Eίναι αδιανόητο για τις μεταπολεμικές γενιές Ευρωπαίων αυτό που συμβαίνει! Όσα αποφασίζονται σήμερα από τις ηγεσίες τους, απηχώντας ανησυχίες για την ασφάλεια και την οικονομική τάξη, η επιούσα τα κάνει να φαίνονται ασύγγνωστης μικρότητας για το μέγεθος των απειλών. «Αυτός ο πόλεμος θα τελειώσει, μόνο αν νικήσει η Ουκρανία!», διακηρύττει ο Αμερικανός Πρόεδρος. Και η ευρωπαϊκή ηγεσία, ενώ συντάσσεται μαζί του, στέλνοντας όπλα στον ουκρανικό στρατό και επενδύοντας πακτωλό χρήματος σε ίδιο επανεξοπλισμό, προετοιμάζει την κοινή της γνώμη για αιματηρές οικονομίες, με μέτρα αντίστοιχα ενός παρατεταμένου lockdown –ενεργειακού τώρα. Κι ενόσω ο Πούτιν αποφεύγει (για την ώρα) την πρόκληση του βομβαρδισμού των δυτικών εφοδιοπομπών στην παντέρμη Ουκρανία, το πλέον εύλογο ερώτημα καν δεν τίθεται δημοσίως: Τι μέλλει γενέσθαι αν, πιεσμένος ο Πούτιν στο πεδίο της αναμέτρησής του με σύμπασα τη Δύση «δι’ αντιπροσώπων», διακόψει ξάφνου την παροχή φυσικού αερίου και πετρελαίου στην Ευρώπη ως ανταπόδοση στην εξοπλιστική στήριξή της στον αντίπαλό του;

Ο κ. Λάρι Φινκ, διευθύνων σύμβουλος της BlackRock, που διαχειρίζεται ενεργητικό αξίας άνω των δέκα τρισεκατομμυρίων δολαρίων, προειδοποιούσε περί τα τέλη του Μαρτίου, σε σημείωμά του προς μετόχους, ότι «η αντίδραση της Δύσης στην Ουκρανία συνιστά αλλαγή στην παγκόσμια οικονομική τάξη, βάζοντας τέλος στην παγκοσμιοποίηση που γνωρίσαμε». Είναι φανερό ότι ζούμε το προοίμιο της αναμέτρησης μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας κι ο θεός να βάλει το χέρι του να ανακόψει την επιστροφή στο «δίκαιο της πυγμής». Το βάλει-δεν το βάλει, πάντως, οι ΗΠΑ φαίνεται πως, άνευ δεξιοτήτων σκακιστού, πετυχαίνουν ρουά-ματ στο μεγαλύτερο σύμμαχο κι ανταγωνιστή τους: Το ευρώ! Ο τρίτος πόλος του παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού –η ΕΕ– μάλλον πάσχει από προϊούσα πολιτική ευήθεια, αυτοευνουχιζόμενος…

Στον εγχώριο μικρόκοσμο της βιομηχανίας και του εμπορίου των FMCG ήδη ο μεσοπρόθεσμα μεγάλος ζημιωμένος του επιχειρηματικού μας κόσμου, η μεσαία και μικρή επιχειρηματικότητα («μικρή» έως και «αόρατη» για τα ευρωπαϊκά μεγέθη), αγωνιά και δεν το κρύβει. Εξεγείρεται υποφέροντας από το αβάστακτο κόστος της ενεργειακής ακρίβειας, που κάνει την ανταγωνιστικότητά της φύλλο φτερό και τη ζήτηση των προϊόντων της λυμφατική. Η ψυχή της λυγίζει. Διότι είναι φρίκη να έχεις υποστεί υπερδωδεκαετή γυμνάσια αναμονής για την ανάταξη της οικονομίας, με την υπόσχεση ότι η εξωστρέφεια και η καινοτομία θα σε σώσουν, και ξάφνου η συγκυρία να σε ρίχνει στην τρικυμία μιας ακόμη μεγαλύτερης κρίσης, πετώντας σου για σωσίβιο ν’ αρπαχτείς ένα fund, μια ακόμα υπόσχεση ότι «η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες!».

Ποιες ευκαιρίες; Οι ευκαιρίες είναι για τους ομοπάτριους πλοιοκτήτες! Μεταφέροντας σχεδόν το μισό πια ρωσικό πετρέλαιο, κέρδισαν στο άψε σβήσε τρελά μερίδια και κέρδη. Δεκάρα δε δίνουν, αν ο Πούτιν χρηματοδοτεί έτσι την ισοπέδωση της Ουκρανίας κι αν οι Ευρωπαίοι ηγήτορες θέλουν, λέει, να τον τιμωρήσουν γι’ αυτό, με εμπάργκο στα πετρέλαιά του. Χώρια η ευκαιρία του αμερικάνικου LNG γι’ αυτούς! Ευκαιρίες υπάρχουν, ναι, και για τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας! Οι καταγγελίες της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας ότι μόνο τον Μάρτιο οι πάροχοι «καθάρισαν» ίσαμε 240 εκατ. θεόπεμπτα ευρώ το δίχως άλλο τις επισημαίνουν!

Αλίμονο σε όσες επιχειρήσεις εξαρτούν άμεσα την ευρωστία τους από την τσέπη του καταναλωτή. Με γενικό πληθωρισμό 10,2% τον Απρίλιο και ειδικό 122% στο φυσικό αέριο, 88% στο ηλεκτρικό ρεύμα, 35% στη στέγαση, 29% στα καύσιμα και 10,9% στα τρόφιμα, η υπόθεση είναι ήδη τελειωμένη. Πρόκειται, τάχα, για απαισιόδοξη θεώρηση; Αναλογιστείτε μόνο ότι το 49% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα πέρυσι έπαιρναν καθαρά στο χέρι μηνιαίως μέχρι 780 ευρώ κι ας μη μιλήσουμε για συνταξιούχους, ανέργους και μερικώς απασχολούμενους. Αναλογιστείτε, επίσης, ότι περίπου το 40% των μισθωτών σήμερα αμείβονται με βασικό μισθό –έναντι μόλις 7% το 2012(!)– διότι, με την εξαίρεση εννιά-δέκα κλάδων της οικονομίας, σε όλους τους άλλους δεν υφίσταται από τα χρόνια του «μαζί τα φάγαμε» αυτό που λέμε «ωρίμαση μισθού» (τριετίες, πενταετίες κλπ.)…

Κατά τ’ άλλα «η οικονομική συγκέντρωση φέρνει περαιτέρω εξυγίανση της αγοράς». Με την ασθένειά της, όμως, τι γίνεται;