Όταν το 2014, έπειτα από αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις μεταξύ χωρών, Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωβουλής, η Ελληνική Προεδρία πέτυχε την έγκριση της οδηγίας για τις
Μη Χρηματοοικονομικές Αναφορές (NFRD), μια νέα περίοδος ξεκινούσε για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη. Όμως, η Κομισιόν δεν προχώρησε σε εξειδίκευση των σχετικών δεικτών που έπρεπε να κανονικοποιηθούν. Οι νέοι κανονισμοί κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά δημιουργούν και νέες προκλήσεις, ειδικά για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της χώρας μας.

Το νέο κανονιστικό πλαίσιο της NFRD υποχρέωνε αρχικά τις εισηγμένες και μεγάλες εταιρείες (500+ υπαλλήλους) να κοινοποιούν πληροφορίες σχετικά με τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων τους. Δυστυχώς, όμως, η Κομισιόν δεν κατάφερε (όπως προβλεπόταν) να εξειδικεύσει τους περίπου 150 σχετικούς δείκτες που έπρεπε να κανονικοποιηθούν. Ως εκ τούτου, κάθε εταιρεία ήταν ελεύθερη να επιλέγει τις μεθόδους ενημέρωσης και υπολογισμού για κάθε κεφάλαιο. Για παράδειγμα, στις θέσεις εργασίας θα μπορούσε να κοινοποιήσει α) τον συνολικό αριθμό εργαζομένων, β) τον αριθμό των ισοδύναμων πλήρους απασχόλησης, γ) τον αριθμό των εργαζομένων με μόνιμες συμβάσεις ή δ) να επιλέξει το μέσο αριθμό προσωπικού ανά μήνα, ή ακόμη και το παγκόσμιο προσωπικό στις 31 Δεκεμβρίου. Επιπλέον, η ανάγκη για country by country report και το νέο ευρωπαϊκό Εμπορικό Μητρώο, επέβαλε τη χρήση και μιας νέας και ενιαίας «γλώσσας» καταγραφής των πληροφοριών αυτών.

Κανονιστική στρατηγική ΕΕ για την αειφορία
Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της ΕΕ για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030 και για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, είναι ζωτικής σημασίας να κατευθυνθούν επενδύσεις σε βιώσιμα έργα και δραστηριότητες. Η τρέχουσα πανδημία COVID-19 ενίσχυσε την ανάγκη αυτή, προκειμένου να καταστούν οι οικονομίες, οι επιχειρήσεις και οι κοινωνίες μας -ιδίως τα συστήματα υγείας-, πιο ανθεκτικά σε κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κλυδωνισμούς. Στην κατεύθυνση αυτή, οι δυο πρώτοι κανονιστικοί άξονες αποσκοπούν στη βελτίωση της συνολικής διαφάνειας των γνωστοποιούμενων πληροφοριών και την πρόληψη του «πράσινου πλυσίματος», μέσω λεπτομερέστερης υποβολής εκθέσεων και διασφάλισης των αναφερόμενων πληροφοριών:

Α. Η CSRD (οδηγία δημοσιοποίησης της εταιρικής βιωσιμότητας) που αντικαθιστά την NFRD, ενισχύει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής των υφιστάμενων κανόνων, εκθέτει με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες τις μη χρηματοοικονομικές πληροφορίες που θα πρέπει να αναφέρουν οι οντότητες. Βασικές αλλαγές που εισάγονται είναι οι εξής:
• Επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής σε όλες τις μεγάλες εταιρείες και σε όλες τις εταιρείες που είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενες αγορές (εκτός από εισηγμένες πολύ μικρές επιχειρήσεις) και σε εταιρείες εκτός ΕΕ που είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά της ΕΕ
• Απαιτείται ο έλεγχος (διασφάλιση) των αναφερόμενων πληροφοριών
• Εισάγονται λεπτομερέστερες απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων και απαίτηση υποβολής εκθέσεων σύμφωνα με τα υποχρεωτικά πρότυπα υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας της ΕΕ
• Απαιτείται από τις εταιρείες να «επισημάνουν» ψηφιακά τις αναφερόμενες πληροφορίες, ώστε να είναι αναγνώσιμες από μηχανές και να τροφοδοτούν το ευρωπαϊκό ενιαίο σημείο πρόσβασης που προβλέπεται στο σχέδιο δράσης της Ένωσης Κεφαλαιαγορών

Β. Ο κανονισμός για τη βιώσιμη χρηματοδότηση (SFDR), που καθιστά υποχρεωτικό για τις χρηματοπιστωτικές εταιρείες να κοινοποιούν μη χρηματοοικονομικές πληροφορίες για τα προϊόντα τους.

Το πιο ολοκληρωμένο βήμα, ήταν η δημιουργία μιας κοινής γλώσσας και ο σαφής ορισμός (βλέπε ταξινόμηση) σχετικά με το τι είναι «βιώσιμο», ώστε να δημιουργηθεί ασφάλεια για τους επενδυτές και να προστατευτούν από το «πράσινο πλύσιμο».

Ταξονομία της ΕΕ
Ο Κανονισμός ταξονομίας (Regulation EU 2020/852) αποτελεί πλέον την κεντρική στρατηγική της ΕΕ (σε ισχύ από 12/7/2020) και θεσπίζει έξι περιβαλλοντικούς στόχους:
1. Μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
2. Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή
3. Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και θαλάσσιων πόρων
4. Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία
4.1. Χρήση φυσικών πόρων
4.2. Αύξηση ανθεκτικότητας, δυνατότητα αποκατάστασης, αναβάθμισης και επαναχρησιμοποίησης των προϊόντων
4.3. Αύξηση της ανακυκλωσιμότητας
4.4. Μείωση της περιεκτικότητας σε επικίνδυνες ουσίες
4.5. Παράταση της χρήσης των προϊόντων
4.6. Αύξηση χρήσης δευτερογενών πρώτων υλών
4.7. Αποτροπή και μείωση παραγωγής αποβλήτων
5. Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης
6. Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων
6.1. Βιώσιμες γεωργικές πρακτικές
6.2. Βιώσιμη διαχείριση των δασών

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ορίζεται ένα σύστημα ταξινόμησης με τέσσερις γενικές προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί μια οικονομική δραστηριότητα προκειμένου να χαρακτηριστεί περιβαλλοντικά βιώσιμη. Συγκεκριμένα ορίζει πως πρέπει:
• Να συμβάλλει σημαντικά σε έναν ή περισσότερους περιβαλλοντικούς στόχους
• Να μην βλάπτει σημαντικά κανέναν από τους περιβαλλοντικούς στόχους
• Να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ελάχιστες διασφαλίσεις
• Να συμμορφώνεται με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου
Τέλος, αποσκοπεί στην ενθάρρυνση των οικονομικών φορέων να δημοσιεύουν και να αποκαλύπτουν πληροφορίες στον ιστότοπό τους:

Τεχνικά κριτήρια
Ο Κανονισμός θεσπίζει τεχνικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο αντίκτυπο μιας δεδομένης οικονομικής δραστηριότητας.
Απαιτεί:
1. Να προσδιορίζουν:
• Τις πλέον σημαντικές δυνητικές συνεισφορές στο δεδομένο περιβαλλοντικό στόχο, τηρώντας παράλληλα την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας
• Τις ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται για την αποφυγή σημαντικής βλάβης σε οποιονδήποτε από τους σχετικούς περιβαλλοντικούς στόχους
• Ποσοτικά (ει δυνατόν, αλλιώς ποιοτικά) κατώτατα όρια
• Τα ενωσιακά συστήματα επισήμανσης / πιστοποίησης και ενωσιακές μεθοδολογίες για την αξιολόγηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος
• Δείκτες βιωσιμότητας (όπου δυνατόν)
2. Να λαμβάνουν υπόψη τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από:
• Τον κύκλο ζωής της ίδιας της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και των προϊόντων και των υπηρεσιών που παρέχονται από αυτήν
• Τη φύση και την κλίμακα της οικονομικής δραστηριότητας
• Το δυνητικό αντίκτυπο της μετάβασης στην αγορά σε μια πιο βιώσιμη οικονομία
3. και τέλος:
• Να βασίζονται σε πειστικά επιστημονικά στοιχεία και στην αρχή της προφύλαξης
• Να καλύπτουν όλες τις σχετικές οικονομικές δραστηριότητες ενός συγκεκριμένου τομέα και αντιμετωπίζονται ισότιμα, ώστε να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά
• Να είναι εύχρηστα και να καθορίζονται κατά τρόπο που να διευκολύνει την επαλήθευση της συμμόρφωσής τους

Η εμπέδωση των κριτηρίων αυτών έχει ανατεθεί στην Ευρωπαϊκή Συμβουλευτική Ομάδα Χρηματοοικονομικών Αναφορών (EFRAG) που παρέχει συμβουλές στην Επιτροπή σχετικά με την έγκριση των διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής αναφοράς. Στις 20 Μαρτίου 2021 δημοσιεύθηκε σύσταση σχετικά με τα πρότυπα υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία καλύπτει όλα τα θέματα βιωσιμότητας. Οι συστάσεις αυτές περιείχαν επίσης λεπτομερή χάρτη πορείας για την ανάπτυξη τέτοιων προτύπων.
Ωστόσο, τα κριτήρια υποβολής εκθέσεων δεν περιορίζονται σε περιβαλλοντικά ζητήματα. Η οδηγία εξετάζει επίσης:
• Ενεργειακές πτυχές και κοινωνικούς παράγοντες
• Θέματα βιωσιμότητας: σε περιβαλλοντικά και κοινωνικά θέματα, σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταπολέμηση της διαφθοράς και θέματα καταπολέμησης της δωροδοκίας
• Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση που εξετάζουν το ρόλο των διοικητικών συμβουλίων και εποπτικών οργάνων μιας επιχείρησης όσον αφορά θέματα βιωσιμότητας

Τα πρότυπα θα πρέπει μάλιστα να κάνουν διάκριση, εφόσον απαιτείται, μεταξύ των πληροφοριών που γνωστοποιούν οι επιχειρήσεις κατά την υποβολή εκθέσεων σε ατομικό επίπεδο και των πληροφοριών που θα πρέπει να γνωστοποιούν οι επιχειρήσεις κατά την υποβολή εκθέσεων σε ενοποιημένο επίπεδο.

Προκλήσεις για τις εγχώριες επιχειρησεις
Οι νέοι κανονισμοί της ΕΕ για τη βιώσιμη χρηματοδότηση απαιτούν αξιόπιστα, λεπτομερή και συγκρίσιμα δεδομένα. Οι διαδικασίες συλλογής δεδομένων και υποβολής εκθέσεων είναι πιθανό να είναι πολύ εντατικές για τους επενδυτές και τις εισηγμένες / μεγάλες εταιρείες που θα κληθούν να αποκαλύψουν λεπτομερέστερες πληροφορίες στο πλαίσιο της CSRD.

Στην περίπτωση των μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων, η κατάσταση είναι ακόμη πιο περίπλοκη, καθώς δεν ήταν έως τώρα υποχρεωμένες να αποκαλύψουν δεδομένα ESG, οπότε δεν υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα.

Απαιτείται το συντομότερο μια συντονισμένη προσπάθεια της πολιτείας, των επιχειρηματικών συνδέσμων αλλά και των συμβούλων, ώστε οι ελληνικές επιχειρήσεις, να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στη μεγάλη αυτή πρόκληση. Για να μπορούμε να ελπίζουμε ότι και η χώρα μας θα συμβάλει, στο μέτρο του δυνατού, στη βιωσιμότητα του πλανήτη.