Βελτιωμένη εικόνα παρουσίασαν το 2019 τα λειτουργικά έξοδα στον κλάδο των σούπερ μάρκετ, σύμφωνα με την ετήσια έκδοση του σελφ σέρβις «Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ 2020». Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο σχετικό κεφάλαιο, μέρος του οποίου αναδημοσιεύουμε στο παρόν άρθρο, οι λειτουργικές δαπάνες του κλάδου, μετά από ένα μίνι ράλι αυξήσεων κατά την περίοδο 2014-2018, σταθεροποιούνται από το 2018 και μετά, ενώ το 2019 σημειώνεται μία ιδιαίτερα αποδοτική διαχείριση στο σχετικό πεδίο. Συγκεκριμένα, οι λογαριασμοί των λειτουργικών δαπανών παρουσιάζουν μικρότερη αύξηση σε σχέση με τις πωλήσεις και ως εκ τούτου μειώνονται οι σχετικοί δείκτες.

Σε γενικές γραμμές ο κλάδος τα τελευταία χρόνια κατέγραφε αυξημένες λειτουργικές δαπάνες (ειδικά την διετία 2016-2017), οπότε και η απορρόφηση νέων δικτύων μέσω των εξαγορών προκάλεσε μεν άμεση αύξηση του κόστους λειτουργίας, αλλά όχι άμεση αντίστοιχου βαθμού αύξηση των πωλήσεων (όπως είναι αναμενόμενο), επηρεάζοντας έτσι αυξητικά τους σχετικούς δείκτες. Πλέον φαίνεται ότι η αύξηση των πωλήσεων έρχεται να διορθώσει την εικόνα.

Παράλληλα, οι αλλαγές στα διεθνή λογιστικά πρότυπα επηρεάζουν σε έναν βαθμό τις λειτουργικές δαπάνες, καθώς για τις συμβάσεις μίσθωσης, που είχαν προηγουμένως ταξινομηθεί ως λειτουργικές μισθώσεις, θα παρουσιάζεται πλέον υψηλότερο το συνολικό ποσό των εξόδων στην αρχή της περιόδου μίσθωσης. Πρακτικά δηλαδή, με τα νέα πρότυπα προστίθενται αρκετά υψηλές αποσβέσεις, αλλά εξαλείφεται ένα μέρος του κόστους μίσθωσης από τα λειτουργικά έσοδα. Κατά συνέπεια, οι δείκτες λειτουργικού περιθωρίου EBIT και EBITDA θα είναι υψηλότεροι για εταιρείες που έχουν υψηλές λειτουργικές μισθώσεις.

Συνολικά οι 40 αλυσίδες, οι δημοσιευμένοι ισολογισμοί των οποίων αποτελούν το δείγμα ανάλυσης, εμφάνισαν λειτουργικό κόστος ύψους 2,17 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 4,32% σε σχέση με το 2018, ποσό που αντιστοιχεί στο 23,80% των πωλήσεών τους, έναντι 24,17% κατά το προηγούμενο έτος, ποσοστό σύνηθες για τον κλάδο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση των δαπανών κάθε επιχείρησης θα πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση, καθώς είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπ’ όψιν και η γεωγραφική κατανομή και το μέγεθος του δικτύου της, καθώς είναι διαφορετικά τα κόστη για τοπικές αλυσίδες, όπως είναι και διαφορετικά τα έσοδα για αλυσίδες που δραστηριοποιούνται στην επαρχία, σε περιοχές πχ τουριστικές, που επλήγησαν λιγότερο από την οικονομική κρίση. Αντίστοιχα, αλυσίδες με μεγάλη έμφαση στο δίκτυο καταστημάτων cash & carry είναι αναμενόμενο να έχουν διαφορετικούς δείκτες, τόσο μικτού κέρδους, όσο και λειτουργικού κόστους, κατά κανόνα χαμηλότερους από τους μέσους όρους του συνολικού δείγματος. Οι ενότητες της έκδοσης, οι οποίες αναλύουν το δίκτυο των αλυσίδων, προσφέρονται γι’ αυτή την εργασία, καθώς αναφέρουν τόσο το μέγεθος των δικτύων όσο και τον τύπο των καταστημάτων.

Όσον αφορά τις 10 μεγαλύτερες αλυσίδες του δείγματος, το λειτουργικό κόστος παρουσιάζει αύξηση, όπως είναι αναμενόμενο, ενώ οι δείκτες λειτουργικού κόστους μικτή εικόνα. Οι 9 από τις 10 εταιρείες παρουσιάζουν αύξηση συνολικών δαπανών και μόλις 1 παρουσιάζει μείωση. Πρόκειται για την Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος, με μείωση κατά 0,64%, στα 457,91 εκατ. ευρώ. Σε ό,τι αφορά την ποσοστιαία μεταβολή, τη μεγαλύτερη αύξηση καταγράφουν οι ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός, κατά 31,14%, φτάνοντας τα 73,14 εκατ. ευρώ, και η Bazaar, κατά 14,19%, φτάνοντας τα 42,38 εκατ. ευρώ. Σε αξία, τη μεγαλύτερη αύξηση κατέγραψε η Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης, κατά 19,56 εκατ. ευρώ ή 3,10%, στα 649,87 εκατ. ευρώ. Βέβαια, οι αντίστοιχοι δείκτες λειτουργικών δαπανών για τις 10 μεγαλύτερες αλυσίδες, λόγω και της πορείας των πωλήσεων, διαφοροποιούνται, με 4 εταιρείες να παρουσιάζουν μείωση και 6 αύξηση (βλ. διάγραμμα).

Τη μεγαλύτερη μείωση καταγράφει η Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης, κατά 1,90%, από 26,59% το 2018 σε 24,69% (όπως είχαμε σημειώσει και σχετικά με τη μείωση κατά το 2018, η τιμή του δείκτη το 2017 ήταν 28,16% και η μείωση είναι αναμενόμενη, καθώς δεν είχαν κεφαλαιοποιηθεί σε κύκλο εργασιών οι δαπάνες λειτουργίας τού τότε νεοαποκτηθέντος δικτύου της Μαρινόπουλος). Μείωση καταγράφεται και για τις Market In, Δ. Μασούτης και Μετρό, κατά 1,53%, 0,39% και 0,36% αντίστοιχα. Αντίθετα, τη μεγαλύτερη αύξηση καταγράφουν η ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός, κατά 1,32%, σε 23,07%, και η Bazaar, κατά 1,20%, σε 23,16%. Τον χαμηλότερο δείκτη εμφάνισε και αυτή τη χρονιά η Μαρτ Κας & Κάρυ, με 18,4%, γεγονός αναμενόμενο λόγω της εστίασής της στη χονδρική.

Σε σχέση με το γενικό σύνολο των 40 αλυσίδων, 29 εμφάνισαν αύξηση των λειτουργικών τους εξόδων και 10 παρουσίασαν μείωση. Σε 17 από τις επιχειρήσεις ο δείκτης λειτουργικών δαπανών κινήθηκε πτωτικά και σε 22 αυξητικά, κάτι που αποσαφηνίζει περισσότερο την τάση στον κλάδο.

Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους αποτελείται από έξοδα διάθεσης, με τα έξοδα διοικητικής λειτουργίας να είναι 1 προς 7. Τα συνολικά έξοδα διοικητικής λειτουργίας του δείγματος –τα οποία κατά κανόνα δεν σχετίζονται με τις πωλήσεις– έμειναν ουσιαστικά σταθερά, σημειώνοντας μείωση κατά μόλις 0,21%, από 286,15 εκατ. ευρώ σε 285,56 εκατ. ευρώ, ενώ τα έξοδα της λειτουργίας διάθεσης, που σχετίζονται με τις πωλήσεις, αυξήθηκαν κατά 4,46%, από 1,76 δισ. ευρώ σε 1,84 δισ. ευρώ. Η λειτουργία διάθεσης περιλαμβάνει κόστη που επηρεάζονται σε μεγαλύτερο βαθμό από την λειτουργία του δικτύου καταστημάτων, όπως προσωπικό καταστημάτων, ενοίκια λειτουργικών μισθώσεων, ηλεκτρική ενέργεια, έξοδα ασφάλισης κλπ.

Καθώς οι πωλήσεις του κλάδου πλέον αυξάνονται με μεγαλύτερο ρυθμό από τις δαπάνες, φαίνεται ότι οι επενδύσεις των προηγούμενων ετών στα δίκτυα αποδίδουν. Αυτό άλλωστε αντικατοπτρίζεται πιο έντονα στους αντίστοιχους δείκτες δαπανών, με τον δείκτη διοικητικής λειτουργίας να μειώνεται από 3,33% σε 3,13% και τον δείκτη εξόδων διάθεσης από 20,43% σε 20,14%. Μεταξύ των 10 μεγαλύτερων σε πωλήσεις εταιριεών, αξιοσημείωτη είναι η μείωση που σημειώνεται στον δείκτη εξόδων διάθεσης της Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης, από 21,62% σε 19,96% (μεταβολή κατά -1,66%) και της Market In, από 24,11% σε 22,56% (μεταβολή κατά -1,55%), εταιρείες που αύξησαν τις αντίστοιχες δαπάνες πολύ λιγότερο συγκριτικά με τις πωλήσεις.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για το 2020 έχει αυξηθεί σημαντικά το λειτουργικό κόστος, όπως καταγράφεται από πρόσφατη έρευνα του ΙΕΛΚΑ, η οποία εκτιμά το επιπλέον λειτουργικό κόστος που προέκυψε εξαιτίας της διαχείρισης της πανδημίας σε περίπου 1,55% του κύκλου εργασιών.

Αύξηση για το χρηματοοικονομικό κόστος
Όπως προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων παθητικού, οι επιχειρήσεις του κλάδου πρακτικά αύξησαν τον τραπεζικό δανεισμό τους, ειδικά τον βραχυχρόνιο. Παράλληλα, οι αλλαγές στα διεθνή λογιστικά πρότυπα υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις πλέον να αναγνωρίσουν έξοδα τόκων από την υποχρέωση μίσθωσης (υποχρέωση πληρωμής μισθωμάτων), αυξάνοντας περισσότερο το συγκεκριμένο μέγεθος. Έτσι ήταν αναμενόμενη η καταγραφή αύξησης του χρηματοοικονομικού κόστους.

Συνολικά, το χρηματοοικονομικό κόστος διαμορφώθηκε το 2019 σε 121,53 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 73,99% σε σχέση με τα 69,85 εκατ. ευρώ του 2018. Μέχρι το 2017, ως μέγεθος το χρηματοοικονομικό κόστος ήταν αρκετά χαμηλότερο της καταγραφόμενης κερδοφορίας και ως εκ τούτου ήταν αμελητέο, αφού δεν επηρέαζε σημαντικά τα κέρδη. Από το 2017 αυτό άλλαξε. Συγκεκριμένα, το 2019 τα κέρδη, μετά την επίδραση του χρηματοοικονομικού κόστους (τα ολικά κέρδη), διαμορφώθηκαν σε 90,87 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 47,15% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, με τον δείκτη ολικής κερδοφορίας να διαμορφώνεται στο 1,00% έναντι του 0,75% του 2018.

Το χρηματοοικονομικό κόστος αντιστοιχεί πλέον στο 1,33% του κύκλου εργασιών (δείκτης χρηματοοικονομικού κόστους) έναντι 0,81% του 2018 και όπως γίνεται κατανοητό επηρεάζει σημαντικά πλέον τη λειτουργία των επιχειρήσεων.

Συνολικά μόλις 3 από τις 40 εταιρείες εμφάνισαν χρηματοοικονομικά έσοδα, ενώ οι υπόλοιπες 37 κατέγραψαν χρηματοοικονομικά έξοδα. Από τις 40 επιχειρήσεις συνολικά 33 επιχειρήσεις εμφανίζουν κέρδη στον δείκτη ολικού κέρδους και 7 παρουσιάζουν ζημιές.

Στις εξελίξεις περί του χρηματοοικονομικού κόστους πρωταγωνιστές είναι και πάλι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου. Το μεγαλύτερο χρηματοοικονομικό κόστος κατέγραψε η Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης, με 59,03 εκατ. ευρώ και αύξηση κατά 56,92% σε σχέση με το 2018, ποσό που αντιστοιχεί σε -2,24% επί των πωλήσεων της. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος, με 29,13 εκατ. ευρώ και αύξηση κατά 383,02% σε σχέση με τα 6,03 εκατ. ευρώ του προηγούμενου έτους, με τον αντίστοιχο δείκτη να αυξάνεται από -0,30% σε -1,50%, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκεται η Μετρό με χρηματοοικονομικό κόστος 13,24 εκατ. ευρώ και δείκτη 1,06%.

Στον αντίποδα, η Πέντε είναι η μόνη επιχείρηση από τις 10 μεγαλύτερες που παρουσίασε χρηματοοικονομικά έσοδα 612 χιλ. ευρώ, ποσό που αυξάνει την κερδοφορία της κατά 0,14% και διαμορφώνει το ολικό περιθώριο στο 3,16%, επίδοση που είναι η υψηλότερη μεταξύ των 10 μεγαλύτερων εταιρειών.