Αποκαλυπτική είναι η απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού για το πώς αυξάνονται οι τιμές στην αγορά γάλακτος, και κυρίως για το ποιες είναι οι πραγματικές σχέσεις λιανεμπορίου-γαλακτοβιομηχανίας και το πώς τελικά οι τιμές οδηγούνται στα ύψη. Η Επιτροπή με την απόφασή της για τις "κάθετες συμπράξεις" υποστηρίζει ότι το τελευταίο που απασχολεί τους δύο κλάδους είναι το αν θα υπάρξουν ανατιμήσεις και ότι, στην περίπτωση που τελικά αποφασίζονται, το ενδιαφέρον τους περιορίζεται στο να ισχύουν στο ίδιο επίπεδο για όλους τους μεγάλους ανταγωνιστές.

Η στάση αυτή της αγοράς, που συνιστά το «καρτέλ», κατά την Επιτροπή Ανταγωνισμού καθιερώνεται μέσω οκτώ συγκεκριμένων πρακτικών οι οποίες, σύμφωνα με την απόφασή της, έχουν ως εξής:

  • Οι βιομηχανίες σε αρκετές περιπτώσεις προβαίνουν σε αυξήσεις στη χονδρική, προκειμένου να αυξήσουν τα περιθώρια διαπραγμάτευσης έναντι των σούπερ μάρκετ κατά τον προσδιορισμό των παροχών και εκπτώσεων.
  • Οι δύο κλάδοι δεν δίνουν έμφαση στις τιμές καθαυτές των προϊόντων, αλλά στις παροχές, τις εκπτώσεις και στις πιστώσεις επί των τιμών χονδρικής.
  • Κάθε αύξηση στην τιμή χονδρικής ενδυναμώνει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του οργανωμένου μεγάλου λιανεμπορίου έναντι των μικρών σημείων πώλησης, ενώ αυξάνει αντίστοιχα την απόλυτη αξία των εκπτώσεων και παροχών έναντι του οργανωμένου λιανεμπορίου, άρα και τα κέρδη του.
  • Ο βαθμός πρώτης ανάγκης και η ποιότητα του γάλακτος αφήνουν περιθώρια για την πώλησή του στις υψηλότερες δυνατές τιμές, ενώ κάθε μείωση της τιμής έχει περιορισμένη σημασία για την απόκτηση μεριδίων, δεδομένου ότι αυτό που προέχει και για τους δύο κλάδους είναι το άμεσο κέρδος από τις υψηλές τιμές.
  • Ο ανταγωνισμός στην αγορά γάλακτος εξαντλείται στην προσπάθεια διατήρησης των τιμών στο ίδιο ύψος.
  • Οι ενδεικτικές τιμές λογίζονται ως τιμές οριακού κόστους του προϊόντος.
  • Οι συνθήκες της αγοράς των επώνυμων προϊόντων διατηρούνται αμετάβλητες παρά την εισαγωγή στην κατανάλωση προϊόντων χαμηλής τιμής.

Πρόκληση για την πολιτεία

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έκανε, ίσως, το δυσκολότερο βήμα σε ό,τι αφορά το σπάσιμο των «καρτέλ», περιγράφοντας με σαφήνεια το πλαίσιο λειτουργίας τους σε μια από τις μεγαλύτερες κατηγορίες προϊόντων. Αν όντως η πολιτεία ενδιαφέρεται για το πορτοφόλι των νοικοκυριών, η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει είναι, πρώτον, να εναρμονίσει πλήρως τη λειτουργία της αγοράς του γάλακτος στο πλαίσιο της επίμαχης απόφασης της ανεξάρτητης Αρχής και, εφόσον υπάρξουν παρεκτροπές, να φανεί αμείλικτη με κάθε υπότροπη επιχείρηση. Δεύτερον, επίσης μέσω της Επιτροπής Ανταγωνισμού, να εξετάσει αν ανάλογες πρακτικές ισχύουν και σε άλλες μεγάλες αγορές, διότι οι ανατιμήσεις δεν αφορούν μόνο στο γάλα και στα γιαούρτια.

Στην προσπάθεια αυτή της Επιτροπής οφείλει να συμβάλει το Υπουργείο Ανάπτυξης, επιβάλλοντας στις υπηρεσίες του να συνεργαστούν μαζί της στο πλαίσιο όσων προβλέπει ο νόμος. H αμφισβήτηση του μοναδικού οργάνου με αρμοδιότητα ελέγχου της ελεύθερης λειτουργίας της αγοράς μόνο κακό μπορεί να προκαλεί στην ελεύθερη οικονομία. Είναι καιρός, μετά από περίπου 13 έτη μοναχικής πορείας, η Επιτροπή Ανταγωνισμού να βρει την οφειλόμενη υποστήριξη στο έργο της.