Οι παράλληλες εισαγωγές θα έπρεπε να εμφανίζουν πτωτική πορεία, λόγω της βούλησης των πολυεθνικών ομίλων να επιβάλουν ενιαίες τιμές στην Ευρώπη. Ωστόσο παραμένουν σταθερές ως συμμετοχή στις συνολικές πωλήσεις του οργανωμένου λιανεμπορίου. Αυτό συμβαίνει γιατί οι πολυεθνικοί όμιλοι δεν κατάφεραν να παγιώσουν τις ενιαίες, ευρωπαϊκές τιμές για τα προϊόντα τους και γιατί το ευρώ, δημιουργώντας συνθήκες ακρίβειας, ευνόησε την μακροημέρευση των παράλληλων εισαγωγών, που συνήθως καλύπτουν έως το 5% των εισαγωγών, ή το 0,3% των ετήσιου τζίρου των αλυσίδων. Μάλιστα, στις μικρομεσαίες μπορεί να φθάνουν και το 5%-10% του τζίρου τους, ενώ εντοπίζονται και περιπτώσεις προϊόντων, όπου το ποσοστό αυτό φθάνει το 50%.

Για τη συλλογή των στοιχείων και τη συναγωγή σημαντικών συμπερασμάτων, στηριχθήκαμε σε απόψεις, σχόλια και μαρτυρίες γνωστών παραγόντων της αγοράς, οι οποίοι για λόγους ευνόητους θέλησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους.

Από τα όσα ιδιαιτέρως σημαντικά ακούσαμε ξεχώρισε κατ’ αρχάς η άποψη ότι οι παράλληλες εισαγωγές, αν και θα έπρεπε γενικώς να εμφανίζουν πτωτική πορεία -ακριβώς λόγω της βούλησης των πολυεθνικών ομίλων να επιβάλουν ενιαίες τιμές στην Ευρώπη-, στην ουσία παραμένουν σταθερές ως συμμετοχή στις συνολικές πωλήσεις του οργανωμένου λιανεμπορίου, για δύο βασικούς λόγους:

Πρώτον, διότι οι πολυεθνικοί όμιλοι δεν κατάφεραν να παγιώσουν στο μέτρο που επιθυμούσαν τις ενιαίες τιμές για τα προϊόντα τους στην ευρωπαϊκή αγορά, καθ’ ότι οι πιέσεις, που δέχθηκαν από τα οργανωμένα λιανεμπορικά δίκτυα στις εθνικές αγορές για ειδική μεταχείριση στο ζήτημα των τιμών, ήταν μεγάλες. Αυτό είχε και εξακολουθεί να έχει ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση διαφορετικών ταχυτήτων στην τιμολόγηση των global προϊόντων μεταξύ εθνικών αγορών, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην Ευρώπη. Το εν λόγω γεγονός δημιούργησε κατά συνέπεια ευκαιρίες, ώστε τα ισχυρά δίκτυα να προμηθεύονται σε χαμηλές τιμές επώνυμα προϊόντα από άλλες αγορές, στην προσπάθειά τους να ισχυροποιήσουν το ανταγωνιστικό τους προφίλ.

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με το ευρώ, που ως ενιαίο νόμισμα θα περίμενε κανείς ότι θα βοηθούσε τη βιομηχανία να καθιερώσει ενιαίες τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά. Στην πράξη δεν ίσχυσε κάτι τέτοιο. Το ευρώ έφερε την ακρίβεια και την απαξίωση του οικογενειακού εισοδήματος σε αρκετές χώρες-μέλη της ΕΕ. Συνεπεία αυτού, οι οργανωμένες αλυσίδες πίεσαν ακόμη περισσότερο τη βιομηχανία για χαμηλότερες τιμές. Η πολιτική τους πέτυχε τον στόχο της, διατηρώντας τις διαφορετικές τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά, με αποτέλεσμα την παγίωση ενός περιβάλλοντος ευνοϊκού για τη διενέργεια παράλληλων εισαγωγών, στα πρότυπα των όσων συνέβαιναν και πριν από τουλάχιστον πέντε έτη.

10 ερωτήσεις-απαντήσεις

1. Ποιοι κάνουν σήμερα παράλληλες εισαγωγές; Θα ήταν, ίσως, άκομψο να ονοματίσουμε αλυσίδες, όμως κάποιος μπορεί με μεγάλη βεβαιότητα να ισχυριστεί ότι ως πρακτική οι παράλληλες εισαγωγές παραμένει σχετικά περιορισμένη και ότι ως προς τη συχνότητά της είναι αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους της αλυσίδας. Δηλαδή, όσο μικρότερη είναι μια οργανωμένη αλυσίδα τόσο πιο συχνά ή πιο εύκολα προβαίνει σε παράλληλες εισαγωγές.

2. Ποια είναι η συνολική αξία των παράλληλων εισαγωγών στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ; Συνήθως καλύπτουν έως το 5% των εισαγωγών, ή το 0,3% των ετήσιου τζίρου τους. Στις μικρομεσαίες οργανωμένες αλυσίδες μπορεί να φθάνουν και το 5% με 10% του τζίρου τους, ενώ, εφόσον τα στοιχεία επικεντρωθούν σε συγκεκριμένες κατηγορίες αγαθών, εντοπίζονται και περιπτώσεις, που το ποσοστό τους φθάνει και το 50%. Υπάρχουν επίσης αλυσίδες, κυρίως στην περιφέρεια, των οποίων τα branded-ξένα προϊόντα προέρχονται από παράλληλες εισαγωγές σε ποσοστό έως και 80%. Τέτοια ποσοστά εντοπίζονται κατά βάσει σε περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, που βρίσκονται κοντά στην Ιταλία.

3. Από πού διενεργούνται παράλληλες εισαγωγές; Οι περισσότερες εξ αυτών από την Ιταλία. Πρόκειται για μια ευέλικτη αγορά σε ό,τι αφορά ζητήματα συμφωνιών, τιμών, αναγραφών, προσφορών με στίκερς κά. Ακολουθούν η Ισπανία και η Γερμανία, που αποτελούν φθηνές αγορές για τα standards του ελληνικού λιανεμπορίου. Σημειώνουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις οι παράλληλες εισαγωγές αφορούν σε πολύ καλές προσφορές, που εντοπίζουν στο εξωτερικό οι αντιπρόσωποι των ελληνικών αλυσίδων, και που στην πλειονότητά τους διενεργούνται μέσω ξένων χονδρεμπορικών επιχειρήσεων.

4. Ποια branded προϊόντα προτιμούν οι λιανέμποροι για απ’ ευθείας εισαγωγές; Συνήθως επιλέγουν τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας και υγείας, τα είδη bazaar, αλλά και ό,τι άλλο εντοπίσουν στο εξωτερικό σε χαμηλές τιμές. Δεν εισάγονται εύκολα τα τρόφιμα, διότι πολλά από τα ελληνικά προϊόντα διαφοροποιούνται στη συσκευασία, τις ενδείξεις και κυρίως τη γεύση, όπως η σοκολάτα, ο καφές και οι κωδικοί τύπου cola. Επίσης, όπου η συσκευασία είναι global και οι ενδείξεις αναγράφονται σε πολλές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και την ελληνική, τότε σε αρκετές περιπτώσεις επιλέγεται η λύση των παράλληλων εισαγωγών.

5. Ποια είναι τα αντανακλαστικά των εν Ελλάδι θυγατρικών των παραγωγών αυτών των προϊόντων; H αντίδρασή τους είναι, πάντα, άμεση. «Συνηθίζουν» να εντοπίζουν αμέσως το πρόβλημα. Μέσω των συστημάτων logistics καταγράφουν καθημερινά τις πωλήσεις τους, διαπιστώνοντας έτσι πολύ εύκολα απώλειες παραγγελιών. Ωστόσο, πολλοί από τους λιανέμπορους γνωστοποιούν οι ίδιοι και ευθέως τις προθέσεις τους, προκειμένου να πιέσουν πριν μπουν σε εισαγωγικές περιπέτειες. Από την πλευρά τους οι προμηθευτές, εφόσον τελικά δεν υπάρξει συμφωνία, ζητούν από τους λιανέμπορους τουλάχιστον να μη “σπάνε” τις τιμές, ώστε να μην δημιουργούνται προβλήματα με άλλες αλυσίδες. Πάντως, οι διαπραγματεύσεις σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σκληρές, ενώ κάποτε οδηγούν και σε ρήξη τις δύο πλευρές.

6. Ποια είναι τα εμπόδια για τη διενέργεια παράλληλων εισαγωγών; Κύριο εμπόδιο αποτελεί το ζήτημα των ενδείξεων, όπως και το κακό κλίμα που δημιουργείται στις σχέσεις των αλυσίδων-προμηθευτών. Ανασταλτικό παράγοντα αποτελούν επίσης κάποιες μικρο-διαφοροποιήσεις, που ορισμένες φορές παρατηρούνται στις συσκευασίες εισαγόμενων προϊόντων έναντι των αντίστοιχων που πωλούνται στην Ελλάδα. Η διάθεση ανάλογων κωδικών θεωρείται ότι υποβαθμίζει την ποιότητα του καταστήματος στα μάτια του καταναλωτή, οπότε στις περιπτώσεις αυτές οι παράλληλες εισαγωγές αποφεύγονται.

7. Πότε αποφασίζονται οι παράλληλες εισαγωγές; Κατά κύριο λόγο επιλέγονται ως πρακτική για καθαρά αμυντικούς σκοπούς, χωρίς βέβαια να αποκλείεται το αντίθετο -δηλαδή, ως μέτρο πίεσης του προμηθευτή για τη χορήγηση προς τον λιανέμπορο καλύτερων όρων προμήθειας branded αγαθών. Η συχνότητα επιλογής της πρακτικής αυτής εξαρτάται από την περίοδο και τις συνθήκες της αγοράς, τις σχέσεις προμηθευτή-λιανέμπορου, το κόστος του προϊόντος και τη γενικότερη τιμολογιακή πολιτική του παραγωγού, τις τιμές σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, τις πιέσεις που μπορεί να ασκήσει η θυγατρική στη μητρική της για το μπλοκάρισμα της παράλληλης εισαγωγής, καθώς και την ανάγκη της αλυσίδας να “παίξει” με τις τιμές έναντι του ανταγωνισμού της.

8. Ωφελείται ο καταναλωτής από τις παράλληλες εισαγωγές; Είναι ξεκάθαρο ότι εξασφαλίζει τα ίδια ακριβώς προϊόντα σε χαμηλότερο κόστος.

9. Γίνονται παράλληλες εισαγωγές branded προϊόντων-“μαϊμού”; Βεβαίως, αλλά σε μικρή έκταση και αφορούν κατά κύριο λόγο σε αγαθά που παράγονται στην Κίνα. Το πλέον παράδοξο είναι ότι στην Ελλάδα οι προμηθευτές, ενώ γνωρίζουν το πρόβλημα, δεν αντιδρούν δυναμικά. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι “οι πολυεθνικές επιδεικνύουν ένα είδος παράξενης ανοχής στο φαινόμενο αυτό, ενώ θα μπορούσαν να το καταστείλουν με διάφορα μέσα -όπως πχ στην περίπτωση γνωστής μεσαίας αλυσίδας, που επιδίδεται με μεγάλη συχνότητα στο “σπορ”…”.

10. Πόσο επιρρεπείς είναι οι hard discounters στις παράλληλες εισαγωγές; Ένας hard discount παίκτης δύσκολα προσφεύγει στη λύση των παράλληλων εισαγωγών, δεδομένου ότι ο κύριος όγκος των προϊόντων του προέρχονται από το εξωτερικό και είναι private label. Επίσης, στη συντριπτική πλειονότητα των branded προϊόντων που πωλούν από τα ράφια τους, οι τιμές «κλειδώνουν» κεντρικά, μετά από συμφωνία της μητρικής με την εκάστοτε πολυεθνική.