Ο νόμος για τα προϊόντα ΠΟΠ τέθηκε σε ισχύ στην ΕΕ το 1992 ως εξέλιξη της Συνθήκης της Τρέσα του 1951, της πρώτης συμφωνίας μεταξύ των δυτικοευρωπαϊκών κρατών για τις ονομασίες των τυριών. Η νομοθεσία που διέπει τα ΠΟΠ αποτελεί μέρος της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και έχει πολυεπίπεδους σκοπούς. Εκτός της προστασίας των προϊόντων αυτών από απομιμήσεις κατώτερης ποιότητας, αποσκοπεί στην ενημέρωση των καταναλωτών για το τι προϊόν ακριβώς ψωνίζουν και από πού προέρχεται, στην προώθηση προϊόντων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά -ειδικά αυτών που προέρχονται από συγκεκριμένες αγροτικές περιοχές- και την βελτίωση του εισοδήματος των αγροτών αυτών των περιοχών. ‘Ενας άλλος μακροπρόθεσμος στόχος είναι η διατήρηση του πληθυσμού στις απομονωμένες αγροτικές περιοχές.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η νομοθεσία ΠΟΠ ισχύει μόνο για τα προϊόντα που παράγονται και πωλούνται εντός της ΕΕ, καθώς πχ στις ΗΠΑ δεν αποκλείεται κάποιος να ψωνίσει φέτα, μαστίχα, σαμπάνια ή ροκφόρ αμερικάνικης παραγωγής. Από αυτή την άποψη, η ΕΕ είναι πρωτοπόρος. Λίγες χώρες εκτός αυτής έχουν έρθει σε διμερείς συμφωνίες για παρόμοιες ρυθμίσεις -μεταξύ αυτών η Νότια Αφρική, ο Καναδάς και το Μεξικό. Οι ΗΠΑ γενικώς αντιτίθενται σε τέτοιου είδους ρυθμίσεις για λόγους προώθησης του ανταγωνισμού, στο πλαίσιο της επιθετικής επιχειρηματικής κουλτούρας που διακρίνει ιστορικά τη χώρα.

Οι ιδιορρυθμίες του συστήματος
Η πιστοποίηση καλύπτει αγροτικά προϊόντα, τρόφιμα, ποτά, αρωματισμένα ροφήματα και κρασιά. Υπό την προστασία της νομοθεσίας τέθηκαν πολλά προϊόντα, από το προσούτο Τοσκάνης, την μπίρα Νιούκασλ και τη φέτα μέχρι τον κρόκο Κοζάνης και τη μαστίχα Χίου. Κάποια από αυτά είναι αρκούντως ονομαστά, όπως η φέτα ή τα μήλα Ζαγοράς, ενώ άλλα παραμένουν σχεδόν άγνωστα στο ευρύ κοινό, όπως το κελυφωτό φιστίκι Φθιώτιδας ή το ακτινίδιο Σπερχειού.

Υπάρχουν, ωστόσο, πολλές ιδιορρυθμίες στο σύστημα. Για παράδειγμα, το τσένταρ δεν είναι προστατευόμενη ονομασία, γιατί η ζήτησή του υπερβαίνει κατά πολύ την συνολική παραγωγή της περιοχής Cheddar της Αγγλίας -πάντως, έχει θεσπιστεί το ΠΟΠ “West country farmhouse cheddar”, η οποία καλύπτει την περιοχή Cheddar. Επίσης, το τυρί Stilton δεν επιτρέπεται να παρασκευαστεί στο χωριό Stilton, γιατί απλώς το χωριό δεν υπάγεται στις τυρο-παραγωγούς κομητείες.

Παρά τις γραφειοκρατικές «τρύπες», η νομοθεσία ΠΟΠ είναι γεγονός ότι έχει συμβάλει στην προστασία και ανάδειξη προϊόντων, που είτε θα είχαν χαθεί είτε θα ήταν δύσκολο να διαχωριστούν από τις δεκάδες απομιμήσεις τους. Οι συνεταιρισμοί και οι επιχειρήσεις που ενεπλάκησαν στη διαδικασία της πιστοποίησης των προϊόντων τους ως ΠΟΠ έχουν να πουν ιδιαίτερα καλά λόγια για τις ευεργετικές επιπτώσεις του χαρακτηρισμού ΠΟΠ στην πορεία αυτών των προϊόντων όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και σε διεθνές επίπεδο.

Ελληνικές εμπειρίες
Αρμόδιος στη χώρα μας για τη χορήγηση και τον έλεγχο του σήματος ΠΟΠ είναι ο Οργανισμός Πιστοποίησης και Επίβλεψης Γεωργικών Προϊόντων (ΟΠΕΓΕΠ), ο οποίος διατηρεί την διακριτική επωνυμία Agrocert. Ο ΟΠΕΓΕΠ ενημερώνει ότι για να πάρει ένα προϊόν την ένδειξη ΠΟΠ πρέπει να κατάγεται από τη συγκεκριμένη περιοχή, τον συγκεκριμένο τόπο ή τη συγκεκριμένη χώρα, στο ιδιαίτερο γεωγραφικό περιβάλλον των οποίων οφείλονται ουσιαστικά ή αποκλειστικά η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά του προϊόντος (ως περιβάλλον ορίζονται οι εγγενείς φυσικοί και ανθρώπινοι παράγοντες). Επίσης, η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία του προϊόντος πρέπει να πραγματοποιούνται στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή, όπως αναφέρεται στο σήμα του.

Πρόκειται, δηλαδή, για προστασία της απόλυτα κάθετης παραγωγής, σε πείσμα των παγκόσμιων αλλαγών σε αντίθετες κατευθύνσεις, η οποία, παράλληλα, προωθεί την άνοδο της ποιότητας αυτών των προϊόντων. Η διαδικασία πιστοποίησης «είναι μακρά και επίπονη, καθώς συνιστά μία συστηματική γραφειοκρατική διαδικασία. ‘Ομως ο κόπος αντισταθμίζεται πλήρως από τα οφέλη», λέει ο κ. Διονύσης Βαλασάς, γενικός διευθυντής του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ζαγοράς Πηλίου, που το 1996 κατοχύρωσε το πρώτο πιστοποιημένο μήλο όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά στην Ευρώπη (σήμερα υπάρχουν τρία πιστοποιημένα μήλα μόνο στην Ελλάδα).

Δυστυχώς, δεν αναλαμβάνονται σοβαρές πρωτοβουλίες στρατηγικής προώθησης των ΠΟΠ εκ μέρους του κράτους. Ωστόσο, «η φήμη που αποκτά το προϊόν με τη σήμανσή του ως ΠΟΠ ανοίγει πολλές πόρτες στις διεθνείς εκθέσεις», λέει ο κ. Μιλτιάδης Σαραντινίδης, εμπορικός διευθυντής της ‘Ενωσης Μαστιχοπαραγωγών Χίου, προσθέτοντας: «Αποτελεί ένα πρώτης τάξεως διαπραγματευτικό όπλο για την επίτευξη καλύτερης τιμής και προστασίας, ταυτόχρονα, του προϊόντος από αντιγραφείς». Παράλληλα, επιτυγχάνεται η διάκριση του προϊόντος από παρεμφερή, αλλά διαφορετικά ή και κατώτερης ποιότητας προϊόντα (όπως οι διάφορες ασιατικές και αφρικανικές ρητίνες στην περίπτωση της Μαστίχας Χίου).

Φήμη, brand name και… γραφειοκρατία

Ο χαρακτηρισμός ΠΟΠ σφραγίζει, επίσης, στη συνείδηση του καταναλωτή το προϊόν με το κύρος των ανεξάρτητων αρχών πιστοποίησης που δρουν υπό την αιγίδα της ΕΕ. Ακόμη, πολύ περισσότερο, χαρίζει ενίοτε ένα επίζηλο brand name: το ελαιόλαδο από τα Πεζά Ηρακλείου δεν είναι πια ένα απλό λάδι, αλλά το Ελαιόλαδο της ‘Ενωσης Πεζών, άμεσα αναγνωρίσιμο μεταξύ όλων των υπόλοιπων brands.

Με τις ενέργειες της ΕΕ οι αγροτικοί συνεταιρισμοί βρέθηκαν στην προνομιακή θέση να τους χορηγείται σχεδόν δωρεάν η δυνατότητα δημιουργίας brand name. Το πώς την εκμεταλλεύεται ο καθένας συνεταιρισμός είναι ένα άλλο θέμα. Οι εκπρόσωποι τόσο του ΑΣ Πηλίου όσο και της ‘Ενωσης Πεζών Ηρακλείου τονίζουν το πόσο τους βοήθησε η πιστοποίηση στην εγχώρια αγορά. ‘Οσο για τις εξαγωγές, σε κάθε περίπτωση αυξήθηκαν από αισθητά έως πολύ -ανάλογα, βέβαια, και με τους περιορισμούς και τις ιδιορρυθμίες της αγροτικής παραγωγής. Επί παραδείγματι, η Χίος δεν μπορεί να υπερβεί μια συγκεκριμένη ποσότητα παραγωγής -άρα και εξαγωγών- μαστίχας κάθε χρόνο. ‘Η οι εξαγωγές του Μήλου Ζαγοράς «αυξήθηκαν στο 30% της συνολικής παραγωγής μετά την λήψη της πιστοποίησης, αλλά τα τελευταία χρόνια έπεσαν στο 10%-15%, λόγω των προβλημάτων μικροκαρπίας που παρουσιάστηκαν στις καλλιέργειες», μας είπε ο κ. Βαλασάς.

«Η διαδικασία της πιστοποίησης», κατά την εκπρόσωπο της ‘Ενωσης Πεζών, «αν και μακρά, ήταν ομαλή. Επρόκειτο για μία συστηματική δουλειά που έπρεπε να γίνει με σοβαρότητα και προσοχή». Αλλά, ως γνωστόν, η γραφειοκρατία, όπως κάθε αναγκαίο κακό, έχει ελαττώματα. Για παράδειγμα, η διοίκηση της μπίρας Newcastle αποφάσισε να μεταφέρει τις εγκαταστάσεις της στην πόλη Gateshead, στην απέναντι όχθη του ποταμού Tyne, που, όμως, βρίσκεται εκτός των γεωγραφικών ορίων που τέθηκαν κατά την πιστοποίηση. Θα χρειαστεί, επομένως, είτε να τροποποιηθεί η αρχική αίτηση πιστοποίησης της εταιρείας είτε να επιστρέψει στις εγκαταστάσεις της στο Newcastle-upon-Tyne. Διαφορετικά, θα χάσει την άδεια διάθεσης μπίρας με την επωνυμία Newcastle.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η διαδικασία της πιστοποίησης προσφέρει ποικίλες δυνατότητες στους συνεταιρισμούς ή τις εταιρείες που ενδιαφέρονται να εκμεταλλευτούν τις διατάξεις της. Εκτός από τα υλικά οφέλη που προκύπτουν για τους ενδιαφερόμενους, όπως η υπαγωγή τους σε προγράμματα χρηματοδότησης της ΕΕ, απολαμβάνουν επίσης της προστασίας της κουλτούρας και της παραδοσιακής αγροτικής παραγωγής, η οποία έτσι μπορεί να διατηρείται σε υψηλά ποιοτικά επίπεδα, πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο και επίπονο στην εποχή μας.

Το πλαίσιο των διαδικασιών πιστοποίησης ΠΟΠ
Στη χώρα μας το πλαίσιο των διαδικασιών για την πιστοποίηση των ΠΟΠ ορίζεται από τους εξής κανονισμούς:

  • Τον Βασικό Κανονισμό (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 510/2006 του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 2006 «για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων».
  • Τον Εφαρμοστικό Κανονισμό (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 1898/2006, που καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του προηγουμένου. 
  • Την Κοινή Υπουργική Απόφαση 261611/22-03-2007.
  • Τον Κανονισμό ελέγχου και πιστοποίησης προϊόντων προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (ΠΟΠ) και προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης (ΠΓΕ) του Agrocert.