Η ελληνική βιομηχανία στρέφεται όλο και περισσότερο στην προώθηση ποιοτικών ελληνικών προιόντων ιδιωτικής ετικέτας στο εξωτερικό, μέσω του του οργανωμένου λιανεμπορίου. Μάλιστα, η πρωτοβουλία αυτή δεν περιορίζεται μόνο στις μεγάλες εταιρείες του κλάδου, ιδιαίτερα των τροφίμων-ποτών, αλλά περιλαμβάνει και κάποιες μικρότερες που διαθέτουν και delicatessen προιόντα.

Στο πλαίσιο αυτό, έχουν αναπτυχθεί ακόμη και εξειδικευμένες εταιρείες, που αναλαμβάνουν την υποστήριξη της σχετικής πρωτοβουλίας, μέσω της παροχής βοήθειας από τα αρχικά στάδια της δημιουργίας ενός κωδικού PL (συσκευασία, μάρκετινγκ κλπ) μέχρι την τοποθέτησή του στα ράφια ελληνικών ή ξένων λιανεμπορικών αλυσίδων. Επί της ουσίας, η πρακτική της προώθησης στο εξωτερικό ορισμένων PL ελληνικών προιόντων που ξεχωρίζουν, δεν είναι καινούργια.

Έχει εφαρμοστεί από αλυσίδες, όπως η Lidl και η Μαρινόπουλος.Η εν λόγω τακτική εκτιμάται ότι εξοικειώνει σε μεγάλο βαθμό το ευρωπαϊκό καταναλωτικό κοινό με τις ελληνικές γεύσεις τροφίμων-ποτών, γεγονός που επιτρέπει να αναδειχθούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα παραδοσιακών ελληνικών προιόντων, όπως το γιαούρτι, η φέτα κά. Η απειρία των εγχώριων βιομηχανιών, τουλάχιστον μέχρι πριν λίγα χρόνια, στα προιόντα PL ήταν, όπως εκτιμάται, ο καθοριστικός παράγοντας της αδυναμίας τους, όπως άλλωστε και αρκετών βιοτεχνιών, να διακρίνουν την προοπτική των εξαγωγών ορισμένων εξ αυτών, καθώς η ελληνική αγορά απορροφούσε μεγάλες ποσότητες των επώνυμων προϊόντων τους και δεν έδιναν τη δέουσα σημασία στις δυνατότητες των PL κωδικών τους.

Στο «μέτωπο» της εσωτερικής αγοράς, το 2012 ήταν η πρώτη χρονιά, σύμφωνα με στοιχεία της ICAP, που κατά το 100% οι καταναλωτές επέλεξαν τουλάχιστον ένα προϊόν ιδιωτικής ετικέτας στα ψώνια τους. Μάλιστα, σύμφωνα με στοιχεία της SymphonyIRI, τα ελληνικά PL προϊόντα είναι κατά μέσο όρο φθηνότερα κατά 45% από τα αντίστοιχα επώνυμα. Τη μεγαλύτερη εξοικονόμηση φαίνεται να προσφέρουν τα προϊόντα στις κατηγορίες προσωπικής υγιεινής και οικιακής καθαριότητας, προσεγγίζοντας το 50%.

Αντίστοιχα αποτελέσματα προκύπτουν από το Παρατηρητήριο Τιμών e-prices της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή. Ειδικά για τα απορρυπαντικά, η μεγάλη διείσδυση και στην Ελλάδα των PL προϊόντων στην εν λόγω κατηγορία και η απώλεια μεριδίων των αντίστοιχων επώνυμων ειδών οδήγησε τους πολυεθνικούς κολοσσούς της κατηγορίας να μειώσουν –ειδικά τον τελευταίο χρόνο– σημαντικά τις τιμές τους, έτσι ώστε η Ελλάδα να μην περιλαμβάνεται πλέον στις ακριβότερες ευρωπαϊκές χώρες στα είδη αυτά, χωρίς να ανήκει, όμως, στις φθηνές.

Φαινόμενο των καιρών –και των αλλαγών, φυσικά, στη νομοθεσία– είναι και το ψωμί PL που καθιερώθηκε πλέον στα σούπερ μάρκετ, με τη δημιουργία των «ζεστών γωνιών», στις οποίες οι αλυσίδες προσφέρουν ψωμί, αρτοσκευάσματα και πολλών ειδών γλυκίσματα. Ο ανταγωνισμός των σούπερ μάρκετ με τους παραδοσιακούς φούρνους στο ψωμί είχε συνέπεια την υποχώρηση της τιμής του, με αποτέλεσμα στη χώρα μας να κυμαίνεται πια σε χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με πολλές άλλες ευρωπαικές αγορές.

Μικρό το μερίδιο των PL
Πάντως, ακόμη και τώρα το μερίδιο των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στην εγχώρια αγορά παραμένει σχετικά μικρό. Το 2012 έφτασε το 16% σε
αξία επί του συνόλου των αγορών, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος έφτασε πέρυσι το 37%. Ενδεικτικά, στο Ηνωμένο Βασίλειο το μερίδιο αγοράς των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας διαμορφώθηκε σε λίγο πάνω από το επίπεδο του 50%, στην Ισπανία στο 42%, στη Γερμανία στο 35% και στη Γαλλία στο 30%.
Η τάση στην Ελλάδα είναι αυξητική. Συγκεκριμένα, η αγορά των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό της τάξης του 5% τα τελευταία τρία χρόνια, αλλά υπάρχει ακόμα σημαντική απόσταση για την προσέγγιση του ευρωπαϊκού μέσου όρου.