Το 2015 ήταν ένα έτος ορόσημο για την ελληνική οικονομία σαν σύνολο, αλλά και για τον κλάδο των αλυσίδων σούπερ μάρκετ ειδικότερα. Η χρονιά ξεκίνησε έχοντας ήδη μια καλή εικόνα, από το δεύτερο εξάμηνο του 2014. Όμως, οι καταιγιστικές εξελίξεις, κυρίως μετά τον Ιούνιο του 2015 (δημοψήφισμα, έλεγχοι κεφαλαίων, υπογραφή νέου μνημονίου, αλλαγή συντελεστών ΦΠΑ στα τρόφιμα, αύξηση στη φορολογία κ.ά.) είχαν σαφείς επιπτώσεις στις επιχειρήσεις του κλάδου και σε ένα βαθμό είτε επιτάχυναν είτε προκάλεσαν τις μεγάλες επιχειρηματικές συμφωνίες του 2015-2016.

Τα στοιχεία των ισολογισμών των 44 αλυσίδων της φετινής έκδοσης «Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ» δείχνουν μία καλή σχετικά εικόνα, των πωλήσεων, με μία ελάχιστη μείωση κατά 0,07% (5,97 εκατ. ευρώ) στα 8,45 δισ. ευρώ, σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ για το σύνολο της αγοράς, οι οποίες αναφέρουν για το 2015 μείωση του κύκλου εργασιών των μεγάλων καταστημάτων τροφίμων κατά 1,43% και για τον κλάδο «τρόφιμα-ποτά-καπνός» μείωση κατά 2,11%, ενώ αντίστοιχα μειωμένη ήταν και η δαπάνη των νοικοκυριών σε τρόφιμα, κατά 2,4%. Δεδομένου ότι το δείγμα των 44 αλυσίδων της έκδοσης παρουσίασε καλύτερη εικόνα στον κύκλο εργασιών από το σύνολο της αγοράς, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι αυτή η πτώση των πωλήσεων επηρέασε σε μεγαλύτερο βαθμό τα μικρά σημεία πώλησης, όπως άλλωστε γίνεται τα τελευταία χρόνια της ύφεσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προετοιμάστηκε η μεγαλύτερη αναδιάταξη πωλήσεων στην ιστορία του κλάδου των σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα, μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων, η οποία ολοκληρώθηκε το 2016. Παράλληλα με τις εξελίξεις στις πωλήσεις, το ταραχώδες 2015 επέδρασε σίγουρα και στην εσωτερική λειτουργία των επιχειρήσεων. Η μειωμένη ρευστότητα της αγοράς, άλλαξε σημαντικά τη διαχείριση αποθεμάτων, διαθεσίμων και πιστώσεων. Τα κόστη λειτουργίας αυξήθηκαν με άμεσους και έμμεσους τρόπους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αύξηση του λειτουργικού κόστους, λόγω της αυξημένης χρήσης πιστωτικών και χρεωστικών καρτών. Για παράδειγμα, έρευνα του ΙΕΛΚΑ εκτιμά ότι το 2016 το λειτουργικό κόστος θα επιβαρυνθεί κατά 0,31% επί των πωλήσεων μόνο από την αυξημένη χρήση καρτών, ποσοστό που για το δείγμα των 44 επιχειρήσεων αντιστοιχεί σε 26 εκατ. ευρώ.

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ πως η απουσία του ισολογισμού της Lidl Hellas αφαιρεί από τη συνολική εικόνα των πωλήσεων, σύμφωνα με εκτιμήσεις εκτός ισολογισμών, περίπου 1,2 δισ. ευρώ.

Η γενική εικόνα των 44 αλυσίδων:
Συνολικά ζημιές αλλά υψηλή κερδοφορία για τους μεγάλους του κλάδου

Τα παραπάνω αντικατοπτρίζονται και στην εικόνα των 44 αλυσίδων σούπερ μάρκετ μέσω των ισολογισμών τους που αναλύονται στη φετινή έκδοση του Πανοράματος. Οι 10 μεγαλύτερες επιχειρήσεις κατέγραψαν λίγο μεγαλύτερη μείωση στις πωλήσεις τους κατά 0,48%, δηλαδή κατά 36,06 εκατ. ευρώ φτάνοντας τα 7,50 δισ. ευρώ, ποσό που αντιπροσωπεύει το 88,68% των πωλήσεων του δείγματος. Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στις απώλειες πωλήσεων της Μαρινόπουλος, κατά 281,62 εκατ. ευρώ (-18,14%)που τη μεταθέτουν στην 3η θέση, και δευτερευόντως της Βερόπουλος, κατά 40,01 εκατ. ευρώ (-8,77%). Αντίθετα, νέα σημαντική αύξηση παρουσίασαν οι αλυσίδες που βρίσκονται στις θέσεις 11 έως 20 ως προς τις πωλήσεις, με άνοδο κατά 3,87% ή 25,42 εκατ. ευρώ, φτάνοντας τα 682,62 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιπροσωπεύει το 8,08% του συνόλου.

Τη θέση οδηγού στον κλάδο το 2015 διατήρησε η Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος, τόσο σε επίπεδο πωλήσεων, με 1,95 δισ. ευρώ όσο και σε επίπεδο κερδοφορίας (77,29 εκατ. ευρώ). Το 2015 προσέθεσε το εντυπωσιακό ποσό των 153,44 εκατ. ευρώ (+8,57%) στις πωλήσεις της, παρά το ότι δεν ολοκλήρωσε κάποια μεγάλη εξαγορά. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται πλέον ο νέος όμιλος Σκλαβενίτη, που περιλαμβάνει το 60% της Χαλκιαδάκης και το 70% της Μαρτ (πρώην Μάκρο) Κας & Κάρυ και φτάνει τα 1,74 δισ. ευρώ πωλήσεων και 41,84 εκατ. ευρώ καθαρά κέρδη. Με την προσθήκη του δικτύου της Μαρινόπουλος από το τέλος του 2016 (πρακτικά από το 2017) αναμένεται οι πωλήσεις της εταιρείας να αυξηθούν ακόμα περισσότερο. Πρόκειται, άλλωστε, για ένα δίκτυο που το 2015 πραγματοποίησε πωλήσεις αξίας 1,27 δισ. ευρώ. Τις δύο αυτές εταιρείες ακολούθησαν με σημαντικά κέρδη η Δ. Μασούτης με 27,33 εκατ. ευρώ (+18,00%) και η Μετρό με 20,44 εκατ. ευρώ (+19.66%).

Η καθαρή κερδοφορία για το σύνολο των 44 επιχειρήσεων το 2015 παρουσιάζει μείωση. Τα καθαρά αποτελέσματα εμφανίζονται μειωμένα κατά 361,38 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε αξιοσημείωτη μείωση κατά 313,50%, από κέρδη 115,27 εκατ. ευρώ κερδών του 2014 σε ζημιές -246,11 εκατ. ευρώ του 2015. Το καθαρό περιθώριο κέρδους, επομένως, διαμορφώθηκε σε -2,91%, σε σχέση το 1,36% του 2014, παρουσιάζοντας μια πρωτοφανή μείωση. Η μείωση αυτή οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στα αποτελέσματα της Μαρινόπουλος, η οποία παρουσίασε ζημιές αξίας 404,92 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 1.524,55% σε σχέση με τις ζημιές των 24,93 εκατ. ευρώ του 2014. Οι υπόλοιπες 43 επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Αφοί Βερόπουλοι, η οποία επίσης έχει σημαντικές ζημιές, παρουσιάζουν 158,82 εκατ. ευρώ κέρδη, αυξημένα μάλιστα κατά 13,28% σε σχέση με το 2014. Ο σημαντικός δείκτης EBITDA υπολογίζεται στο θετικό και αρκετά ελπιδοφόρο +1,75%, μειωμένο από το 3,61% του 2014 εξαιτίας της σταθερής πορείας των αποσβέσεων, κάτι που αποτελεί αρκετά σημαντική και θετική εξέλιξη.

Σε πτωτική πορεία η ρευστότητα
Σε σχέση με τα υπόλοιπα μεγέθη και δείκτες των ισολογισμών, η ανάλυση απαιτεί προσοχή, καθώς η ιδιαίτερη κατάσταση της Μαρινόπουλος σε συνδυασμό με τα μεγάλα μεγέθη της επηρεάζει σημαντικά τα συνολικά αποτελέσματα. Για να γίνει σαφής ο βαθμός της επίδρασης αξίζει να σημειωθεί ότι το συνολικό ενεργητικό/παθητικό της Μαρινόπουλος για το 2015 ανέρχεται σε 1,26 δισ. ευρώ και αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο περίπου του συνολικού ενεργητικού.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί οι δείκτες ρευστότητας να μειώθηκαν, παραμένουν όμως (παραδόξως ίσως) υψηλότερα από τα ιστορικά χαμηλά του κλάδου. Αυτή η -αναμενόμενη σε κάποιο επίπεδο- μείωση αποτελεί εξέλιξη που έχει να κάνει κυρίως με την αύξηση των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων, η οποία σε συνδυασμό με τη μείωση του κυκλοφορούντος ενεργητικού πίεσε τους βασικούς δείκτες ρευστότητας: Η γενική ρευστότητα μειώθηκε στο 56,03% έναντι 66,21% το 2014 και η ειδική ρευστότητα στο 31,90% έναντι 36,92% το 2014. Σημειώνεται ότι αν και ο κλάδος παραδοσιακά, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του, έχει συνηθίσει να λειτουργεί με χαμηλότερη ρευστότητα από άλλους τομείς της οικονομίας, η κατάσταση της ελληνικής αγοράς είναι πρωτοφανής και χρήζει προσοχής.

Η μείωση της ρευστότητας οφείλεται στην «αναδόμηση» του παθητικού, αποτέλεσμα τριών τάσεων που παρατηρήθηκαν. Συγκεκριμένα, αντικατοπτρίζει πρώτον την κεφαλαιοποίηση ζημιών στα ίδια κεφάλαια με μείωση κατά 35,71%, δεύτερον τη χρηματοδότηση μεγαλύτερων ή μικρότερων εξαγορών των μεγαλύτερων επιχειρήσεων μέσω τραπεζικού δανεισμού τους και κατά συνέπεια την αύξηση των μακροπρόθεσμων υποχρεώσεων κατά 120,49 εκατ. ευρώ, στο 1,011 δισ. ευρώ και αύξηση του βραχυπρόθεσμου τραπεζικού δανεισμού από 293,91 σε 400,06 εκατ. ευρώ κατά 36.11%, και, τέλος, την αύξηση των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων κατά 356,09 εκατ. ευρώ (+11,82%), εξαιτίας γενικότερα της μειωμένης ρευστότητας στην αγορά σε συνδυασμό με τους ελέγχους κεφαλαίων.

Επανεμφάνιση του τραπεζικού δανεισμού
Στις θετικές εξελίξεις πρέπει να συμπεριληφθεί η ουσιαστική επανεμφάνιση του μακροχρόνιου τραπεζικού δανεισμού, ο οποίος αποκτά το 2015 εκ νέου σημαντικό ρόλο, αλλά και σημαντική αυξητική τάση. Η εξέλιξη αυτή είναι αποτέλεσμα της εμπλοκής των ελληνικών συστημικών τραπεζών στις εξελίξεις του κλάδου, λίγο πριν την ολοκλήρωση των περισσότερων μεγάλων συμφωνιών. Παράλληλα, δημιουργούνται ερωτήματα, σχετικά με το πόσο είναι εφικτό οι ελληνικές τράπεζες να μπορέσουν να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση το 2016-2017, δεδομένης της ανάγκης νέας ανακεφαλαιοποίησης τους, καθώς και σχετικά με τους όρους με τους οποίους γίνεται ο τραπεζικός δανεισμός, αφού τα επιτόκια εξακολουθούν να είναι υψηλότερα από αυτά που λαμβάνει ο ανταγωνισμός του εξωτερικού. Μένει να δούμε πως θα διαμορφωθούν οι συνθήκες ρευστότητας του κλάδου το 2017, μετά και την ολοκλήρωση των μεγάλων δομικών αλλαγών του 2016.