Σε πτωτική πορεία παραμένει η οργανωμένη λιανική παρά την αισιοδοξία από την οποία διακατέχεται η αγορά ότι ο κλάδος περνά σε φάση ανάκαμψης. Οι πρώτοι μήνες του έτους κατέγραψαν άνοδο, ωστόσο, το διάστημα που ακολούθησε και κυρίως ο μήνας της διπλής εκλογικής αναμέτρησης «γύρισαν» την αγορά σε αρνητικά πρόσημα.

Οι τελευταίες μετρήσεις, αυτές που αφορούν στο πρώτο πεντάμηνο του 2014, δείχνουν απώλειες της τάξης του 1,7%, σύμφωνα με την IRI, ή και 2% βάσει άλλων μετρήσεων. Βέβαια, πρόκειται για πτώση σαφώς χαμηλότερη του 2013, οπότε η αγορά είχε απώλειες τζίρου περίπου 4%. Από τα στοιχεία της IRI προκύπτει, επίσης, ότι ο κύριος όγκος των απωλειών καταγράφηκε στα πολύ μικρά σημεία πώλησης (έκτασης μικρότερης των 400τμ), τα οποία εμφάνισαν αρνητική ανάπτυξη της τάξης του -5,6%, και στα υπέρ μάρκετ όπου το αντίστοιχο ποσοστό ήταν -8%.

Στο ίδιο διάστημα (πρώτο πεντάμηνο του 2014) τα καταστήματα έκτασης 400-1.000τμ είχαν περιορισμένες απώλειες τζίρου, της τάξης του -0,9%, ενώ οι σάλες των κλασικών σούπερ μάρκετ, δηλαδή τα καταστήματα έκτασης 1.000-2.500τμ, ήταν αυτά που έκαναν τη διαφορά, κερδίζοντας αισθητά, με άνοδο τζίρου 3,5%. Σημειώνεται ότι τα στοιχεία της IRI αφορούν στην ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη, ενώ η συλλογή των στοιχείων έγινε σε καταστήματα με τουλάχιστον δύο ταμειακές μηχανές.

Πόλος έλξης το κλασικό σούπερ μάρκετ
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η τάση, σύμφωνα με την οποία οι καταναλωτές επιμένουν να επιλέγουν για τις αγορές τους τα κλασικού τύπου καταστήματα, εξακολουθεί να δίνει τον τόνο, γεγονός που οδηγεί σε δύο βασικά συμπεράσματα: Πρώτον, ότι οι μικροί του κλάδου έχουν δεχθεί ένα πολύ γερό χτύπημα από την κρίση και κυριολεκτικά «ξηλώνονται» από τους χώρους τους. Και δεύτερον, ότι τα υπέρ μάρκετ παραμένουν σε αναζήτηση νέου ρόλου στη λιανική ή απλώς οι διοικούντες τους αναμένουν να αναθερμανθεί ο τομέας των ηλεκτρονικών και ηλεκτρικών ειδών, από τον οποίο είχαν σημαντικές απώλειες πωλήσεων από το 2008 έως και σήμερα. Αυτός είναι, εξάλλου, ο λόγος για τον οποίο στο σύνολό του το λιανεμπόριο αποφεύγει, στα εγχειρήματα επέκτασης των δικτύων πωλήσεων, την οργάνωση νέων υπεραγορών.

Τάσεις ανά κατηγορία προϊόντων
Στον πυρήνα της λιανικής, στα ράφια με τα ταχυκίνητα αγαθά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία που παρουσιάζει το σελφ σέρβις αναφορικά με το πώς κινούνται οι βασικές κατηγορίες προϊόντων και, κυρίως, σε ποιες καταγράφονται οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης, ποιες έχουν καταποντιστεί και ποιες διατηρούν τα μεγέθη τους. Από πηγές της αγοράς προκύπτει ότι στην τελευταία κατηγορία κατατάσσονται τα ζυμαρικά, οι σοκολάτες και το μέλι, που κατάφεραν να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους, κρατώντας σταθερό το τζίρο τους στο πρώτο πεντάμηνο του 2014, σε σχέση με το αντίστοιχο του 2013. Από τις ίδιες πηγές διαπιστώνεται πως στο εξεταζόμενο διάστημα η μεγαλύτερη άνοδος τζίρου καταγράφηκε σε κατηγορίες προϊόντων, όπως οι μπάρες των δημητριακών, που εμφάνισαν αύξηση πωλήσεων 7%, τα κατεψυγμένα λαχανικά με άνοδο 5%, τα όσπρια και το χαρτί υγείας με αύξηση 4%, το ρύζι, τα κρασιά, οι μαρμελάδες και οι βαφές μαλλιών με 3% και τα γιαούρτια, τα μωρομάντιλα και οι παιδικές πάνες, που εμφάνισαν αύξηση πωλήσεων 2%.

Στον αντίποδα, τη μεγαλύτερη πτώση στις πωλήσεις κατέγραψαν ο στιγμιαίος καφές, που είχε τις μεγαλύτερες απώλειες, της τάξης του 11%, τα κοτόπουλα και τα σπορέλαια που έχασαν το 9% των πωλήσεων τους, οι μαργαρίνες και τα δημητριακά όπου η πτώση ήταν 7%, τα άλευρα που έχασαν το 4% των εσόδων, τα αυγά, το ψωμί σε φέτες και οι μπίρες, όπου η πτώση ήταν της τάξης του 3%, το γάλα εβαπορέ και τα αναψυκτικά, όπου οι απώλειες ήταν περιορισμένης έκτασης, 2%, και το φρέσκο γάλα όπου χάθηκε το 1% του τζίρου. Από αυτά προκύπτει, και κυρίως από τις μετρήσεις που αποτυπώνουν την εικόνα του συνόλου της αγοράς, ότι η βασιμότητα της αισιοδοξίας των στελεχών του κλάδου για την πορεία των πωλήσεων έως το τέλος του έτους μένει να αποτυπωθεί στα στοιχεία.

Τουρισμός: η τελευταία ελπίδα
Οι ελπίδες όλων εναποτίθενται τώρα στην τουριστική κίνηση του καλοκαιριού. Οι διοικήσεις των αλυσίδων ελπίζουν ότι το καλοκαίρι φέτος θα τους δώσει αυξήσεις τζίρου, ιδιαίτερα ο Ιούλιος και ο Αύγουστος, οπότε, σύμφωνα τουλάχιστον με τους παράγοντες της τουριστικής αγοράς, η χώρα θα «βουλιάξει» από το εισερχόμενο κύμα τουριστών εξ αλλοδαπής. Ωστόσο, τις προσδοκίες των λιανεμπόρων χαμηλώνει η βεβαιότητα για τη χαμηλή κινητικότητα του εσωτερικού τουρισμού, που και φέτος προδιαγράφεται αδύναμη, φειδωλή και ολιγοήμερη, λόγω της υψηλής ανεργίας και των βαριών φορολογικών υποχρεώσεων που εκκρεμούν στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.

Κρίσιμο στοιχείο για το φετινό καλοκαίρι θα αποτελέσει και το «all inclusive», ένα μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης που περιορίζει την κατανάλωση των τουριστών στα όρια των μεγάλων ξενοδοχειακών καταλυμάτων, μη επιτρέποντας τη διάχυσή της συνολικά στην αγορά. Εν πάση περιπτώσει, τα αυξημένα έσοδα του «all inclusive» αναμένεται ότι θα «γυρίσουν» εν ευθέτω χρόνω στην αγορά, ενώ άμεσα θα επωφεληθούν από αυτά όσα από τα cash & carry τροφοδοτούν απευθείας τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες.

«Με τα χρήματα που θα εισρεύσουν από τον τουρισμό αναμένουμε κάποιο θετικό αντίκτυπο στην οικονομία και τον καταναλωτή. Όμως, η πραγματική ανάπτυξη της αγοράς μας έρχεται από την αύξηση της αξίας του καλαθιού της νοικοκυράς και από τη δημιουργία νέων καταστημάτων», σχολίασε παράγοντας του κλάδου στο σελφ σέρβις, προσθέτοντας: «Τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, όμως, η τόνωση του τζίρου προέρχεται μόνο από τα νέα καταστήματα. Στο καλάθι απλώς διαπιστώνουμε μια συγκράτηση της πτώσης…».


Μάρκο- και μικρο-πραγματικότητα
Άλλος παράγοντες της αγοράς επισημαίνει ότι η αγορά σήμερα κινείται θετικά σε επίπεδο ποιοτικών δεικτών. Όπως εξηγεί, «η ανάπτυξη έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στους μακροοικονομικούς δείκτες της οικονομίας, όπως το χρηματιστήριο, τα ομόλογα, η μείωση των τραπεζικών επιτοκίων, η αύξηση των καταθέσεων κά. Αλλά για να δούμε τις ανάλογες ανακλάσεις στην αγορά μας, θα πρέπει να περάσουν τουλάχιστον έξι με δώδεκα μήνες, πράγμα που σημαίνει ότι το εμπόριο θ’ αρχίσει να ανασάνει πραγματικά από το 2015 –αν, στο μεταξύ, δεν υπάρξουν ατυχήματα στην πολιτική ζωή της χώρας…». Κατά την εκτίμησή του, «σε κάθε περίπτωση, πάντως, το οργανωμένο λιανεμπόριο έχω την εντύπωση ότι στο τέλος του 2014 θα δείξει τα πρώτα δείγματα μιας, έστω οριακής, ανάπτυξης».

Συνεχίζεται το «ξεκαθάρισμα» Τα στελέχη του κλάδου αναμένουν περαιτέρω μείωση των μικρών και κυρίως των ανεξάρτητων σημείων πώλησης, αλλά και μεγαλύτερο «ξήλωμα» των μεσαίων «παικτών» του λιανεμπορίου. «Δεν είναι όλα τα καταστήματα σήμερα βιώσιμα», ακούγεται χαρακτηριστικά από πολλές πλευρές, με συνήθη επωδό το «θα ακολουθήσει και νέο ξεκαθάρισμα. Μέχρι τώρα ό,τι είδαμε, ήταν σε περιορισμένη έκταση. Έπεται η συνέχεια…». Η κοινή πεποίθηση είναι ότι «οι μεγάλοι θα αντέξουν, διότι έχουν τους αναγκαίους μηχανισμούς και τις υποδομές. Οι μεσαίοι, όμως, έχουν περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης –αμυντικής κατά κυριολεξία– στις πιέσεις της ύφεσης και του μεγάλου ανταγωνισμού τους, που από μήνα σε μήνα γίνεται πιο σκληρός για όλους…».

Βαθύτερη η γραφειοκρατία
Στο μεταξύ, τα προβλήματα της αγοράς, ειδικότερα οι μάχες που δίνει το λιανεμπόριο με τον χρόνο και τη γραφειοκρατία για την υλοποίηση των νέων επενδυτικών του πλάνων, έχουν ενταθεί σε σχέση με παλαιότερα, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση –κατ’ απαίτηση της τρόικας– έχει θεσμοθετήσει σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων, με σκοπό την απλοποίηση των διαδικασιών ίδρυσης και λειτουργίας καταστημάτων. «Στις πολεοδομίες και τους δήμους της χώρας το πρόβλημα της γραφειοκρατίας είναι σαφώς χειρότερο απ’ ότι το παρελθόν. Οι δυσλειτουργίες στον δημόσιο τομέα είναι τρομερές. Ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο», αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, οι οποίοι, προσπαθώντας να εξηγήσουν την αρνητική τροπή που έχει λάβει το όλο θέμα, σκέφτονται ως εξής: «Οι υπάλληλοι στις αρμόδιες υπηρεσίες υπουργείων και δήμων, από τη μία πλευρά, έχουν χάσει σημαντικό μέρος των εισοδημάτων τους και από την άλλη μετρούν απώλειες θέσεων εργασίας, λόγω του αυξημένου ρεύματος των συνταξιοδοτήσεων και του παγώματος των προσλήψεων.

Ταυτόχρονα, βρίσκονται απέναντι από ένα νέο πλαίσιο νόμων, η εφαρμογή του οποίου όμως προϋποθέτει την έκδοση αμέτρητων υπουργικών αποφάσεων και προεδρικών διαταγμάτων». Εκτιμούν, με άλλα λόγια, ότι το πρόβλημα είναι, ταυτόχρονα, θεσμικών εκκρεμοτήτων, διοικητικών αντιφάσεων, γραφειοκρατικής τσαπατσουλιάς και… αντεκδίκησης κάποιων υπαλλήλων εξαιτίας των όσων τους συμβαίνουν, οπότε μπλοκάρουν κάθε απόφαση και διαδικασία, επικαλούμενοι το μη ολοκληρωμένο, θεσμικά, νομοθετικό πλαίσιο. Βέβαια, οι αλυσίδες κινούνται με προσοχή στις νέες επενδύσεις τους, καθώς πέρα από τις διαδικασίες αδειοδότησης, πρόσφατα άλλαξε και το χωροταξικό πλαίσιο και οι χρήσεις γης. Και για τα δύο αναμένονται υπουργικές αποφάσεις.

«Το θολό, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, θεσμικό πλαίσιο υποχρεώνει την αγορά σε μερική αναστολή των επενδύσεών της, καθώς πάντα υπάρχει ο κίνδυνος οι προγραμματισμένες για σήμερα επενδύσεις, για τις οποίες θα διατεθούν τα πρώτα κεφάλαια, να βρεθούν κυριολεκτικά στο κενό», δηλώνει παράγοντας του λιανεμπορίου και διερωτάται: «Πώς να αποφασίσει κάποιος σήμερα μια επένδυση, όταν δεν έχει τη διαβεβαίωση των αρμοδίων υπηρεσιών, σχετικά με τη χρήση ενός χώρου ως σούπερ μάρκετ;» Το πρόβλημα, πάντως, όπως φαίνεται δεν θα ξεπεραστεί άμεσα. Μοιραία, έτσι, η μερική ανάσχεση των επενδύσεων σε ακίνητα ή στη διαμόρφωση καινούργιων σημείων πώλησης θα εξακολουθήσει να είναι μια πραγματικότητα, που αγανακτεί τις διοικήσεις των αλυσίδων.

Κάτι κινείται στα ακίνητα
Μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη σε ό,τι αφορά το λιανεμπόριο, πάντως, σχετίζεται με την αγορά του real estate, στην οποία το τελευταίο διάστημα διαπιστώνεται μια κάποια, δειλή έστω, κινητικότητα στον τομέα των επαγγελματικών ακινήτων. «Σήμερα αυτός ο τομέας φαίνεται ότι κάπως αναθερμαίνεται. Αλλά αυτό εκφράζεται μόνο στο επίπεδο της εκδήλωσης ενδιαφέροντος, το οποίο για την ώρα δεν οδηγεί σε πράξεις πωλήσεων και αγορών», τονίζεται χαρακτηριστικά. Έτσι, γενικώς εκτιμάται ότι το ουσιαστικό ενδιαφέρον των επενδυτών για την αγορά των επαγγελματικών ακινήτων θα αρχίσει να καρποφορεί από το 2015 και μετά. Στο μεταξύ, οι αλυσίδες μπορεί να κινούνται άνετα για την απόκτηση νέων και χαμηλού κόστους κτήσης ακινήτων, οικοπέδων ή κτιρίων.