Μητέρα των οικονομικών κρίσεων επί των ημερών μας η κρίση της πανδημίας, ενέγραψε ήδη στα μητρώα της παγκόσμιας οικονομίας το μωρό της, το e-commerce. Μια για πάντα! Τα funds διεκδικούν την πατρότητα, η βιομηχανία ποθεί να το μεγαλώσει κι ο μεγάλος του αδερφός, το φυσικό κατάστημα, στη σκέψη ότι μια μέρα ίσως του πουλήσει τα πρωτοτόκια, αυτοσχεδιάζει αγχωμένος επάνω σε τσουνάμι, με άδηλο ακόμα το ως πότε και μέχρι πού θα φτάσει η πλημμυρίδα του και τι θα καταστρέψει η άμπωτή του…

 

Ακόμα, γράφοντας τούτες τις σελίδες, δεν ξέρουμε πώς θα είναι η κατάσταση της δημόσιας υγείας και γενικά η καθημερινότητά μας, όταν δημοσιευτούν. Αρκετές φορές στη διάρκεια του τελευταίου οκταμήνου νιώσαμε την υγειονομική κρίση να κλονίζει την κανονικότητα του κόσμου μας, αλλάζοντας τις προβλέψεις για το μέλλον της κοινωνικοοικονομικής του ζωής. Αν και οι πανδημίες συνοδεύουν τον ανθρώπινο πολιτισμό ως συντελεστής της εξέλιξής του ήδη από την εμφάνισή του, το πρωτοφανές με την τελευταία –πέραν του σοκ στην ατομική εμπειρία καθενός– είναι ασφαλώς η ταχύτητα της ανεξέλεγκτης εξάπλωσης των κυμάτων της σε πλανητική κλίμακα, γεγονός που θέτει σε αδιανόητη δοκιμασία την ισορροπία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Τούτο ακριβώς καθιστά την οικονομική κρίση, η οποία ακολουθεί την πανδημία όπως το τσουνάμι την υποθαλάσσια σεισμική δραστηριότητα, αβυσσαλέα. Δεν απαιτούνται δα ειδικές γνώσεις, για να καταλάβει κανείς ότι η ύφεση μόνο φέτος στη χώρα μας (σίγουρα πια άνω του 10%) αναμένεται ότι θα της κοστίσει περισσότερο από το ένα τρίτο όλων όσα της στοίχισαν οκτώ χρόνια μνημονίων (-25% του ΑΕΠ). Αρκεί επίσης να σκεφτεί ότι, σε αντίθεση με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, που εκδηλώθηκε ως κρίση διακοπής και αποκατάστασης των χρηματοροών και ανεξαρτήτως των μεταμορφώσεών της μέχρι τώρα ως κρίσεων χρέους στις κατά τόπους εκδηλώσεις της, αυτή εδώ είναι ευθέως κρίση της προσφοράς και της ζήτησης προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς επιβάλλεται με κρατική εντολή η διακοπή τους, αμέσως ή εμμέσως, μερικώς ή εξ ολοκλήρου για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Με άλλα λόγια, τώρα πλήττονται οι στοιχειώδεις, οι συστατικές λειτουργίες της πραγματικής οικονομίας κι αυτό συμβαίνει για δεύτερη φορά σ’ ένα χρόνο πριν καν ολοκληρωθεί το ντόμινο των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της πρώτης φοράς.

Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι η κατά κεφαλήν κατανάλωση των νοικοκυριών στην Ευρωζώνη το δεύτερο τρίμηνο φέτος, δηλαδή την περίοδο του εαρινού lockdown, κατέγραψε σοκαριστική πτώση 10,7%, μετά από πτώση 3,3% το πρώτο τρίμηνο, μεγεθύνοντας την αγωνία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για τις επιπτώσεις του εξελισσόμενου δεύτερου lockdown, ενόσω ο χειμώνας προμηνύεται μαρτυρικός για δημόσια υγεία και οικονομία. Στο μεταξύ, όλο και πιο πολλοί επιστήμονες του τομέα της υγείας προϊδεάζουν το παγκόσμιο κοινό ότι πρέπει να μάθει να ζει με τη μάσκα, εφόσον, λόγω της φύσης του, ο κορονοϊός μεταλλάσσεται. Γι’ αυτό, λένε, πιθανώς πρέπει να σκεφτόμαστε ένα «ετήσιο εμβόλιο» κατά του Covid-19 πριν καν εμφανιστεί και διατεθεί το αρχικό…

«Ζούμε στο μέλλον του κόσμου μας»
Υπό την οπτική όσων εξ όνυχος του λέοντος περιγράψαμε, είναι φανερό ότι εν αγνοία μας από τα μέσα του Μαρτίου, οπότε επιβλήθηκε το lockdown, τρόπον τινά «ήδη ζούμε στο μέλλον του κόσμου μας». Για την ώρα σαν δυστοπία μεν, αλλά είναι βέβαιο πως οι δευτερογενείς επιδράσεις της πανδημίας στις κοινωνίες μας, τόσο τώρα όσο κι όταν η δημόσια υγεία αποκατασταθεί, είναι και θα εξακολουθήσουν να είναι πολύπλευρα μεταμορφωτικές.

Η εκτίναξη παγκοσμίως φέτος υπό το καθεστώς ζόφου των ηλεκτρονικών πωλήσεων, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις παρακαταθήκες της, είναι μια ένδειξη περί αυτού και ισχύει, πράγματι, το ότι «η πανδημία μάς έβαλε σε μια χρονο-κάψουλα, που μας ταξίδεψε πέντε-έξι χρόνια αργότερα», όπως προσφυώς έχει ειπωθεί. Έχει, ωστόσο, μια ειδική σημασία, έτσι που ο χρόνος έχει συμπτυχθεί, να στοχαστεί κανείς τι δήλωνε η προβολή των «πέντε-έξι χρόνων» εκτός από στατιστική πρόγνωση. Δήλωνε ορισμένως μια αδημονία να περάσει έγκαιρα και ευρέως η τεχνολογική καινοτομία –ψηφιακή και ρομποτική– από την άσκηση της κοινωνίας των χρηστών σ’ αυτήν (επιχειρηματικών χρηστών και απλών ιδιωτών, ασκημένων μέσω των ποικίλων μορφών επικοινωνίας και των συναλλαγών) στο πλήρες φάσμα της διανομής των εμπορευμάτων, αναδιαρθρώνοντάς την. Αδημονία, όμως, τίνος και έγκαιρα ως προς τι;

«Αδημονία τίνος;»
Σε πολύ γενικές γραμμές, ανέκαθεν η καινοτομία, τεχνολογική και οργανωσιακή, υπηρετεί τη μείωση του παραγωγικού και εν γένει του λειτουργικού κόστους χάριν της αύξησης του κέρδους. Η εισαγωγή της κάθε φορά εγκαινιάζει ένα νέο ανταγωνιστικό κύκλο, όπου οι πρωτοπόρες στις σχετικές εφαρμογές επιχειρήσεις παίρνουν τα μερίδια του λέοντος των κερδών και (μέσω του «πολέμου τιμών») του τζίρου στις αγορές τους, ώσπου η καινοτομία να γίνει κοινό κτήμα μεταξύ των περισσότερων ανταγωνιστών, οπότε ισοσταθμίζεται λίγο-πολύ το μέσο ποσοστό κέρδους όλων, μέχρι την έναρξη ενός νεότερου ανταγωνιστικού κύκλου πάλι με κέντρο αναφοράς κάποιες νέες καινοτομίες κοκ. Εννοείται ότι, στο πλαίσιο αυτό, οι επιχειρηματικές οπισθοφυλακές των απερχόμενων τεχνολογιών και συστημάτων οργάνωσης αργά ή γρήγορα είτε απορροφώνται από τις δυναμικές επιχειρηματικές δομές είτε απαξιώνονται και καταστρέφονται.
Εννοείται επίσης ότι τεχνολογικές καινοτομίες σαν αυτές για τις οποίες μιλούμε σήμερα –τεχνητής νοημοσύνης, ρομποτικής, Διαδικτύου Πραγμάτων, νανοτεχνολογίας, βιοτεχνολογίας κ.ά., οι περισσότερες από τις οποίες, πάντως, βρίσκονται σε νηπιακή ηλικία– ως επέκταση της ψηφιακής οικονομίας δεν αφορούν απλά μεμονωμένους κλάδους, αλλά το σύνολο της οικονομίας, πράγμα που τις καθιστά επαναστατικές. Ακριβώς γι’ αυτό, άλλωστε, η βιομηχανική βάση της οικονομίας σαν επιθετικός προσδιορισμός δείχνει το στρατηγικό βάρος της τεχνολογικής επανάστασης: Η «4η Βιομηχανική Επανάσταση», λέμε. Η κυριαρχία της, λοιπόν, προοιωνίζεται το συνολικό μετασχηματισμό της οικονομίας και την ανατροπή του τρόπου ζωής, εργασίας και κοινωνικοποίησης, με υποσχόμενες ωφέλειες για το κεφάλαιο, στις οποίες και προσβλέπει. Οπότε στο ερώτημα «αδημονία τίνος;» μια καταρχήν απάντηση τη δίνει ήδη η «των ονομάτων επίσκεψις».

Φυγή προς τα μπρος με ψευδαισθήσεις;
Περαιτέρω απαντήσεις τις δίνουν ασφαλώς η εμπειρία των επενδύσεων στους αυτοματισμούς της βιομηχανικής παραγωγής κυρίως την τελευταία τριακονταετία κι η θεσμική απίσχναση των δικαιωμάτων της εργασίας, επίσης, ως τεκμήριο κι αυτή της ανεπάρκειας του βιομηχανικού κέρδους, που αιτιολογεί τη φυγή προς τα μπρος με όχημα την καινοτομία. Από μια άλλη σκοπιά το ίδιο βεβαιώνει η σταθερή προτίμηση της πολυεθνικής βιομηχανίας μάλλον για επενδύσεις χαρτοφυλακίου, για παιχνίδια στη χρηματική σφαίρα της οικονομίας, όπου οι αποδόσεις του κεφαλαίου είναι υψηλότερες απ’ ό,τι στη βραδυκίνητη σφαίρα της πραγματικής οικονομίας, και για απολύσεις προσωπικού χάριν των οικονομιών κλίμακος και της ευεξίας των χρηματιστηριακών δεικτών. Αντίστοιχα για τις εθνικές βιομηχανίες συμβαίνει η υστέρηση σε επενδύσεις εντάσεως κεφαλαίου, σε ανταγωνιστικότητα και σε κέρδη να αναπληρώνεται από την ευελιξία της εργασίας, δυνατότητα που, ωστόσο, βαίνει στα όριά της. Η υπέρβασή τους οδηγεί είτε σε αναγκαστικές συγχωνεύσεις επιχειρήσεων είτε στην απαξίωσή τους.

Ωστόσο, ενώ η υποκατάσταση της εργασίας από την επιστήμη και την τεχνολογία παραμένει όραμα του κεφαλαίου, η συνολική παραγωγικότητα, που λαμβάνει υπόψιν τις δαπάνες κεφαλαίου και εργασίας, μειώθηκε παγκοσμίως το 2018 κατά 0,1% μετά από μια δεκαετία στασιμότητας παρά την εκθετική πρόοδο της τεχνολογίας. Το όραμα αποκαλύπτεται εν μέρει σαν ψευδαίσθηση. Αλλά αυτό που το ξεθωριάζει είναι ότι ο κανόνας των προηγούμενων τεχνολογικών επαναστάσεων, σύμφωνα με τον οποίο η καταστροφή θέσεων εργασίας από την εισαγωγή των μηχανών σε ορισμένους κλάδους παραγωγής αντισταθμίζεται από τη δημιουργία θέσεων εργασίας σε νέους κλάδους, δε φαίνεται να επιβεβαιώνεται στο πλαίσιο της διττής μεταμοντέρνας Βιομηχανικής Επανάστασης (3ης και 4ης), ανακλώντας άσχημα στη μελλοντική παραγωγική και τελική κατανάλωση.

Ο ΟΟΣΑ προ διετίας προέβλεπε συρρίκνωση της απασχόλησης κατά 8% από την εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης. Σχετική μελέτη που παρουσιάστηκε το 2016 στο Νταβός προειδοποιούσε ότι η εισαγωγή τεχνητής νοημοσύνης και ρομπότ επρόκειτο να καταστρέψει ως το 2021 περί τις 7,1 εκατ. θέσεις εργασίας σε 15 χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία, Γερμανία και Ινδία, έναντι μόλις 2,1 εκατ. καινούργιων.

Πολύ περισσότερο στις ΗΠΑ, τη μήτρα της ψηφιακής οικονομίας, τούτη αντιστοιχεί μόλις στο 6,8% της συνολικής προστιθέμενης αξίας του ιδιωτικού τομέα και απασχολεί μόλις το 2,5% του εργατικού δυναμικού, ενώ διαπιστώνεται με αμηχανία από τις ελίτ ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στις ΗΠΑ, που σημείωνε κατά μέσο όρο ετήσια αύξηση 2,8% την περίοδο 1947-1983 και 2,6% μεταξύ 2000 και 2007, δέκα χρόνια αργότερα είχε ανέβει μόλις κατά 1,3% (πηγή: Πέτρος Παπακωνσταντίνου: «Άνθρωποι και Ρομπότ», Λιβάνης, 2020).
Η συνέπεια τούτων είναι η διαρκής πίεση για περαιτέρω ευελιξία της εργασίας, η μεγέθυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, ο αργός μαρασμός της ζήτησης κι η μείωση του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Αναφορικά με το διεθνή κλάδο των σούπερ μάρκετ επισημαίνουμε προκαταβολικά ότι, ενόσω το βασικό μοντέλο του εξακολουθεί να βασίζεται στην ένταση της εργασίας, η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών σύμπτυξης του κόστους ολοκληρώνεται στα συστήματα κεντρικοποίησης των διανομών και επουσιωδώς προάγεται στα φυσικά καταστήματα.

Funds και βιομηχανία λατρεύουν το e-commerce
Επειδή εν γένει το κεφάλαιο για να ξαναγεννηθεί πραγματοποιείται ως αξία στην κατανάλωση, όντας συσσωρευμένο στη χρηματική σφαίρα της οικονομίας, αδημονεί να επενδύεται σε τομείς, που υπόσχονται σοβαρά κέρδη από την τελική κατανάλωση. Και μολονότι αυτή αντιστοιχεί κατά μέσο όρο περίπου στο 80% του ακαθάριστου προϊόντος των δυτικών κοινωνιών, οι ευκαιρίες των funds για κερδοφόρες επενδύσεις ανά κλάδο, δηλαδή τέτοιες που ν’ ανταποκρίνονται στα κριτήρια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, είναι πολύ περιορισμένες.

Ως τέτοια ευκαιρία, λοιπόν, προτάχθηκε εξ αρχής γενικά ο τομέας του ηλεκτρονικού εμπορίου. Όντως τα πλεονεκτήματά του είναι τεράστια: Το κόστος του, σταθερό και μεταβλητό, συγκρινόμενο προς εκείνο των δομών των κλασικών B2B και B2C εμπόρων, εθνικών και πολυεθνικών, είναι χαμηλότατο, ενώ η απόδοσή του με πλήρη αυτοματοποίηση υποδομών γίνεται ασύγκριτα υψηλότερη. Κυρίως η εκθετική μαζικοποίηση των χρηστών-πελατών του, χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς, προσφέρει στις φιλόδοξες επιχειρηματικές δράσεις του e-commerce δυναμική μονοπώλησης των αγορών –εθνικών και διεθνώς– σε αδιανόητη συντομία χρόνου για φυσικές επιχειρηματικές δομές. Στο πλαίσιο αυτό, το e-commerce αποσπά γρήγορα μερίδια από τις κλασικές δομές του εμπορίου, μετατρέποντας σε κέρδος για λογαριασμό του ένα σημαντικό τμήμα του ανελαστικού γι’ αυτές κόστους διαχείρισης και λειτουργίας.
Όχι τυχαία επιχειρηματικοί κολοσσοί, όπως η Amazon, η Ocado κι η Alibaba, για να αναφέρουμε μόνο κάποιες με κριτήριο την εστίασή μας, ενόσω επεκτείνουν ορμητικά τη δράση τους ανεβάζοντας τις χρηματιστηριακές τους αξίες, επανεπενδύουν διαρκώς τα κέρδη τους, καλώντας τους μετόχους τους, αν έχουν ανάγκες ρευστότητας, να πωλούν μετοχές, σε αντίθεση με την πρακτική πλείστων πολυεθνικών εταιρειών να διαθέτουν ένα σημαντικό μέρος των κερδών τους στην επαναγορά των ίδιων τους των μετοχών!

Εξάλλου, για το βιομηχανικό κεφάλαιο η on time online ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ παραγωγής και διάθεσης ως προϋπόθεση της λειτουργίας του e-commerce έρχεται κουτί στο ιδεώδες της βιομηχανικής ευελιξίας για ακριβή πρόβλεψη και σχεδιασμό της παραγωγής ει δυνατόν σε επίπεδο παραγγελίας, για μείωση του ρίσκου, για έλεγχο και εξάλειψη των αποθεμάτων, για ανεμπόδιστη γεωγραφική πώληση και δη με προσωποποιημένο μάρκετινγκ κοκ. Μέσω της βιομηχανοποίησης εντέλει της διανομής, το e-commerce καθίσταται φυσική συνέχεια του προγραμματισμού της βιομηχανίας, ανακλώντας πιστότερα τις προσδοκίες της για ευελιξία και οικονομίες κλίμακος απ’ όσο οι κλασικοί εταίροι της-δίκτυα διανομής. Άλλωστε, ο επενδυτής τώρα σε δομές ηλεκτρονικού εμπορίου δεν είναι δεσμευτικά μόνο τυπικός λιανέμπορος, αλλά ο τεχνολόγος-μηχανικός ως πωλητής «έξυπνων» μηχανών, ο οποίος δρα είτε ως υπεργολάβος του τυπικού λιανέμπορου ή της ίδιας της βιομηχανίας είτε αυτόνομα και, μάλιστα, με επιλογές αντικειμένων εμπορίας ενίοτε ασύμβατες προς τα παραδεδεγμένα.

Από αυτή την άποψη εκ των πραγμάτων, όσο αναπτύσσεται το e-commerce, θα λειτουργεί όλο και περισσότερο αποσυνθετικά για τους λίγο-πολύ αποκρυσταλλωμένους γενικούς κλάδους του εμπορίου. Το βλέπουμε κιόλας σε διαφορετικές αγορές προϊόντων εξ αρχής πρόσφορων στην εξ αποστάσεως πώληση, τα εμπορεύματα των οποίων συνυπάρχουν στο ηλεκτρονικό κανάλι διάθεσής τους υπό κοινή διαχείριση.

Η μεταπρατική λειτουργία ανέκαθεν μετασχηματίζεται, ακολουθώντας πάντα τις τεχνολογικές και οργανωσιακές καινοτομίες της βιομηχανίας. Μόνο που τώρα οι τελευταίες, βιομηχανοποιώντας τη διανομή ως την παράδοση της παραγγελίας, δείχνουν ως γενική τάση την προοπτική μιας μερικής ή μεγαλύτερης ανασύνθεσης των κλαδικών δράσεων του μεταπρατικού κεφαλαίου και δη στο πλαίσιο μιας ακόμα μεγαλύτερης πόλωσης ανάμεσα σε γιγαντιαίες και μικρές επιχειρηματικές δομές, όπου τη νέα σύνθεση κλαδικών αντικειμένων εμπορίας θα την ορίζουν στον ένα πόλο οι προδιαγραφές αυτοματοποίησης των δομών διαχείρισης και διάθεσης των εμπορευμάτων και στον άλλο η εξειδίκευση του λιανέμπορου ανάλογα με τα ενδιαφέροντα της τοπικής πελατείας και συμπληρωματικά στα κενά δράσης του πρώτου πόλου.
Το ερώτημα «αδημονία τίνος;» έχει απαντηθεί, αλλά δεν εξαντλήθηκε. Στο μεταξύ, αναφύεται το ερώτημα πόθεν η βεβαιότητα, αν όχι για την περιγραφόμενη τάση, τουλάχιστον για την ενδεχομένως υπονοούμενη δυσκολία κατανόησής της από τους κατεστημένους κλασικούς μεγαλέμπορους –της ταχύτητάς της σε τελική ανάλυση, που ίσως τους υπερβαίνει.

Ομολογουμένως, σενάρια αγωνίας για μεγαλοεπιχειρηματίες της διανομής –και δη των FMCG– εύκολα μπορεί κανείς να σκαρφίζεται, αλλά τα σχετικά χαμηλά ακόμα ποσοστά του e-commerce εγχωρίως, χαμηλά και στην Ευρώπη προ πανδημίας, μολονότι παρουσιάζουν τεράστιες διαφορές από κλάδο σε κλάδο λιανικής, δικαιολογούν μάλλον ενόχληση εκ μέρους τους παρά ανησυχία.

Το φυσικό σούπερ μάρκετ ως πρόβλημα
Ο πολύπλοκος και απαιτητικός κλάδος της διάθεσης FMCG και μη τυποποιημένων φρέσκων προϊόντων ήταν εξ αρχής δεδομένο ότι, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον τομέα τροφίμων, ήταν απρόσφορος στο e-commerce «ανοικτών συνόρων». Διότι προϋποθέτει αφενός τη γεωγραφική εγγύτητα κεντρικών δομών εφοδιασμού και καταναλωτών και αφετέρου τα logistics τής κατ’ οίκον διάθεσης των παραγγελιών, επειδή ακριβώς οι παραγγελίες ειδών πρώτης ανάγκης επαναλαμβάνονται με συχνότητα μεγαλύτερη από κάθε άλλο κλάδο λιανικής, είναι ασύμφορα να τα πληρώνει ο πελάτης ή να τα επιχορηγεί ο επιχειρηματίας. Άλλο τόσο ήταν δεδομένη η αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των κλασικών λιανεμπόρων σούπερ μάρκετ, ώστε να θεωρείται φυσικό, τουλάχιστον μέχρι πρότινος στην ηπειρωτική Ευρώπη, ότι το μοντέλο του ηλεκτρονικού σούπερ μάρκετ θα ωριμάσει μεν, αλλά κατ’ ανάγκην υπό την υφιστάμενη υποδομή εφοδιασμού των επιχειρήσεων του κλάδου και με γνώμονα σύγκρισης της αποδοτικότητάς του το φυσικό κατάστημα.

Μόνο που αυτό αποδεικνύεται γόρδιος δεσμός. Γιατί το ηλεκτρονικό κατάστημα προϋποθέτει διαφορετικές δομές λειτουργίας «απ’ την κορφή ως τα νύχια» και γιατί οι υφιστάμενες δομές βιομηχανοποίησης του έργου του πιθανώς δεν «σηκώνουν» το εύρος της ποικιλίας ειδών και κωδικών του φυσικού καταστήματος. Μοιάζει, λοιπόν, αυτό να είναι η αχίλλειος φτέρνα όχι του ηλεκτρονικού καταστήματος, αλλά του φυσικού σούπερ μάρκετ.

Διότι το πρόβλημα με το μοντέλο του φυσικού σούπερ μάρκετ είναι ότι, βασισμένο στην ένταση εργασίας, όπως διαπλάστηκε διαδοχικά πρώτα στο πλαίσιο της κεϋνσιανικής οικονομίας κι ύστερα της νεοφιλελεύθερης πιστωτικής επέκτασης, απάδει προς το πρωτεύον σήμερα αιτούμενο της βιομηχανίας, την ευελιξία. Με άλλα λόγια, το κόστος της συντήρησής του είναι πια μόνον «αναγκαίο κακό» για τη βιομηχανία κι όχι στρατηγική της προτεραιότητα, όπως στα χρόνια του κατακερματισμού της διανομής. Εφόσον της προταθούν λύσεις εκβιομηχάνισης της τελικής διάθεσης των προϊόντων της (ως τα χέρια του καταναλωτή), ευχαρίστως θα το ξεφορτωθεί, στο βαθμό τουλάχιστον που δεν θα θίγονται τα συμφέροντά της. Φυσικά, οι προδιαθέσεις του κόσμου της βιομηχανίας (και εν γένει του κεφαλαίου) ουδέποτε «προσχεδιάζονται» στην ελεύθερη οικονομία, αλλά ανιχνεύονται πρώτα σαν αυθόρμητες λογικές τάσεις, υποκείμενες στις αδήριτες αναγκαιότητες της αιτιότητάς τους.

Εκδηλώνονται το ίδιο αυθόρμητα σαν «αναζήτηση ευκαιριών», όταν πια αρχίσουν να διαγράφονται από την καινοτομία νέες κοίτες δυνατοτήτων κερδοφορίας, τις οποίες ανοίγει η συγκυρία της επιχειρηματικής δράσης, δεσμευμένη κι αυτή από τη λογική της αναγκαιότητα. Η βαθύτερη κοίτη μεταξύ των δυνητικών είναι αυτή που αφήνεται κάθε φορά στη διάνοιξη από μια «κρίσιμη μάζα» εφαρμογών, η οποία γίνεται πια ο οδηγός της εξέλιξης…

«Αδημονία έγκαιρα ως προς τι;»
Στα προηγούμενα χρόνια, λοιπόν, οι νέοι παγκόσμιοι επενδυτές στο e-commerce, ενόσω άλωναν άλλους κλάδους της λιανικής και ανταγωνίζονταν στην εισαγωγή νέων συστημάτων βιομηχανοποίησης των υποδομών τους, δεν σταμάτησαν να πολιορκούν το φυσικό σούπερ μάρκετ και δη με επιτυχία πρώτα στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Αλλά κι η βιομηχανία από την πλευρά της έκανε το ίδιο, αυθόρμητα –με το μάρκετινγκ. Πώς; Εκπαιδεύοντας επί μακρόν τις κοινωνίες στον ούτως ή άλλως διευρυνόμενο κόσμο της online πληροφόρησης, αναζήτησης και παραγγελίας προϊόντων και υπηρεσιών, ώστε η online παραγγελία στα είδη του σούπερ μάρκετ να εκφραστεί συν τω χρόνω ως αυτονόητη κοινωνική απαίτηση, όπως συμβαίνει σε τόσους κλάδους της λιανικής. Ειρήσθω εν παρόδω, το iphone της Apple παρουσιάστηκε το 2007 και μόλις σε οκτώ χρόνια κυκλοφορούσαν παγκοσμίως περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια smartphones –αυτό σαν μέτρο της κοινωνικοποίησης της ζήτησης στο μετασχηματισμό της οικονομίας…

Εξ ου και η δημογραφική ακρίβεια των στατιστικών προβλέψεων για το χρόνο ανταπόκρισης της κοινωνίας στο e-commerce ειδικά του σούπερ μάρκετ –υποτίθεται αρχικά, έστω ατελέσφορα, «με γνώμονα σύγκρισης της αποδοτικότητας του e-shop, το φυσικό σούπερ μάρκετ». Μέχρι, δηλαδή, να θορυβηθούν οι κατεστημένοι λιανέμποροι από το γόρδιο δεσμό τού «γνώμονα», να κάνουν το e-commerce υπόθεση δική τους και να βιομηχανοποιήσουν –υποτίθεται– τη διανομή τους ως τα χέρια του καταναλωτή, αφήνοντας τα υπόλοιπα να τα τακτοποιήσει το σπαθί του ανταγωνισμού τους, διαμορφώνοντας αυτό το διφυές πια υπόδειγμα του επιχειρηματικού τους μοντέλου.

Στο μεταξύ, υποτίθεται, πολλά από τα διαθέσιμα εργαλεία των σχετικών καινοτομιών, που ήδη «καίγονται» καθώς επινοούνται νέες, θα έκαναν τις επενδύσεις στο e-commerce βολετές στο στρατηγικό σχεδιασμό των κλασικών μεγαλο-λιανεμπόρων, οι σχετικές υποδομές θα επεκτείνονταν κοκ. Ταυτόχρονα, υποτίθεται, θα στρωνόταν έτσι ο δρόμος για εξαγορές διαθέσιμων «παικτών» να εξαγοραστούν ή να γίνουν μεγαλομέτοχοι διανομέων με μονοπωλιακή θέση στο εμπόριο «ανοικτών συνόρων»…

Αρχικά ένας δόκιμος στόχος «online απόσπασης μεριδίου» 10%-15% από το φυσικό κατάστημα έως το 2030 φάνταζε εφικτός και ικανός ασφαλώς ν’ ανοίξει την κοίτη των μελλοντικών εξελίξεων, με όραμα τη συν τω χρόνω αλλαγή καναλιού ως γνώμονα στη σύγκριση της αποδοτικότητας του ενός προς το άλλο –όχι πια, βέβαια, στη βάση της ομοιότητας, αλλά του διαφορετικού καταμερισμού καθενός, όπως και να τον εικάσει κανείς (από άποψη τζίρου, λειτουργικού κόστους, κέρδους, εξειδίκευσης στη διάθεση προϊοντικών κατηγοριών κοκ.). Διότι άπαξ και επεκταθεί σημαντικά η ηλεκτρονική πώληση του σούπερ μάρκετ, προδιαγράφεται η αλλαγή δομικών στοιχείων της σημερινής του ταυτότητας.

Εν τέλει όταν το επίδικο είναι το πέταμα στη χωματερή «πλεονάζουσας» εργασίας, η λύση επινοείται και υιοθετείται –πάντα στο όνομα των κοινωνικών συμφερόντων– ανεξαρτήτως αν, μετά τη γενίκευση της υιοθέτησης των καινοτομιών (που πια δεν αργοπορεί), ακολουθεί η αμηχανία κι η συνοφρύωση μπροστά στο αμείλικτο «γιατί η παραγωγικότητα και τα κέρδη πέφτουν πάλι;».

Η τάση στασιμότητας και επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας παρ’ όλες τις «ποσοτικά χαλαρωτικές» ενέσεις ρευστότητας των κεντρικών τραπεζών προ της υγειονομικής κρίσης ενίσχυαν απ’ όλες τις μεριές τη φιλολογία για το αδήριτο της ανταπόκρισης στην online ζήτηση –άσχετα αν αυτό ήταν ή εξακολουθεί να είναι ακόμα δευτερεύον σε κλάδους, όπως των σούπερ μάρκετ. Η υποψία της νέας οικονομικής ύφεσης θέρμανε το επενδυτικό ενδιαφέρον ειδικά για το σούπερ μάρκετ όχι μόνο για την περιούσια συμμετοχή του στο παγκόσμιο ακαθάριστο προϊόν και την ανελαστικότητα της ζήτησής του, ζηλευτή μεταξύ πολλών κλάδων λιανικής, αλλά και γιατί η κρίση δημιουργεί σπουδαίες ευκαιρίες για την αλλαγή υποδείγματος… Και μ’ αυτά, νομίζουμε, το ερώτημα «αδημονία τίνος και έγκαιρα ως προς τι;» έχει απαντηθεί.

«Τρεχάτε ποδαράκια μου,…»
Κι ήρθε ξάφνου το τσουνάμι της οικονομικής κρίσης του Covid-19, με άδηλο ακόμα το ως πότε και μέχρι πού θα φτάσει η πλημμυρίδα του και τι θα καταστρέψει η άμπωτή του, να συμπτύξει το χρόνο σε βαθμό ακόμα αδιανόητο. Οπότε δεν «υποτίθεται» τίποτα πια… Το βέβαιο είναι ότι λίγα χρόνια μετά, τίποτα δεν θα είναι ίδιο στη διάρθρωση των δυτικών οικονομιών. Αλλά ακόμα πιο βέβαιο είναι ότι τώρα οι μεγαλοεπιχειρηματίες του κλάδου των σούπερ μάρκετ έχουν εκτεθεί ανεπανόρθωτα ενώπιον της βιομηχανίας. Ας εστιαστούμε στα της χώρας μας:

Για λόγους οικονομίας εξαιρούμε από τη συζήτηση την αντανάκλαση μεσομακροπρόθεσμα στον κλάδο του ξεκληρίσματος της «μεσαίας τάξης» και της επισώρευσης νέων ανέργων πάνω στους παλαιούς. Σύμφωνα, λοιπόν, με την έρευνα του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ για τη μισθολογική κατάσταση στη χώρα το δεύτερο τρίμηνο φέτος, από 1% οι μισθωτοί με καθαρές αποδοχές μικρότερες των 200 ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019, έφτασαν στο 12%! Αντίστοιχα, το ποσοστό των εργαζομένων με μισθό 400- 600 ευρώ από 16,3% μειώθηκε σε 12,3%, με μισθό 601-800 ευρώ μειώθηκε από 24,8% σε 23,5% και με μισθό 801-1.000 ευρώ μειώθηκε από 21,8% σε 18,3%.

Κοντολογίς οι πέντε στους δέκα μισθωτούς-πελάτες του σούπερ μάρκετ καταφανώς υποφέρουν και οι δύο στους δέκα τα φέρνουν βόλτα με το ζόρι. Ένα κομμάτι, λοιπόν, αυτού του πελατολογίου, που ψώνισε ηλεκτρονικά, συμβάλλοντας στην εκτίναξη των online παραγγελιών σε εταιρείες του κλάδου έως 600% την περίοδο του πρώτου lockdown, η γαλαντόμος αμεριμνησία των αλυσίδων το εξυπηρετούσε, χάριν του ανταγωνισμού τους, με κατ’ οίκον παραδόσεις παραγγελιών σε τιμές του φυσικού καταστήματος, καλύπτοντας το κόστος των μεταφορικών από τα κέρδη τους (8 εκατ. ευρώ κατά το ΙΕΛΚΑ, μεταξύ Μαρτίου και Σεπτεμβρίου), την ίδια στιγμή που οι προμηθευτές ανέβαζαν τις τιμές, μειώνοντας τις προσφορές τους, και που το 80% των αμιγώς ηλεκτρονικών σούπερ μάρκετ είναι γνωστό πως δουλεύουν με ζημιές! (Θα είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον να μάθουμε το μέσο εργατικό κόστος των αλυσίδων ανά ηλεκτρονική παραγγελία που εξυπηρετούν…).

Ο σουρεαλισμός μετά βίας κρύβεται πίσω από την επίκληση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης «για την αντιμετώπιση της πανδημίας», ενόσω οι αλυσίδες επισπεύδουν τους αυτοσχεδιασμούς τους στη δημιουργία e-shops, εφάμιλλης ανταγωνιστικότητας προς τα φυσικά καταστήματα(!), πράγμα που τους προσθέτει ένα έκτακτο ετήσιο επενδυτικό έξοδο πιθανώς ακόμα 8 εκατ. ευρώ (πηγή ΙΕΛΚΑ). Τα συνολικά 16 εκατ. ευρώ δεν είναι δα τίποτα το τερατώδες, αλλά ως κόστος αυτοσχεδιασμού ξεπερνάει τη φαντασία…

«Καβάλα στο τσουνάμι»
Όχι τυχαία μόλις προ διμήνου, δηλαδή κυριολεκτικώς «καβάλα στο τσουνάμι», ανακοινώθηκε η συμφωνία απόκτησης από την Ocado μειοψηφικού μεριδίου στη startup εταιρεία πρωτοπόρων λύσεων τεχνολογίας Myrmex Inc. Συνέντευξη του ιθύνοντος νου της εταιρείας, κ. Γιάννη Κανέλλου, φιλοξενήσαμε την άνοιξη του 2019 υπό τον τίτλο «Χωρίς αυτοματισμούς, το πρόβλημα του e-grocery δεν λύνεται». Ο αναγνώστης, ανατρέχοντας στη συνέντευξη, μπορεί να αναγνωρίσει άμεσα το στρατηγικό πλεονέκτημα που αποκτά τώρα η Ocado έναντι των θηριωδών ανταγωνιστών της στο e-grocery και, φυσικά, όλων των κλασικών λιανεμπόρων του κλάδου, εθνικών και πολυεθνικών, που αναπτύσσουν το κανάλι του e-commerce (η καινοτομία για την οποία γίνεται ο λόγος, αφορά την αυτοματοποίηση του έργου των αποθηκών μετά την ολοκλήρωση του fulfillment). Το θέμα αποκτά τεράστιο ενδιαφέρον, δεδομένων των συμβολαίων της Ocado για τη βιομηχανοποίηση του έργου λιανεμπορικών αποθηκών κορυφαίων αλυσίδων σε ΗΠΑ, Ιαπωνία, Αυστραλία, Καναδά, Σουηδία…

Πέραν τούτων προέχει κανείς να αξιολογήσει ότι στις ΗΠΑ και στη Γαλλία το store pick up είναι ο δημοφιλέστερος τρόπος του e-grocery. Στις ΗΠΑ από μερίδιο 50,8% επί του συνόλου των online παραγγελιών το 2018, τον Αύγουστο πέρυσι κατείχε το 57,9% και ακριβώς ένα χρόνο μετά, «καβάλα στο τσουνάμι», κατείχε το 69,4%, ενόσω η αγορά του e-grocery από μερίδιο 3,5% επί του εθνικού κλαδικού τζίρου το 2018, φέτος έφτασε το 11,9%! Στη Γαλλία το store pick up κυριαρχούσε με μερίδιο 90% και μόνο μετά την είσοδο της Ocado στο home delivery, στα περίχωρα του Παρισιού, …εξακολουθεί να κυριαρχεί με μερίδιο 85%. Επίσης, έχει μια ιδιαίτερη αξία, εξηγητική των τάσεων, το γεγονός ότι η αφύπνιση του θηρίου της Walmart στο ηλεκτρονικό εμπόριο, μετά την πρόκληση της Amazon Fresh, της έδωσε εντέλει την ηγεμονία και σ’ αυτό το κανάλι, με μέση αξία καλαθιού ανά online παραγγελία τα 145 δολάρια έναντι μόλις 42 δολαρίων πλέον της Amazon Fresh…(πηγή: Γιάννης Κανέλλος). Όπως ήδη το θέσαμε, η βαθύτερη κοίτη μεταξύ των δυνητικών, που δημιουργούνται μετά την εισαγωγή ριζοσπαστικών τεχνολογιών, αφήνεται κάθε φορά στη διάνοιξη από μια «κρίσιμη μάζα» εφαρμογών, η οποία γίνεται ο οδηγός της εξέλιξης. Η κοίτη, λοιπόν, υπάρχει κι «κρίσιμη μάζα» είναι ήδη επί τω έργω…

Πάντως, προς διάψευση του τεχνολογικού φετιχισμού και του οράματος υποσκελισμού της ανθρώπινης εργασίας, αφενός η μηχανή ναι μεν ξεπερνάει τον ενήλικο άνθρωπο σε ταχύτητα και ακρίβεια αλγεβρικών πράξεων, αλλά υπολείπεται παρασάγγες του νηπίου ως προς τις απλούστερες αισθητικές του και κινητικές ικανότητες. Αφετέρου όσο αγνοείται ότι η αναπαραγωγή των δυνάμεων της εργασίας σημαίνει καθαυτή την οικονομία, τα όρια της τεχνολογικής καινοτομίας ως προς το να βελτιώνει την κερδοφορία του κεφαλαίου, θα εξαντλούνται ολοένα ταχύτερα.