται στο 2%, αλλά αποκλειστικά από την αύξηση του όγκου της μισθωτής απασχόλησης. Η πρόβλεψη για τη μείωση της δημόσιας κατανάλωσης (2,9%) συνδέεται κατά το ΕΣΔ με την προοπτική μείωσης των μέτρων στήριξης της οικονομίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, ενώ η πρόβλεψη για την κατά 23,4% αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, που είναι ο πλέον φιλόδοξος μακροοικονομικός στόχος, συναρτάται με την έγκαιρη και ομαλή απορρόφηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και του ΕΣΠΑ και με την προσδοκία ότι το εγχώριο τραπεζικό σύστημα θα διοχετεύσει γρήγορα και αποτελεσματικά τα σχετικά κεφάλαια στην ιδιωτική οικονομία. Αναφορικά με το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών (πρόβλεψη ανάπτυξης εξαγωγών 11,1% και εισαγωγών 8,9%) σημειώνουμε την προσδοκία της «σωτηρίας» του από την ανάταξη της τουριστικής αγοράς (οι σχετικές εισπράξεις το 2022 αναμένεται ότι θα ανέλθουν σε 14,4 δισ. ευρώ), δεδομένου ότι η προσδοκώμενη αύξηση του ρυθμού των εξαγωγών αγαθών (2,7%) υπολείπεται κατά πολύ εκείνης του ρυθμού των εισαγωγών (9,7%).

Αύξηση φόρων κατά 4,6 δισ. ευρώ
Τα έσοδα το 2022 προβλέπεται ότι θα ανέλθουν στα 54.675 εκατ. ευρώ έναντι 50.074 εκατ. ευρώ φέτος. Η αύξηση των εσόδων κατά 4,6 δισ. ευρώ (ή κατά 9,2%) θα προκύψει κυρίως από την αύξηση των εσόδων του ΦΠΑ κατά 9,2% και από την αύξηση του φόρου εισοδήματος κατά 15% (6,9% από τα φυσικά πρόσωπα και 53,1% από τις επιχειρήσεις). Αντίθετα, οι δαπάνες προβλέπεται ότι θα μειωθούν στα 64.335 εκατ. ευρώ έναντι 70.677 εκατ. ευρώ φέτος, κυρίως λόγω της μείωσης κατά 21% του κονδυλίου των «μεταβιβάσεων», που ανακλά τη μείωση ή κατάργηση των ενισχύσεων προς πληττόμενους από την κρίση μισθωτούς και επιχειρήσεις. Βεβαίως, σε σχέση με τις προβλέψεις του ΜΠΔΣ 2022-2025, οι δαπάνες αναμένονται αυξημένες κατά 1.341 εκατ. ευρώ συνεπεία της συνέχισης κάποιων ενισχύσεων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, λόγω των προβλημάτων που εξακολουθεί να δημιουργεί η πανδημία, και της αύξησης των δαπανών για τα εξοπλιστικά προγράμματα του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης (κατά 521 εκατ. ευρώ).

Οι δαπάνες για παροχές στους εργαζομένους το 2022 προβλέπεται ότι θα ανέλθουν σε 13.474 εκατ. ευρώ, αυξημένες μόλις κατά 6 εκατ. ευρώ σε σχέση με την πρόβλεψη του ΜΠΔΣ 2022-2025, ενώ οι δαπάνες για κοινωνικές παροχές προβλέπεται ότι θα ανέλθουν στα 219 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 21 εκατ. ευρώ ως προς την αντίστοιχη πρόβλεψη. Μεγάλη σημασία δίνεται στο προσχέδιο στις δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις, αφού το 2022 προβλέπεται η διάθεση πόρων ύψους 7.450 εκατ. ευρώ (6.250 εκατ. ευρώ από τη συγχρηματοδότηση εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων κι άλλα1.200 εκατ. ευρώ αποκλειστικά από εθνικούς πόρους).

Συνολικά το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης με όρους ενισχυμένης εποπτείας αναμένεται ότι θα αποδώσει έλλειμμα 1.656 εκατ. ευρώ, ήτοι 0,9% του ΑΕΠ. Αντίστοιχα, σε δημοσιονομική βάση το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται ότι θα αποδώσει έλλειμμα 2.028 εκατ. ευρώ ίσο με 1,1% του ΑΕΠ. Σε ό,τι αφορά το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, το 2022 αναμένεται ότι θα διαμορφωθεί στα 355.000 εκατ. ευρώ, που αναλογεί στο 190,4% του ΑΕΠ, μειωμένο κατά 7,5% του ΑΕΠ έναντι του 2021.

Παράγοντες ανάσχεσης και αβεβαιότητες
Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, οι οικονομικές συνθήκες το 2022 θα είναι σαφώς ευνοϊκότερες του 2021, αλλά οι αβεβαιότητες δεν έχουν εξαλειφτεί, απειλώντας την επιτυχία των στόχων. Ως ανασχετικοί παράγοντες περιγράφονται η συνεχιζόμενη πίεση στο σύστημα υγείας και οι κακές επιδόσεις της χώρας από άποψη εμβολιασμών, κρουσμάτων και θανάτων, ενώ οι αβεβαιότητες σχετίζονται με προβλήματα που προκαλεί η ταχύτητα επαναφοράς της οικονομίας στη ζήτηση και την προσφορά. Ειδικά η προσφορά εκτιμάται πως ενδεχομένως θα ανατάξει καθυστερημένα, εξαιτίας των αυξήσεων στο κόστος ενέργειας παγκοσμίως, αλλά και των απωλειών από την απαξίωση κεφαλαιακού αποθέματος και εργασιακών δεξιοτήτων.

Μια ακόμα αβεβαιότητα συνδέεται με την προβλεπόμενη αύξηση των φορολογικών εσόδων, καθώς συνδέεται με την ικανότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, τρέχουσες και συσσωρευμένες στη διάρκεια της τελευταίας διετίας. Η σημαντικότερη, ίσως, απειλή είναι ο πληθωρισμός, καθώς μια ενδεχόμενη διατήρηση των πληθωριστικών πιέσεων, στο εσωτερικό και την ΕΕ, θα οδηγήσει στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και σε άνοδο του κόστους δανεισμού, με απρόβλεπτες συνέπειες στην οικονομική μεγέθυνση και το αφήγημα της ισχυρής Ελλάδας στη νέα εποχή.