Η πληθωριστική πυρκαγιά επεκτείνεται πλέον την αγορά του κλάδου, καθώς οι τιμές ραφιού γίνονται παρανάλωμα του πυρός, χωρίς να γνωρίζει κανείς πότε θα σβήσει η φωτιά ή θ’ αρχίσει, έστω, να τίθεται υπό έλεγχο. Αλλά τα μηνύματα του δείκτη τιμών παραγωγού από τη βιομηχανία μόνο ενθαρρυντικά δεν είναι, σχετικά με το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Ο γενικός δείκτης μηνός Δεκεμβρίου διαμορφώθηκε στο 29,4% σε ετήσια βάση κι αυτό προμηνύει την επέκταση του πύρινου μετώπου.

O πληθωρισμός τον Ιανουάριο, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, έφτασε στο 6,2%, ποσοστιαίο ύψος λησμονημένο από το 1997. Η μεγαλύτερη αύξηση τιμής διαπιστώθηκε και πάλι στο φυσικό αέριο και ήταν 154,8% έναντι 56,7% στο ηλεκτρικό ρεύμα, 36% στο πετρέλαιο θέρμανσης και 21,6% στα καύσιμα και τα λιπαντικά. Στα τα αμνοερίφια οι τιμές αυξήθηκαν 17,6%, στα νωπά λαχανικά 14,4%, στο ελαιόλαδο 15,4%, στα άλλα βρώσιμα έλαια 17,3%, στις πατάτες 12,3% και στα νωπά φρούτα 8,4%. Το τελευταίο τρίμηνο η μέση τιμή στις πατάτες αυξήθηκε σωρευτικά κατά 47%, στα μακαρόνια 23%, στο ελαιόλαδο άνω του 10%, στο φρέσκο γάλα και τα τυροκομικά 8%, στα αλλαντικά 5%, στα απορρυπαντικά 4% κοκ. Δεδομένου ότι τα είδη διατροφής αποτελούν το 35,9% των συνολικών μηνιαίων δαπανών των φτωχότερων νοικοκυριών (Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ), οι ανατιμήσεις μόνο στα βασικά τρόφιμα γονατίζουν δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά. Σύμφωνα με την έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ μηνός Ιανουαρίου, το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνουν ότι «μόλις τα βγάζουμε πέρα» διαμορφώθηκε στο 65%.

Τα στελέχη του κλάδου προβληματίζονται έντονα με τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει το φαινόμενο τους επόμενους μήνες. Όπως εξηγούν, στην Ελλάδα η επανεκκίνηση της οικονομίας, μετά το παγκόσμιο σοκ εξαιτίας της πανδημίας, έγινε αργότερα απ’ όσο στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες, ενόσω η χώρα μας εμφανίζει μεγάλη εξάρτηση από αγαθά που εισάγει, τόσο πρώτες ύλες όσο και τελικά προϊόντα, πράγμα που σημαίνει ότι οι επιπτώσεις του πληθωρισμού αναμένονται εντονότερες τους επόμενους μήνες και με μεγαλύτερη διάρκεια, δηλαδή ο κύκλος του φαινομένου αναμένεται ότι θα κλείσει στην εγχώρια αγορά σαφώς αργότερα απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Το τι θα επακολουθήσει είναι εύκολο να το αντιληφθεί κανείς. Αρκεί να μελετήσει τα τελευταία επιμέρους στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με το δείκτη τιμών παραγωγού στη βιομηχανία. Αυτά δείχνουν ότι τον Δεκέμβριο σε ετήσια βάση καταγράφηκε στην εγχώρια αγορά αύξηση των τιμών στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου 60,8%, 56,5% στα προϊόντα διύλισης πετρελαίου και 35,4% στην εξόρυξη άνθρακα και λιγνίτη. Στην εξωτερική αγορά τα αντίστοιχης σημασίας ποσοστά τον ίδιο μήνα ήταν 75,5% για το ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο, 61% για τα προϊόντα διύλισης και 21,6% για την κατασκευή προϊόντων από ελαστικό και πλαστικό. Πρόκειται για μεταβολές που θα έχουν συνέχεια και που σε κάθε περίπτωση ήδη έχουν πυρπολήσει τιμές της πλειονότητας των τελικών προϊόντων σε όλο το φάσμα της οικονομίας, μεταξύ των οποίων και των ειδών που διαθέτουν τα σούπερ μάρκετ.

5% οι ανατιμήσεις στο ράφι
Η IRI κατέγραψε την εβδομάδα που έκλεισε στις 16 Ιανουαρίου ανατιμήσεις που σε μέσο επίπεδο ήταν της τάξης του 5% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2021. Στα τρόφιμα οι πιέσεις στις τιμές τη δεύτερη εβδομάδα του μήνα ήταν μεσοσταθμικά της τάξης του 1% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο ένα χρόνο πριν. Αλλά στην κατηγορία των γαλακτοκομικών, όπως και στα συσκευασμένα τρόφιμα, οι ανατιμήσεις διαμορφώθηκαν στο 3%, ενώ στο 2% ανατιμήθηκαν σε μέσο επίπεδο τα αναψυκτικά. Μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στις τιμές εντοπίσθηκαν στα μη τρόφιμα, όπου το κόστος αγορών αυξήθηκε κατά 11% σε ετήσια βάση, δεδομένου ότι οι επιπτώσεις στα κόστη της παραγωγής από τις ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες και τα ενεργειακά αγαθά ήταν πολύ ισχυρότερες. 