Στις αρχές του 2022 εξακολουθεί να διατηρείται ψηλά στην επικαιρότητα το θέμα της ακρίβειας και των ανατιμήσεων. Σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό τα κόστη ενέργειας κυριαρχούν σε αυτή
τη συζήτηση, παράλληλα όμως υπάρχει έντονη ανησυχία και για τα ταχυκίνητα καταναλωτικά αγαθά, τα οποία επίσης αντιμετωπίζουν πληθωριστικές πιέσεις. Αυτή τη στιγμή δεν είναι ορατό το τέλος των πιέσεων σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, γεγονός που δημιουργεί την ανάγκη προσαρμογής σε μια νέα κατάσταση -για μια ακόμα φορά- τόσο για τους καταναλωτές
όσο και για τις επιχειρήσεις.

Ένα ερώτημα που αυθόρμητα προκύπτει είναι ποια εργαλεία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την προσαρμογή σε αυτή τη νέα κατάσταση. Μέσα από τις πρόσφατες έρευνες του ΙΕΛΚΑ προκύπτουν ενδείξεις για πιθανές τακτικές που θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμες προς αυτή την κατεύθυνση.

Waste management
Σε περιόδους οικονομικών κρίσεων το πρώτο βήμα αντιμετώπισης των πιέσεων στο οικογενειακό εισόδημα είναι συνήθως η περικοπή του «λίπους», δηλαδή των περιττών δαπανών. Εξαιτίας της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 2010 το «λίπος» έχει περιοριστεί σημαντικά, σε σχέση με ό,τι ίσχυε κατά τη δεκαετία 2000-2010. Παρόλα αυτά, όπως καταγράφεται και σε πρόσφατη έρευνα του ΙΕΛΚΑ, υπάρχει ένα πεδίο, αυτό της σπατάλης τροφίμων, που αποτελεί πεδίο παρέμβασης για τη μείωση δαπανών. Η σωστή διαχείριση των αγορών, με στόχο τον περιορισμό της σπατάλης, θα μπορούσε να συνεισφέρει στην εξοικονόμηση πόρων, τόσο εκ μέρους των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων.

Τα αποτελέσματα της έρευνας που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2022 δείχνουν ότι υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό σπατάλης φαγητού (food waste) στα ελληνικά νοικοκυριά, η οποία μεσοσταθμικά ανέρχεται στο 6%. Αξιοσημείωτο είναι ότι μόλις το 29% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δεν σπαταλούν καθόλου τρόφιμα. Η πλειονότητα, ήτοι το 60%, δηλώνει ότι σπαταλά μέχρι 10%, το 9% των ερωτηθέντων δηλώνει πως η σπατάλη τροφίμων που πραγματοποιεί ανέρχεται στο 10-25% των σχετικών αγορών και το 2% σε πάνω από 25%. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η οικιακή σπατάλη τροφίμων ξεπερνά τους 300 χιλ. τόνους ετησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σε ετήσια κατανάλωση τροφίμων από 200.000 πολίτες, γεγονός ενδεικτικό της βαρύτητας του προβλήματος. Πρέπει δε να λάβουμε υπόψη πως το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς κατά κανόνα οι εκτιμήσεις των καταναλωτών υπολείπονται της πραγματικότητας. Βέβαια, συγκριτικά με άλλες χώρες, όπως λόγου χάριν οι ΗΠΑ, η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη θέση. Σύμφωνα με έρευνα της Movinga το 2019, οι περισσότερες χώρες της Δ. Ευρώπης και της Αμερικής καταγράφουν υψηλότερα ποσοστά: ΗΠΑ 24%, Καναδάς 18%, Μεγάλη Βρετανία 15%, Γαλλία 14%, Βέλγιο 14%, Ιταλία 13%, Αυστρία 13% κ.ά. Επίσης, σημειώνεται ότι τα στοιχεία αυτά αφορούν την οικιακή σπατάλη και όχι τη σπατάλη στην παραγωγή και στο σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, ο περιορισμός του υψηλού ποσοστού των τροφίμων που δηλώνονται ως σπατάλη θα μπορούσε να αντισταθμίσει μέρος της απώλειας εισοδήματος, που προκύπτει λόγω των σημερινών ανατιμήσεων. Βέβαια, είναι ουτοπικό να αναμένει κάποιος ότι η σπατάλη μπορεί να μειωθεί άμεσα. Παρόλα αυτά, θα πρέπει τόσο οι καταναλωτές όσο και οι επιχειρήσεις να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση.

Για παράδειγμα, η σπατάλη δεν είναι ίδια σε όλες τις κατηγορίες τροφίμων. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις κατηγορίες των φρούτων και των λαχανικών, στις οποίες σχεδόν 7 στους 10 καταναλωτές (68%) δηλώνουν ότι πραγματοποιούν σημαντική σπατάλη και ακολουθούν το ψωμί και αρτοσκευάσματα με 58%, τα αλλαντικά με 37%, τα γαλακτοκομικά με 29%, τα γλυκά και σνακ με 28% και το γάλα με 27%. Μικρότερη σπατάλη καταγράφεται στα ξηρά τρόφιμα, όπως ρύζι, ζυμαρικά, όσπρια, όπου το αντίστοιχο ποσοστό είναι 15%, λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας ζωής των προϊόντων και στην κατηγορία κρέας-ψάρι, όπου το ποσοστό είναι 14%, λόγω της μεγαλύτερης αξίας ανά κιλό των προϊόντων. Επομένως, μία καλύτερη διαχείριση σε επίπεδο αγορών, συσκευασιών ή ακόμα και προωθητικών ενεργειών αυτών των προϊόντων μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη. Το να βοηθηθεί ο καταναλωτής να μειώσει τη σπατάλη του είναι κάτι που προσφέρει αξία και θα εκτιμηθεί από τον ίδιο σε βάθος χρόνου.

Προωθητικές ενέργειες
Ένα δεύτερο πεδίο που μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη μείωση του κόστους αγορών σε περίοδο ανατιμήσεων όπως αυτή που διανύουμε αφορά τη διαχείριση προσφορών και εκπτώσεων. Στην προηγούμενη κρίση το εργαλείο των προωθητικών ενεργειών αποδείχθηκε εντυπωσιακά χρήσιμο, με έμπρακτα αποτελέσματα. Άλλωστε, μέχρι σήμερα το ποσοστό των προϊόντων που πωλούνται κάτω από την ομπρέλα κάποιας προωθητικής ενέργειας εξακολουθεί να βρίσκεται σε ιστορικό υψηλό, κοντά στο 50%. Στη σημερινή χρονική συγκυρία ενδεχομένως να είναι πρόσφορο το έδαφος να συμβεί το ίδιο. Πρακτικά η αξιοποίηση από τους καταναλωτές της εξοικονόμησης πόρων μέσα από έξυπνες αγορές είναι ικανή αντισταθμίσει την απώλεια διαθέσιμου εισοδήματος, λόγω των ανατιμήσεων. Όπως καταγράφεται στο σχετικό διάγραμμα, σύμφωνα με την έρευνα καταναλωτών του ΙΕΛΚΑ, η μέση εξοικονόμηση σήμερα φτάνει στο 13% περίπου της συνολικής δαπάνης των καταναλωτών. Το ποσοστό αυτό είναι ιδιαίτερα υψηλό και δείχνει τις δυνατότητες των προωθητικών ενεργειών να χρησιμοποιηθούν από το αγοραστικό κοινό για την αντιμετώπιση της παρούσας κατάστασης.

Το ζητούμενο είναι αφενός να μη μειωθούν οι προωθήσεις στην παρούσα χρονική συγκυρία και αφετέρου να πραγματοποιηθούν οι σωστά μελετημένες σχετικές ενέργειες. Δωροεπιταγές και κουπόνια, τα οποία έχουν εμφανή χρηματική αξία για τον καταναλωτή μπορούν να οδηγήσουν σε καλύτερα αποτελέσματα. Επίσης, ενδεχομένως σήμερα να μην είναι ο κατάλληλος χρόνος για ενέργειες που οδηγούν στο «στοκάρισμα» προϊόντων στα ντουλάπια του καταναλωτή, αλλά αντίθετα ενέργειες που έχουν ως στόχο τη μείωση της δαπάνης για το καλάθι της ημέρας. Άλλωστε, σε συνδυασμό με την παραπάνω συζήτηση σε σχέση με την σπατάλη τροφίμων, συμπεραίνουμε πως εργαλεία που θα οδηγήσουν ενδεχομένως σε αύξηση της σπατάλης θα ήταν προτιμητέο να αποφεύγονται.

Κλείνοντας, σημειώνουμε πως σίγουρα οι παραπάνω δύο περιοχές παρέμβασης δεν είναι οι μόνες που μπορούν να απασχολήσουν τις επιχειρήσεις, ώστε να αναλάβουν δράση για την αντιμετώπιση του κύματος πληθωριστικών πιέσεων. Στόχος θα πρέπει να είναι πάντα η παροχή αξίας στον καταναλωτή, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί με πολλαπλούς τρόπους. Το ζητούμενο είναι να υλοποιηθούν όσο το δυνατόν πιο μετρήσιμες και αποτελεσματικές ενέργειες, οι οποίες θα πρέπει να εντάσσονται σε έναν γενικότερο στρατηγικό σχεδιασμό.