Η οικονομική ύφεση είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως αποτελεί θερμοκήπιο της εγκληματικότητας και γενικότερα της κοινωνικής παραβατικότητας. Πριν μερικά χρόνια, προσδιορίστηκαν από το ECR μεσοσταθμικά οι ετήσιες απώλειες των σούπερ μάρκετ, λόγω των κλοπών, γύρω στο 2,5% επί του ετήσιου τζίρου τους. Το ποσοστό αυτό είναι τρομακτικό για έναν κλάδο που δουλεύει με μέσο ποσοστό κέρδους 1%-1,5%.

Eίναι αυτονόητο, βέβαια, πως τη διαφορά των απωλειών από τις κλοπές συχνά τη χρεώνονται εμμέσως, εξισορροπητικά για τις επιχειρήσεις, οι πελάτες τους. Με άλλα λόγια, εφόσον παραβατικότητα κι έγκλημα είναι κοινωνικά προϊόντα, η κοινωνία είναι πάλι αυτή που «αποζημιώνει» για την παραγωγή τους τις επιχειρήσεις-θύματα της κοινωνικής παθογένειας και επωμίζεται τις δαπάνες της αντικλεπτικής θωράκισής τους.

Αναπόφευκτα, όμως, κάτι τέτοιο συνιστά για τις επιχειρήσεις αναγκαστικό φρενάρισμα της ανταγωνιστικότητάς τους, εφόσον κάθε μετακύλιση του κόστους της κοινωνικής παθογένειας στις τιμές έχει ένα τέτοιο τίμημα, όπως επίσης την αύξηση του λειτουργικού τους κόστους. Το ζήτημα είναι ότι σε εποχές βίαιης καθίζησης των εισοδημάτων, πτώσης του τζίρου και δυσανεξίας της αγοράς, όπως η σημερινή, κάθε απώλεια συνιστά πλήγμα για τις επιχειρήσεις –πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τέτοιου μεγέθους:

Συνολικά περί τα 260 εκατ. ευρώ ετησίως, σύμφωνα με τη χοντρική αποτίμηση, είναι το κόστος των κλοπιμαίων σε επίπεδο κλάδου! Το μέγεθος ασφαλώς προκαλεί ίλιγγο…

«Παραφουσκωμένο» το 2,5%;
Πάντως, οι περισσότεροι μάνατζερ των σούπερ μάρκετ εκτιμούν ότι αυτό το 2,5% είναι μάλλον «παραφουσκωμένο», κρίνοντας από τις εταιρείες τους, όπου το ποσοστό της αξίας των κλοπιμαίων το προσδιορίζουν σήμερα περίπου στο μισό από το υποτιθέμενο, στο 1% έως 1,5% επί του ετήσιου τζίρου τους, συνεπεία των μέτρων αντικλεπτικής προστασίας που, στο μεταξύ, έχουν λάβει.

Κάποιοι, μάλιστα, παραδέχονται λίγο-πολύ ότι ως αιτιολογία οι κλοπές είναι, ίσως, η εύκολη λύση για εκείνους που, γυρεύοντας δικαιολογίες για τις άδηλες «τρύπες» του συστήματος της οργάνωσής τους, αφορίζουν έτσι ως «άγνωστες» και κάμποσες από τις μη καταγεγραμμένες απώλειές τους –φύρες και μικροκαταστροφές, η αξία των οποίων σωρευτικά στον χρόνο «τσούζει»…

Η αλήθεια είναι ότι ο ακριβής προσδιορισμός των απωλειών, λόγω κλοπών, στα σούπερ μάρκετ θα παραμείνει, για πάντα ίσως, ένα αίνιγμα, πράγμα για το οποίο συμπράττουν τα συντριπτικά μεγέθη εμπορεύσιμων κωδικών, πελατών, διαδικασιών, ειδικών χειρισμών κλπ και προπάντων η αέναη κινητικότητά τους. Και συμπράττουν καθοριστικότερα από τις ικανότητες των ειδημόνων να ελέγξουν πρακτικά σε όλη του την έκταση το πρόβλημα.

Η μάστιγα εξαπλώνεται
Τώρα πια, όμως, στις φτωχές και υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, κυρίως του Λεκανοπεδίου αλλά όχι μόνο αυτού, τα ράφια των σούπερ μάρκετ, κυρίως με τα τρόφιμα, στενάζουν από τις αυθόρμητες κλοπές. Η στέρηση πόρων είναι γνωστό πως αρκετούς τους ωθεί εύκολα στην –κατά περίσταση ή κατ’ εξαίρεση– μετακίνηση των ορίων εντιμότητας και ατιμίας στην τοπογραφία της ηθικής. Γι αυτό η εντιμότητα τώρα επιβάλλεται να θωρακίζεται δια της… αποθάρρυνσης ενός εκάστου να εκτρέπεται. Αλλά αυτό σημαίνει επενδύσεις σε μέτρα αποτροπής ή πρόληψης, καθώς «τώρα πια πιάνονται στα πράσα κι άνθρωποι υπεράνω υποψίας, πελάτες που δεν το βάζει ο νους σου!», όπως λέει ο κ. Φοίβος Καρακίτσος, διευθύνων σύμβουλος της αχαϊκής αλυσίδας Κρόνος.

Επιπροσθέτως τα σούπερ μάρκετ, κατά βάση του κλεινού άστεως, υποφέρουν πια όλο και περισσότερο από τις πολυμελείς σπείρες που λυμαίνονται τα ράφια τους. Αυτό το «φρούτο», ήδη γνωστό από τη δεκαετία του ’80 στον κλάδο, ωρίμασε για τα καλά την τελευταία δεκαετία. Η επαγγελματοποίηση της κλοπής FMCG προϊόντων σε ορισμένες περιοχές της Αθήνας προσλαμβάνει διαστάσεις μάστιγας. Εκατοντάδες, κατά προτίμηση «πελάτισσες» όλων των φυλών και των ηλικιών, ειδικεύονται στην ταχυδακτυλουργική εξαφάνιση ορισμένων κατηγοριών αγαθών. Ποιος το περίμενε, λχ, ότι οι συσκευασίες του ενός κιλού του μελιού θα γινόταν στόχος της «αυλής των θαυμάτων»; Οι εντυπωσιακά «φθηνές τιμές» του προϊόντος στις λογής «ανοιχτές αγορές» πιστοποιεί τη λειτουργία ολόκληρων κυκλωμάτων κλεπταποδοχής και παραεμπορίου.

«Το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών σε αξία προέρχεται πια από οργανωμένες σπείρες, κυρίως αλλοδαπών αλλά όχι μόνο. Οι αυθόρμητες κλοπές, που δηλώνουν περισσότερο τη σχετική ψυχική ασθένεια του δράστη παρά την ανάγκη, δεν νομίζω ότι έχουν αυξηθεί», λέει ο κ. Τέλης Θανόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της ομώνυμης αλυσίδας.

Επίδοξη λεία των σπειρών είναι και τα αλκοολούχα ποτά, είδος ανέκαθεν προτιμώμενο από ερασιτέχνες κι επαγγελματίες της κλοπής. Η περίσσια επαγγελματικού θράσους των δραστών αποδεικνύεται όπλο εξίσου δραστικό με την απειλή: Η πωλήτρια, μη μπορώντας να πιστέψει ότι είναι κοινός άρπαγας ο πελάτης, που πήρε από δυο μπουκάλια σε κάθε χέρι και τώρα κατευθύνεται στην έξοδο, αργεί ν’ αντιδράσει. Τρία-τέσσερα δευτερόλεπτα αμηχανίας της του αρκούν να γίνει καπνός…

«Ευτυχώς η περιφέρεια δεν έχει πληγεί από τη δράση συμμοριών. Εδώ το ποσοστό των απωλειών από κλοπές είναι μάλλον αμετάβλητο, ενώ τα κρούσματα περιορίζονται σε μικροκλοπές –τσίχλες, ξυραφάκια κλπ. Βλέπετε, στην τοπική κλειστή κοινωνία ο φόβος του κοινωνικού στιγματισμού είναι ακόμα το αποτελεσματικότερο μέτρο αποτροπής των παραβατικών συμπεριφορών», λέει η κυρία Χριστίνα Τριανταφύλλου, επικεφαλής της θεσσαλικής αλυσίδας Λάρισα.

Οργάνωση πρόληψης κι αποτροπής
«38 ληστείες το 2009, 48 πέρυσι και 29 στο πρώτο εξάμηνο της φετινής χρονιάς –οι περισσότερες στην Αθήνα, ευτυχώς χωρίς ανθρώπινα θύματα. Αυτός είναι ο πρόσφατος απολογισμός εναντίον του δικτύου μας», λέει ο κ. Θεόδωρος Δαβερώνης, διευθυντής πωλήσεων της Αφοί Βερόπουλοι, προσθέτοντας: «Η εγκληματικότητα είναι προφανές ότι αυξάνεται, ενώ σε ό,τι αφορά την πρόοδο της εξιχνίασης των σχετικών υποθέσεων, τα αποτελέσματα είναι πενιχρά».

Μετά την οχύρωση των τραπεζών με διπλές πόρτες ασφαλείας, τα πολυκαταστήματα και τα σούπερ μάρκετ δέχτηκαν το μεγάλο κύμα των ληστρικών επιθέσεων, μέχρι οι επιχειρηματίες να υποχρεωθούν να επενδύσουν, μαζικά κυρίως την τελευταία πενταετία, σε συστήματα αύξοντος βαθμού δυσκολίας για την απόσπαση της λείας.

Όταν ο κ. Λορέντζο Πριέρος, υπεύθυνος Τμήματος Ασφαλείας Μετρό, ανέλαβε στα μέσα του 2007 το Τμήμα Ασφαλείας της Μετρό, η διοίκηση της εταιρείας, προβλέποντας τη σημαντική αύξηση της εγκληματικότητας, είχε αποφασίσει τη ριζική αναβάθμιση των συστημάτων ασφαλείας των υποδομών της, για την αντιμετώπιση ληστειών, διαρρήξεων, κλοπών προϊόντων και κυρίως τη μείωση της σχετικής λείας των δραστών.

Στο πλαίσιο αυτό, ξεκινώντας από τη διεξαγωγή μελετών επικινδυνότητας (σε καταστήματα, γραφεία, αποθήκες), εφάρμοσε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα σχεδιασμού κι εγκατάστασης διευθυνσιοδοτημένου συστήματος ασφαλείας και συστημάτων οπτικής καταγραφής και αντικλεπτικών αντενών σε όλα τα καταστήματά της, οικοδομικών παρεμβάσεων για τη δημιουργία χώρων καταμέτρησης και φύλαξης των χρημάτων, όπως και περιτείχισης του γραφείου διευθυντή ανά κατάστημα.

Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε το 2009 σε όλο της το δίκτυο, συνοδευμένο με διαρκή εκπαίδευση προσωπικού, μέσω σεμιναρίων και εκπόνησης κανονισμού ασφαλείας. Από τις αρχές του 2010 η μεταφορά των χρημάτων από τα ταμεία στον χώρο καταμέτρησης και χρηματοκιβωτίου κάθε καταστήματος, γίνεται παντού μέσω σωληνωτού ταχυδρομείου. «Αποτέλεσμα;

Φέτος τον Ιούλιο ήδη πετύχαμε τη δραστική μείωση της αποκομισθείσας λείας από ληστείες και διαρρήξεις εις βάρος της Μετρό, σε σχέση με τον Ιούλιο του 2007», τονίζει ο κ. Πριέρος (βλέπε σχετικό πίνακα στοιχείων αποτελεσματικότητας), προσθέτοντας: «Το Τμήμα Ασφαλείας έχει να ανταγωνιστεί κλέφτες που βρίσκονται πάντα δύο βήματα μπροστά στην τεχνολογία, που χτυπούν αξιοποιώντας το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, και ληστές που επιβάλλονται στο προσωπικό, καθώς ασκούν ψυχολογική και σωματική βία. Η παρέμβασή μας είναι κυρίως αποτρεπτική, μέσω των συστημάτων ασφαλείας και της εκπαίδευσης του προσωπικού στο να μειώνει τις ευκαιρίες εκδήλωσης κρουσμάτων κλοπής στους χώρους ευθύνης του».

Σήμερα το ετήσιο κόστος της Αφοί Βερόπουλοι σε επενδύσεις για την ασφάλεια των καταστημάτων της ανέρχεται περίπου σε 300.000 ευρώ. Πριν από μερικά χρόνια ήταν κατά πολύ υψηλότερες. Αλλά ευτυχώς η επένδυση στο «βαρύ πακέτο» της πρόληψης, αυτό που περιγράψαμε στην περίπτωση της Μετρό, με την προσθήκη των ταμειακών συστημάτων ασφαλείας στην περίπτωση όλων των καταστημάτων της Αφοί Βερόπουλοι, γίνεται μια και καλή.

Έτσι, σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες, η αγορά, ανανέωση και συντήρηση του εξοπλισμού ασφαλείας κατά μέσο όρο έχει φτάσει πλέον στο 30% των συνολικών επενδύσεων για την ασφάλεια των καταστημάτων στον κλάδο, σύμφωνα με τον κ. Πριέρο. «Ταυτόχρονα με τα συστήματα πρόληψης, η απόκτηση μεγάλης εμπειρίας από την εταιρεία στον τομέα της ασφάλειας έχει συμβάλει στην ελαχιστοποίηση των απωλειών, συγκριτικά με παλιότερα», διαπιστώνει ο κ. Δαβερώνης.

Όμως, «κακά τα ψέματα, η επένδυση που κάνεις στην ασφάλεια δεν οριστικοποιεί τη λύση του προβλήματος, αλλά αποτρέπει την εξέλιξή του επί τα χείρω», διαπιστώνει ο κ. Θανόπουλος. Όντως, αν το καλοσκεφτεί κανείς, το κέρδος της δράσης βρίσκεται σε αέναη σχέση ανταγωνισμού και ισορροπίας με το κόστος αντίδρασης. Η μόνη διαφορά είναι ότι το κόστος της αντίδρασης αναλύεται σε «επενδυτικό κόστος προστασίας» και σε «λεία λόγω κλοπών και ληστειών». Αλλά η ουσιώδης διαφορά είναι ότι όσο μειώνεται η απώλεια, της λείας τόσο ανακόπτεται η δυναμική της παραβατικής κι εγκληματικής δράσης.

«Επαγγελματίες» και «ψιλικατζήδες» της βίας
Ούτως εχόντων των πραγμάτων τα σούπερ μάρκετ σήμερα, όχι μόνο των μεγάλων αλλά και των μεσαίων αλυσίδων, όχι μόνο στα αστικά κέντρα αλλά και στην περιφέρεια, μάλλον «κόβουν την όρεξη» για ληστρικές επιθέσεις, τουλάχιστον στους «επαγγελματίες» του εγκλήματος. Διότι οι «ψιλικατζήδες» -κι εδώ είναι το πρόβλημα- αυξάνουν (κυρίως ναρκομανείς και κάθε λογής αδίστακτοι losers, αλλοδαποί και ημεδαποί), αναστατώνοντας κάθε τόσο τη ζωή των καταστημάτων και, δυστυχώς, όχι πάντα χωρίς αίμα.

Συνεπεία, πάντως, των αντικλεπτικής προστασίας επενδύσεων του οργανωμένου λιανεμπορίου τώρα πια στενάζουν από τις ληστρικές επιθέσεις τα περισσότερο ευάλωτα «προπατζίδικα» και τα ενεχυροδανειστήρια (ο τζίρος τους είναι γνωστό πως αναπτύσσεται αντιστρόφως ανάλογα της κοινωνικής ευημερίας γι’ αυτό και προσελκύει το έγκλημα…).

Είναι και η δράση της επίλεκτης ομάδας των δικυκλιστών της ΔΙΑΣ, που έχει δώσει μια ανάσα ανακούφισης στην εμπορική κοινότητα. Πράγματι, όλοι συμφωνούν ότι η αμεσότητα της εμφάνισής τους όπου καλούνται κι η συχνότητα των περιπολιών τους αποτρέπει τους επίδοξους ληστές. Αλλά προκειμένου να υποστηριχθεί η αποστολή τους, αρκετοί επιχειρηματίες γίνονται μέχρι και χορηγοί του σέρβις των μοτοσυκλετών της ΔΙΑΣ, φαινόμενο κι αυτό του γενικευμένου ευτελισμού των δημόσιων υπηρεσιών, λόγω της πολιτικής των μνημονίων.

Η αντιμετώπιση του αυθόρμητου κλέφτη
Πώς αντιμετωπίζει κανείς τον αυθόρμητο κλέφτη-πελάτη του; Καταρχήν αυτός που τον εντοπίζει είναι άλλοτε ο υπάλληλος κι άλλοτε ο «σεκιουριτάς», που αναλαμβάνει υπηρεσία κατά κανόνα στο «ευάλωτο» κατάστημα –ευάλωτο λόγω είτε του μεγέθους και της δομής του (πχ ύπαρξη ορόφων), είτε της προβληματικότητας της περιοχής που δρα.

Ο εντοπισμός γίνεται είτε άμεσα είτε μέσω της κάμερας παρακολούθησης –το κόστος κτήσης-εγκατάστασης ενός τέτοιου συστήματος στο μέσο κατάστημα κυμαίνεται γύρω στις 10.000 ευρώ. Άλλοτε ο δράστης εντοπίζεται από τις αντένες του καταστήματος, που αν και ακριβές, «φυτρώνουν» πια σαν τις καλαμιές στις εισόδους-εξόδους των σούπερ μάρκετ.

«Αποφεύγουμε τον θόρυβο και τις μηνύσεις. Η αστυνομία καλείται όταν έχουμε να κάνουμε με αλητεία», λέει ο κ. Καρακίτσος. Και πώς αλλιώς να γίνει, εφόσον, όπως παρατηρεί η κυρία Τριανταφύλλου, «οι μικροκλοπές δεν ποινικοποιούνται καν». Πάντως, αν φαίνεται ότι «δεν ιδρώνει το αυτί» του δράστη ή είναι άγνωστος στο κατάστημα, συνήθως καλείται να επιληφθεί η αστυνομία.

Σε κάθε περίπτωση η σχετική εκπαίδευση του προσωπικού αφορά σε ένα πλαίσιο διακριτικών αντιδράσεων, εντός του οποίου δεν διακινδυνεύονται τα νομικά δικαιώματα του δράστη και κυρίως δεν τίθεται εν κινδύνω η ασφάλεια των υπαλλήλων, των πελατών και του ονόματος της επιχείρησης.

«Εσωτερικές» κλοπές
Σύμφωνα με πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα, που έθεσε υπόψη μας ο κ. Πριέρος, το 96% κατά μέσο όρο των περιστατικών κλοπών που γίνονται αντιληπτά γενικά στα λιανεμπορικά καταστήματα έχουν δράστες πρόσωπα που δεν ανήκουν στο προσωπικό τους. Μόλις το 4% των περιπτώσεων αφορά σε δράστες μεταξύ των υπαλλήλων. Οριακή εξαίρεση αποτελούν οι εμποροϋπάλληλοι του Ηνωμένου Βασιλείου, τους οποίους οι μετρήσεις ενοχοποιούν για το 36,8% των σχετικών περιστατικών («εσωτερικές» κλοπές).

Φυσικά, το ποσοστό των περιστατικών επ’ ουδενί δεν συσχετίζεται με το ποσοστό σε αξία των κλοπιμαίων. Αλλά είναι εξόχως σημαντικά για την αντιμετώπιση των κλοπών (κι όχι μόνο των «εσωτερικών») τα συμπεράσματα ειδικής έρευνας που έγινε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2008, μεταξύ υπαλλήλων που «συνελήφθησαν κλέπτοντες οπώρας»:

Κατά το 40% ομολόγησαν ότι έκλεβαν γιατί δεν γνώριζαν την ύπαρξη και λειτουργία συστημάτων ασφαλείας στο κατάστημα, ενώ κατά το 30% δήλωσαν ότι δεν θα αποπειρώντο να κλέψουν, αν γνώριζαν ότι γίνεται έλεγχος στην έξοδο του καταστήματος. Μόλις το 10% των δραστών δήλωσαν ότι η απόφασή τους να κλέψουν ελήφθη άνευ οποιωνδήποτε αναστολών…

Συμπέρασμα: Όταν ο υπάλληλος γνωρίζει ότι δεν μπορεί να κλέψει, είναι κατά συνθήκη έντιμος για την επιχείρηση, πράγμα που σημαίνει ότι αυτή οφείλει να ενημερώνει το προσωπικό της, σχετικά με τις δυνατότητες του δικτύου ελέγχων που διαθέτει.

Οι «μετρημένοι» ένοχοι και οι «πολλοί» αθώοι
Ο καημός του εμπόρου παλαιάς γενιάς ήταν η προδοσία του από το «δεξί του χέρι», τον έμπιστο υπάλληλο, όχι από τους «πολλούς» του προσωπικού. Με τη συγκέντρωση του λιανεμπορίου και τη σύγχρονη οργάνωση του μάνατζμεντ των αλυσίδων, η σχετική «παράδοση» υποχώρησε. Όχι πως οι κλοπές ελέχθησαν όσο θα ήλπιζαν τα θύματά τους, αλλά αν κάποιο χαρακτηριστικό έμεινε κοινό στις δύο εποχές είναι το ότι οι συστηματικοί δράστες, αυτοί που «παράγουν» το μείζον ποσοστό της ετησίως υπεξαιρούμενης αξίας, είναι συνήθως μετρημένοι. Όμως, πλέον δρουν ανεξαρτήτως θέσης κι αρμοδιότητας –απλώς, όπου υπάρχει κενό ελέγχου κι ευχέρεια συγκάλυψης.

Τι ισχύει για τη συντριπτική πλειονότητα του προσωπικού; Όταν ενίοτε κάποιος/α υπάλληλος αποκαλυφθεί ως ένοχος/η κλοπής, στις περισσότερες περιπτώσεις αποδεικνύεται ότι αυτού του είδους οι δράστες «είναι περιστασιακοί και πέφτουν οι ίδιοι θύματα της κουτοπονηριάς ή της αφέλειάς τους, διακινδυνεύοντας για μικρής έως ευτελούς αξίας πράγματα», κατά την εκτίμηση επιχειρηματία του κλάδου.

Σωρευτικά, πάντως, ούτε συζήτηση: η αξία των «εσωτερικών» μικροκλοπών τις καθιστά σαράκι. Η τιμωρία της άμεσης απόλυσης του δράστη και η ανάθεση της υπόθεσης στις αστυνομικές και δικαστικές αρχές, όταν η κλοπή είναι διακεκριμένη, προλαμβάνει τη μετατροπή των περιστασιακών κλοπών σε συστηματικές και ανταποκρίνεται στο αίσθημα δικαίου των «πολλών» του προσωπικού, που έχουν κάθε λόγο να προασπίζονται το ηθικό τους κύρος. Αυτός είναι ο κανόνας που ακολουθούν οι πλείστες επιχειρήσεις στον κλάδο και γενικότερα.

Όταν, όμως, εξακριβωθεί η ταυτότητα ενός συστηματικού κλέφτη, το πλήγμα σημαδεύει άπαντες: Πρώτον, η διοίκηση συνήθως κάνει την αναγωγή των κατ’ έτος απωλειών –εξαιτίας του ενός δράστη– σε περισσότερους δυνητικούς κλέφτες, οπότε πιθανώς διογκώνονται οι εκτιμήσεις της για τον αριθμό τους μεταξύ του προσωπικού και, ακόμα χειρότερα, για το πραγματικό μέγεθος της αξίας των «εσωτερικών» κλοπών, πράγμα που συνεπάγεται την ασύγγνωστη υποτίμηση του κατεξοχήν κρίσιμου παράγοντα σήμερα αύξησης των κλοπών: του οργανωμένου εγκλήματος εκ των έξω.

Από αυτήν την άποψη είναι πράγματι εντυπωσιακή η βεβαιότητα με την οποία οι περισσότεροι μάνατζερ των αλυσίδων αποδίδουν στο προσωπικό της επιχείρησής τους περίπου το 40% σε αξία ή περισσότερο των απωλειών τους από κλοπές κι ότι «από άποψη αξίας οι κλοπές ανά δράστη από μέλη του προσωπικού κοστίζουν περισσότερο στην αλυσίδα, σε σχέση με τις κλοπές των πελατών», όπως μας ειπώθηκε χαρακτηριστικά. Είναι πραγματικά έτσι; «Δυστυχώς δεν πιάνονται εύκολα τα πρόσωπα που δρουν σε σπείρες. Ξέρουν να φυλάγονται. Και κάμερες έχουμε και φύλακες –φανερούς και κρυφούς–, αλλά αυτοί δρουν επαγγελματικά πλέον», ομολογεί ένας συνομιλητής μας…

Δεύτερον, τα μέλη του προσωπικού, οι «πολλοί», υφίστανται στο εξής την ταπείνωση που αισθάνεται κάθε τίμιος άνθρωπος, που τον αντιμετωπίζουν ως δυνητικό κλέφτη. Κι είναι δα γνωστό ότι το κλίμα καχυποψίας και αμοιβαίας άρρητης εχθρότητας, λόγω προκατάληψης, κόβει την ταχύτητα της ευποιίας… «Έτσι είναι, με όλο που –δύσκολο να το πεις, δύσκολο να το αποδείξεις– το ξέρεις: κάποιοι υπάλληλοι το βράδυ φεύγουνε με τα “ψώνια” της ημέρας…», σχολιάζει πικρόχολα άλλος συνομιλητής.

Η εξαίρεση της κοινωνικής εντροπίας
Μένει ως ειδική εξαίρεση να στοχαστεί κανείς τα μεμονωμένα (κι ανομολόγητα ευρύτερα) παραδείγματα απλήρωτου και υπό έκπτωση προσωπικού, αρκετά μέλη του οποίου διολίσθαιναν στην αντιμετώπιση της κλοπής (και δη της συστηματικής) ως πράξη αυτοδικίας –κι αυτό με όρους κατά την αντίληψή τους πραγματιστικούς, όχι ιδεολογικούς.

Η νηφάλια θεώρηση τέτοιων καταστάσεων απαιτεί από την επιχειρηματική ηγεσία να μην αρκείται στην καταγγελία της ανομίας, αλλά και να μεριμνά εσαεί προληπτικά, στο μέτρο που μπορεί και κατά το μερίδιο που της αναλογεί, για την αποφυγή της κοινωνικής αποσύνθεσης. Διότι περί αυτού πρόκειται.

Και η ευχή είναι τα κρούσματα της αποσύνθεσης να είναι εντοπισμένα, ελέγξιμα. Γιατί είναι γνωστό πως σε συνθήκες γενίκευσης των τάσεων κοινωνικής εντροπίας, οπότε δοκιμάζεται ευρύτερα η καθολικότητα αποδοχής των συμβατικών κοινωνικών αξιών, καμμία αστυνομία και κανένα δικαστήριο δεν είναι αρκετά να επαναφέρουν την τάξη. Όσο κι αν η δημιουργία τέτοιων τάσεων αποτελεί εξαίρεση κι όχι τον κανόνα στη ζωή των κοινωνιών, μπορεί, τάχα, να τις αγνοεί κανείς σε εποχές που η πολιτική αφροσύνη γεμίζει παντού την κοινωνία με κακοπληρωμένα κι άνεργα χέρια;

Αντικλεπτική προστασία
Η αντιμετώπιση των κλοπών στο σούπερ μάρκετ επιτυγχάνεται με την εγκατάσταση αντικλεπτικών αντενών στις εισόδους-εξόδους του, την τοποθέτηση ειδικών αντικλεπτικών κιβωτίων για τα ξυριστικά είδη, αντικλεπτικών πωμάτων για τα ποτά και τις συσκευασίες μελιού, όπως και με την εφαρμογή μαγνητικών ταινιών πάνω σε προϊόντα καλλυντικών και μακιγιάζ, που απενεργοποιούνται μόνον εφόσον «περάσουν» από το ταμείο.

Τα συστήματα οπτικής καταγραφής, είτε αποτρέπουν είτε εντοπίζουν τους κλέφτες, είναι πλέον εκ των ων ουκ άνευ απαραίτητα, ενώ, όπως τεκμαίρεται, η παράλληλη χρήση ένστολων, καλά εκπαιδευμένων φυλάκων συμβάλει στη δραστική μείωση των κλοπών.

Στα cash & cary, όπου οι κλοπές έχουν πιο «ειδικό» χαρακτήρα, εκτός του προαναφερθέντος εξοπλισμού χρησιμοποιούνται οι αντικλεπτικοί ιμάντες (αράχνες) για την προστασία των κιβωτίων (κυρίως ποτών), τα αντικλεπτικά clips για τα ακριβά αλκοολούχα και η σηματοδότηση της αντίθετης κίνησης των καροτσιών από τα τουρνικέ των εισόδων.

Η τεχνολογία των αντενών προσφέρει πλέον κι άλλες ευκολίες, όπως η ανίχνευση των μετάλλων με σιωπηρό συναγερμό κατά την είσοδο των πελατών, η καταμέτρηση των εισερχόμενων-εξερχόμενων πελατών, ο εντοπισμός της αντίθετης κίνησης των καροτσιών (στις εισόδους), ο έλεγχος των βλαβών, οι ρυθμίσεις και αναβαθμίσεις από απόσταση, μέσω modem κλπ.

Πηγή: Τμήμα Ασφαλείας της Μετρό

Ζήτημα δικαιοσύνης
Ελάχιστοι είναι οι προμηθευτές που επενδύουν στην εφαρμογή αντικλεπτικών σημάνσεων στις συσκευασίες των προϊόντων τους, ώστε να ανιχνεύονται από τις αντένες εξόδων των σούπερ μάρκετ. Ταυτόχρονα, είναι αρκούντως φειδωλοί στη χορήγηση επιπλέον ποσοστών στους πελάτες τους, για την κάλυψη των απωλειών τους από τις κλοπές.

Το κόστος, λένε, είναι ασύμφορα υψηλό, εξαιτίας είτε του μικρού μεγέθους της αξίας των προϊόντων τους είτε του μικρού ακόμα αριθμού των σούπερ μάρκετ, που είναι εξοπλισμένα με αντένες. Αυτά είναι σωστά, αλλά έτσι οι λιανέμποροι χρεώνονται εις ολόκληρον το κόστος της κοινωνικής παθογένειας.

Όπου είναι δυνατόν, βέβαια, οι προμηθευτές συνεισφέρουν με τη χορήγηση ή την πριμοδότηση αντικλεπτικών κατασκευών, όπως πχ τα plexi glass ντουλαπάκια για τα ξυραφάκια (ακριβές συσκευασίες). Όμως, οι εγκιβωτιωμένες κατασκευές πάνω στη ραφιέρα (πχ αυτές για τα ακριβά αλκοολούχα), που ξεκλειδώνονται για να πάρει ο πελάτης ό,τι θέλει, δεν είναι ό,τι καλύτερο για τη λειτουργία του συστήματος σελφ σέρβις. Μήπως ήρθε η ώρα για μια συστηματική κοινή συζήτηση του προβλήματος της αντικλεπτικής προστασίας του λιανεμπορίου από τους δύο εταίρους της αγοράς;

 Πίνακας 1: Απόδοση οργάνωσης-λειτουργίας του Τμήματος Ασφαλείας της Μετρό

 Έτος  Ένοπλες ληστείες  Διαρρήξεις  Απόπειρες διαρρήξεων  Μείωση αποκομισθείσας λείας σε σχέση με το 2007
 2007  7  2  0  0%
 2008  11  3  5  15%
 2009  22  1  19  49%
 2010  14  2  17  46,5%
 2011  9  0  6  92,5%
 * Για το 2011 έγινε αναγωγή των στοιχείων σε ετήσια βάση

 Πηγή: Τμήμα Ασφαλείας της Μετρό

 Πίνακας 2: Κλοπές, διαρρήξεις και ληστείες στο ελληνικό λιανεμπόριο το 2010

 Έτος 2010  Α΄ τρίμηνο  Β΄ τρίμηνο  Γ΄ τρίμηνο  Δ΄ τρίμηνο  Σύνολο
 Κλοπές, διαρρήξεις
 Καταστήματα  3153  2628  2581  3273  11635
 Ληστείες
 Μίνι μάρκετ και ψιλικατζίδικα  84  53  46  57  240
 Σούπερ μάρκετ  153  69  48  89  359*
 * Στη διάρκεια του έτους εξιχνιάστηκαν 148 περιπτώσεις ληστειών σε σούπερ μάρκετ, ενώ έγιναν και 15 απόπειρες ληστείας σε καταστήματα του κλάδου.

 Πηγή: Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη