Το προφίλ του μέσου Έλληνα καταναλωτή σκιαγραφεί η έρευνα Shopper Insights που παρουσιάστηκε στο χθεσινό Shopper Trends online event της NielsenIQ.

Ειδικότερα, ο μέσος Έλληνας καταναλωτής είναι γυναίκα (ποσοστό 72%), ηλικίας 39 ετών, που ζει σε νοικοκυριό με τρία άτομα. Πραγματοποιεί μηνιαία δαπάνη για προϊόντα grocery ύψους 292 ευρώ, εκ των οποίων τα 135 ευρώ αφορούν σε φρέσκα τρόφιμα, ήτοι ποσοστό 46%. Το ποσοστό αυτό κινείται πτωτικά τα τελευταία χρόνια (το 2018 ανερχόταν σε 51%).

Επτά στους δέκα καταναλωτές κάνουν τα κύρια ψώνια τους από το σούπερ μάρκετ μία φορά την εβδομάδα, και οι μισοί πηγαίνουν για συμπληρωματικά ψώνια δύο με τρεις φορές την εβδομάδα. Το 32% επισκέπτεται δύο καταστήματα το μήνα και το 25% τρία καταστήματα, ενώ ένα ακόμα 25% ψωνίζει από ένα μόνο κατάστημα. Το ποσοστό αυτό έχει υπερδιπλασιαστεί από το 2018, όταν ήταν μόλις στο 11%.

Παρότι το ποσοστό των καταναλωτών που δεν πηγαίνουν με λίστα στο σούπερ μάρκετ έχει υποχωρήσει από το 46% του 2019 στο 16% το 2021, αντίστοιχη αύξηση έχει παρατηρηθεί σε αυτούς που χρησιμοποιούν μεν λίστα, αλλά αγοράζουν και προϊόντα εκτός λίστας (από το 32% στο 57%).

O Έλληνας καταναλωτής ξέρει τις τιμές των προϊόντων που αγοράζει
Εννέα στους δέκα καταναλωτές αντιλαμβάνονται αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων (έναντι 72% το 2020). Αντιδρώντας σε αυτές τις αυξήσεις, το 60% των καταναλωτών αγοράζουν μόνο τα αναγκαία προϊόντα και περιορίζουν τις πολυτέλειες, το 52% αγοράζουν προϊόντα σε εκπτωτικές τιμές, το 28% επιλέγουν φθηνότερες μάρκες και το 27% αγοράζουν γενικά λιγότερα. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 69% των καταναλωτών δηλώνουν ότι γνωρίζουν τις τιμές των περισσότερων ή και όλων των προϊόντων που αγοράζουν, και μπορούν να εντοπίσουν μία αλλαγή στην τιμή τους. Μεταξύ των προϊόντων για τα οποία οι καταναλωτές αναφέρουν ότι γνωρίζουν τις τιμές τους είναι οι βρεφικές τροφές, το γάλα και το ελαιόλαδο, ενώ αντίθετα λιγότεροι ξέρουν τις τιμές των αλμυρών σνακ και του φρέσκου κρέατος.

Λιγότερη προθυμία να πληρώσει κάτι παραπάνω για ποιότητα
Επίσης, για το 2021 καταγράφεται μία μειωμένη διάθεση από την πλευρά των καταναλωτών να πληρώσουν το «κάτι παραπάνω» για ένα πιο ποιοτικό προϊόν (44%, έναντι 49% το 2020 και 64% το 2019). Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι αρκετοί είναι εκείνοι που στρέφονται προς τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

Στο ερώτημα «γιατί αγοράζετε private label προϊόντα;», το 75% των καταναλωτών απαντά ότι η ποιότητά τους είναι το ίδιο καλή με των επωνύμων, το 56% ότι είναι φθηνότερα από τα επώνυμα, ενώ το 46% επικαλείται το καλό value for money των προϊόντων αυτών.

Ισχυρή τάση για υγιεινές διατροφικές επιλογές
Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν εξάλλου μία ισχυρή τάση για πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές. Το 62% των καταναλωτών δηλώνουν ότι προτιμούν να καταναλώνουν φρούτα και λαχανικά αντί για κρέας και το 54% αυτών αποφεύγουν φαγητά με πολλά λιπαρά, ενώ ένα 42% δηλώνει ότι δεν τρώει στιγμιαία γεύματα. Χαμηλότερο είναι το ποσοστό αυτών που αντικαθιστούν το κρέας ή τα γαλακτοκομικά με plant-based υποκατάστατα, όμως η τάση αυτή παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη, καθώς οι πωλήσεις plant-based ροφημάτων αυξήθηκαν το 2021 κατά 24% σε ετήσια βάση, ενώ τα plant-based γιαούρτια είδαν αύξηση 34% και τα plant-based τυριά αναπτύχθηκαν κατά 8,5%. Η διείσδυση των plant-based κρεατικών είναι σαφώς μικρότερη (2,5 εκατ. ευρώ σε αξία το 2021, όταν τα plant-based γαλακτοκομικά έφτασαν τα 38 εκατ. περίπου), όμως η ανάπτυξή τους είναι ταχύτατη: το 2021 οι πωλήσεις τους αυξήθηκαν κατά 160% σε σχέση με το 2020.

Προτιμά τις εταιρείες που στηρίζουν τη δοκιμαζόμενη Ουκρανία
Τέλος, ένα αξιόλογο στοιχείο που προέκυψε από μία άλλη έρευνα της NielsenIQ (Consumer Outlook Greece) είναι ότι οι Έλληνες καταναλωτές σε ποσοστό 79% προτιμούν εταιρείες που στηρίζουν ανοιχτά την Ουκρανία έναντι της ρωσικής εισβολής, ενώ ένα 69% δηλώνουν ότι θα πλήρωναν περισσότερο για τα προϊόντα αυτών των εταιρειών. Μάλιστα, το 51% των καταναλωτών αναφέρουν ότι γνωρίζουν εταιρείες που έχουν αναλάβει τουλάχιστον μία δράση κατά του πολέμου στη Ρωσία, μεταξύ των οποίων η Coca-Cola, η Lidl και η McDonald’s. Επιπλέον, ένα 48% των Ελλήνων καταναλωτών προτιμούν εταιρείες και μάρκες που αποσύρουν τις δραστηριότητές τους από την αγορά της Ρωσίας, και ένα 45% θα πλήρωνε περισσότερο για προϊόντα τους.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter