Προσθέτοντας ουρανό, τοπίο κι ανθρώπους του γαλλικού νότου, παράγεται στο άθροισμα η πραότης της Γαστώνης των θερινών μου διακοπών. Πράσινοι λόφοι, χωράφια με ηλιοτρόπια και γελάδια, γοτθικοί ναοί, άφθονη νοικοκυροσύνη και ράθυμοι άνθρωποι, που στις δωδεκάμιση το μεσημέρι στο ξεκόβουν: «Το ‘κλεισα φίλε. Πάω για φαΐ! Ό,τι θες, μετά τις δύο».

Ένα αστικό καλλιτέχνημα χτισμένο με κόκκινο τούβλο, μπρος-πίσω από τον 17ο αιώνα και δώθε –οικήματα γεμάτα ζωή, όχι μουσειακό φολκλόρ. Πλωτός, τη διασχίζει ο Γαρούνας. Χάρμα οφθαλμών η Τουλούζ. Μετά τ’ αξιοθέατα (δεν τα συζητώ, μην επιμένετε), βόλτα στην αγορά. Αράδα ατελείωτη τα μικρά καταστήματα, 20 τμ, 30 τμ, 40 τμ…

Το αυτόν ισχύει παντού στο αστικό τοπίο του γαλλικού νότου. Μόνο στην Ελλάδα μας πρήξανε πως η «υπερπληθώρα», τάχα, του μικρού εμπορίου αντενδείκνυται στην υγεία της οικονομίας. Να ‘χουνε ύστερα να αιτιώνται, για τα πολλά «λουκέτα», περί επιτυχίας της εγχειρίσεως ανεξαρτήτως του θανάτου του ασθενούς…

«Είστε Σπανιόλοι;». «Όχι, Έλληνες.». Έκπληξη! Νόμισα, μας λυπούνται. Αμ δε! Στα μάτια μας βλέπουν το μέλλον που τους υπόσχεται η νεοφιλελεύθερη ακεραιοφροσύνη των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Συζητούμε με μεσαίο στέλεχος της τουλουζιάνικης αστυνομίας: «12% η ανεργία στην πόλη. Να κλείνετε καλά τα παράθυρα τις νύχτες…».

Ύστερα με έναν πληροφορικάριο, λέκτορα στο δημόσιο πανεπιστήμιο: «Είναι η τρίτη φορά που μας ειδοποιούν φέτος πως πιθανώς δεν θα μπει κανονικά ο μισθός…». Κοιτούμε γαλλική τηλεόραση. Ο επιθεωρητής Κάλαχαν παρλεβουφρανσίζων! Έεεελα! Γυρίζω κανάλι. Πέφτω σε δελτίο ειδήσεων –δεν καταλαβαίνω γρι. Καίγονται κτίρια, κυνηγητά, συλλήψεις, πετροπόλεμος –μου εξηγούν καρέ-καρέ οι γαλλομαθείς συνδαιτυμόνες τι εστί βρετανικό καλοκαίρι και μένω σύξυλος. Ύστερα τηλεσυζήτηση για την οικονομία –γρι εγώ. Μου εξηγούνε μέσες-άκρες για τη βουτιά του γαλλικού χρηματιστηρίου σε ενάμιση μήνα 24,5%! Εδώ είμαστε, λέω.

Ψώνια στο τοπικό E. Leclerc –νοτιοανατολικά προάστια της Τουλούζ. Φτερνίζομαι απ’ την ψύξη σε τόσες ψυγειο-βιτρίνες. Διπλάσιο από τα δικά μας υπέρ μάρκετ. Λέω να το περπατήσω από επαγγελματική διαστροφή. Τα παρατώ, με κέρδισε η νωχέλεια. Σπάνιο να δεις ανά κατηγορία τρόφιμων λιγότερο από τρεις-τέσσερις επιλογές τιμών, ό,τι κι αν σου γυαλίσει. Και τι φούρνος! Ψωμάκια κάθε είδους, φρεσκότατα. Ψαράδικο και κρεοπωλείο, οι τελάληδες στεντόρειοι σαν σε μπεζεστένι! Η ταμίας, του κουτιού –η γαλλική ευγένεια στο φουλ.

Αλλά, όπως λέει η μάνα μου, «αργά τα ζα μ’!» –παντού το ίδιο, σε όλες τις επιχειρήσεις, δημόσιες κι ιδιωτικές. Πληρώνω σε τιμές Ελλάδας και καλύτερες. Αλλά οι μισθοί εδώ είναι τουλάχιστον 30%-35% πάνω απ’ τους δικούς μας (τους προ της ΓΑΠ εποχής εννοώ…). Στην έξοδο, φαρμακείο –του καταστήματος φυσικά. Φουλάρω ο ίδιος ντίζελ επωνυμίας E. Leclerc. Όλα αυτόματα. Πληρωμή στην έξοδο. Σηκώνονται οι αμπάρες…

Το χωριό μεσαιωνικό, πανέμορφο, παραποτάμιο. Ευφορία ψυχής. Κατεβαίνουμε στους όχτους. Νοικιάζονται κανό για κάθοδο εννέα χιλιομέτρων. Τιμή ανά κανό 14 ευρώ για όσες ώρες βγεις στο ποτάμι –όχι όπως εδώ, που τα κανό δουλεύουν με ταξίμετρο και με διπλή ταρίφα στο γλυκό νερό. Σούρουπο. Μπράτσα, ώμοι, κοιλιακοί, όλα πιασμένα.

Η πείνα θερίζει. Στόματα οκτώ, πίτσες πέντε, χάρμπουγκερ και κεμπάπ με αρνίσιο κρέας από ένα, πατάτες και μπίρες. Λογαριασμός 54 ευρώ! Ώπα! Ο πιτσαδόρος πρώην αντιδήμαρχος, διδάκτορας μεσαιωνικής ιστορίας. Παραιτήθηκε πρόσφατα από τη δημοτική αρχή (;). «Όταν κάνεις προτάσεις χαμηλού κόστους, ενώ καραδοκούνε οι εργολάβοι για “τα πολλά”, είναι φυσικό να σε φάνε οι διαπλεκόμενοι! Είδε κι απόειδε ο άνθρωπος, τα βρόντηξε!», εξήγησε η Ασπασία, που μετρά τρίτο χρόνο μόνιμης εγκατάστασης στο χωριό. Τι μου λες!

Σάββατο αναχώρησης. Από Δευτέρα, μαγκανοπήγαδο. Δεν είναι που με πιάνει τόσο η δυσθυμία για την επιστροφή στη ρουτίνα, όσο η τσαντίλα που με περιμένουν: Ο ένας «με το περίστροφο της τρόικας στον κρόταφο», κι εννοεί τον δικό μου, κι ο άλλος με το πες-πες για… κάνουλα ανοιχτή σε στερεμένη βρύση, με όλο που ξέρεις πως το «νεράκι» της ρευστότητας των τραπεζών κοστίζει ως τώρα στον κοσμάκη 108 δισ. ευρώ…