Bιώσιμη ανάπτυξη». Μάλιστα! Αυτό είναι το σύνθημα, η σύγχρονη ιδεολογία του επιχειρηματικού πολιτισμού. Και θέλει να πείσει τις κοινωνίες να γίνει η δική τους ιδεολογία, με πρόγραμμα και στόχους. Και κάνει έρευνες καταναλωτή και διαπιστώνει –τι σύμπτωση απόψεων!– ότι όλοι ποθούν μια «πράσινη» και βιώσιμη ευημερία! Η τάση είναι ανερχόμενη, το διαπιστώνουν άπαντες! Η καταναλωτική κοινωνία πια έχει ωριμάσει, λένε, σκέφτεται με όρους κλιματικής κρίσης και ελέγχει με τον οβολό της τις εταιρείες και τα brands, που δεν προσυπογράφουν κοινωνικώς υπεύθυνα το ESG… Πρόκειται για μια αλήθεια, για μια πεποίθηση του σύγχρονου επιχειρηματικού πολιτισμού με μπόλικη δημοσκοπική τεκμηρίωση και συγκινητική επικοινωνία.

Αν τα πάρει κανείς, βέβαια, τοις μετρητοίς όλ’ αυτά, πάει χάθηκε. Μόνο σαν σύμβουλος επιχειρήσεων μπορεί να σώσει την ψυχή του… Λες κι αν ρώταγες τον καταναλωτή τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ή πιο πρόσφατα, όταν οι εταιρείες στόλιζαν την ιδέα της πολυτέλειας με τις πληθωρικές συσκευασίες των προϊόντων τους, «θες μωρέ να το προστατεύσουμε το περιβάλλον;» ή «πες μας, θες να τρέφεσαι υγιεινά;», θα σου ‘λεγε «πώς σας πέρασε τέτοια ιδέα; Φυσικά όχι!»…

Οι καταναλωτές «εκπαιδεύονται» να συμβιβάζονται με τα κελεύσματα του μάρκετινγκ, τι άλλο να κάνουν; Συμμερίζονται μεν την ηθική ιδέα για βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά όχι ότι «ψήνονται» κιόλας με τον ιδεόπλαστο έρωτα του μάρκετινγκ γι’ αυτήν! Ανεξαρτήτως πεποιθήσεων ο καταναλωτής, που έχει ζήσει και τους… σπάταλα αναπτυξιακούς έρωτες των επιχειρήσεων επ’ ονόματι της δικής του ευημερίας –πληρωμένους ασφαλώς απ’ την τσέπη του– είναι πεισμένος πως «αν οι εταιρείες δεν κέρδιζαν, ούτε θα «πρασίνιζαν» ούτε θα τις έπαιρνε ο πόνος για την ηθική διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων». Άλλωστε, ο καταναλωτής λιγότερο ή περισσότερο αντιλαμβάνεται ή υποψιάζεται ότι η αρωγή που του ζητούν οι επιχειρήσεις (είτε διαχειριστική, όπως λ.χ. στην ανακύκλωση, είτε αναγνώρισης και προτίμησης) στον ανταγωνισμό τους για οικονομίες κλίμακος με πρόσημα βιωσιμότητας, τον καθιστούν μέτοχο ξεπλύματος ή κουκουλώματος των δικών τους ευθυνών για την αβίωτη περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά ανάπτυξη (κατά τη λογική, εννοείται, του «μαζί τα φάγαμε», άρα μαζί θ’ ανανήψουμε!). Αλλά τι να κάνει; Συμβιβάζεται κι ακολουθεί, είτε με σκεπτικισμό και καχυποψία, είτε με βαρεμάρα κι αδιαφορία, είτε ειρωνικά και θυμωμένα. Ακολουθεί, όμως. Δεν έχει άλλη επιλογή.

Ίσως, πάντως, και να γινόταν να πειστεί κάπως για τις προθέσεις των επιχειρήσεων, αν π.χ. η δική του βιωσιμότητα δεν συνέβαινε να δοκιμάζεται σκληρά επί δεκατέσσερις μήνες από τα διψήφια ποσοστά των ανατιμήσεων στα τρόφιμα-ποτά, που εκεί που λες «αρχίζουν ν’ αποκλιμακώνονται», τα βλέπεις να αναζωπυρώνονται! Και την ίδια ώρα ν’ ακούει από πάνω πως «τώρα το καλοκαιράκι, με την ευκαιρία που δίνει ο τουρισμός στην αγορά, μην περιμένετε σταθεροποίηση τιμών. Από Σεπτέμβριο και βλέπουμε…». Και ν’ ακούγεται αυτό σαν κάτι το εντελώς φυσικό, το νομοτελές, το μη δυνάμενο να αμφισβητηθεί!

Σημειωτέον ότι ο ένας στους δύο ερωτώμενους δήλωσε ότι φέτος δεν θα πάει καθόλου διακοπές, λόγω εισοδηματικής ανεπάρκειας, λέει σε έρευνά του το ΙΕΚΑ. Ναι, αλλά είτε πάει είτε δεν πάει, θα το πληρώσει το καπέλο της «ευκαιρίας» που δίνει στην αγορά ο τουρισμός… Στη θέση του θα τα πιστεύατε εσείς τα περί κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων;

Νικόλας Παπαδημητρίου
Αρχισυντάκτης