Τα ποσοστά αυτά ήταν παραπλήσια με αυτά του 2006: Οι 10 πρώτοι κάλυπταν το 78,35%, οι επόμενοι 10 το 10,45% και συνολικά 88,80%. Απ’ αυτό προκύπτει ότι το 2007 ενισχύθηκε ελαφρά το μερίδιο των πρώτων του κλάδου κατά 0,23%, ενώ των 10 επόμενων παρέμεινε αμετάβλητο. Επίσης, φαίνεται ότι παρά τις μικρές εξαγορές η συγκέντρωση για την ώρα βρίσκεται σε στασιμότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια περαιτέρω συγκεντρώσεων μεγαλύτερης κλίμακας.

Γενικά, το 2007 ήταν μια καλή χρονιά για τον κλάδο. Τα δύο βασικά μεγέθη, οι πωλήσεις και τα καθαρά αποτελέσματα προ φόρων εμφανίσθηκαν αισθητά βελτιωμένα. Τα σημάδια ανάκαμψης είχαν διαφανεί από το 2006, με άνοδο πωλήσεων κατά 6,35%, και των αποτελεσμάτων κατά 15,94%. Οι εξελίξεις των δύο ετών, όπως και οι παλινδρομήσεις του παρελθόντος δεν προδικάζουν το μέλλον ως προς το σύνολο του κλάδου και οι εκτιμήσεις για το 2008 δεν δικαιολογούν υπερβολές και υπεραισιοδοξία. Εν τούτοις, το πρώτο εξάμηνο του 2008 οι πωλήσεις βαδίζουν με υψηλό δείκτη, σύμφωνα με τις πληροφορίες της αγοράς και της ΕΣΥΕ, παρά το γεγονός ότι προβλέπεται επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Για τις μικρομεσαίες αλυσίδες, όμως, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ενθαρρυντικά, καθώς οι ανακατατάξεις είναι σημαντικές και βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Συνεχίζεται η τάση που τις φέρνει να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, και φαντάζει αρκετά δύσκολη η επιβίωση παρά πολλών από αυτές. Αυτό έγινε αισθητό και με τις εξαγορές της διετίας, οι οποίες αφορούσαν αποκλειστικά σε μικρές αλυσίδες. Ωστόσο, η αντίσταση αρκετών μεσαίων αλυσίδων συνεχίζεται. Καταφέρνουν όχι μόνο να επιβιώνουν αλλά επεκτείνονται, έχουν ικανοποιητική κερδοφορία και ανταγωνίζονται αποτελεσματικά τους κολοσσούς του κλάδου.

Οι μικρότερες εταιρείες

Στους πίνακες μεγεθών-δεικτών του Πανοράματος και στις σχετικές αναλύσεις οι 22 εταιρείες με τις μικρότερες  πωλήσεις αναφέρονται συνοπτικά. Η συμμετοχή των εταιρειών αυτών στις συνολικές πωλήσεις του δείγματος των 84 εταιρειών είναι μόλις 1%, έναντι 1,05% το 2006.

Οι μικρότερες εταιρείες, με συνολικές πωλήσεις 93,21 εκατ. ευρώ το 2006 και 96, 22 εκατ. ευρώ το 2007 σημείωσαν μεταβολή μόλις 3,24% και δεν κινήθηκαν παράλληλα προς τη γενική τάση του 2007. Ο ίδιος συσχετισμός χαρακτήρισε και το 2006, με μεταβολή 0,17%, πολύ κάτω του μέσου όρου, ο οποίος ήταν 6,35%.

Την ίδια εικόνα διαπιστώνουμε και στα άλλα οικονομικά μεγέθη. Να επισημάνουμε ότι από τις 22 εταιρείες οι 8 (μερίδιο 36,36% του συνόλου) παρουσιάζουν αρνητικό δείκτη πωλήσεων. Το 2006 οι εταιρείες με αρνητικό δείκτη πωλήσεων ήταν 10 εταιρείες και είχαν μερίδιο 40%.
Στα καθαρά αποτελέσματα προ φόρων οι 10 (το 45,45%) έχουν  αρνητική μεταβολή. Το 2006, οι 9 εταιρείες (το 40,91%) ήταν ζημιογόνες, ενώ το 2007 παρουσιάζεται βελτιωμένο αφού οι ζημιογόνες είναι 5 (το 22,73%).

Συμπερασματικά 

  • Οι μικρές επιχειρήσεις, σταθερά τα τελευταία χρόνια, διατηρούν μερίδιο που παρά τις εξαγορές είναι στα ίδια επίπεδα. ‘Αλλες εξαγοράζονται, άλλες ενδυναμώνονται και επεκτείνονται και σχεδόν όλες, συμμετέχοντας σε ομίλους αγορών, απολαμβάνουν χαμηλές τιμολογήσεις και υψηλές παροχές, καθώς οι όμιλοι έχουν μεγάλη αγοραστική δύναμη. Το καταφύγιο αυτό, που παρουσίασε μια πρόσκαιρη ανάσχεση της επιρροής του και έδειχνε να μην έχει μεγάλες προοπτικές, αλλάζοντας νομικές μορφές και ακολουθώντας νέες επιχειρηματικές πρακτικές (πχ franchise), εμφανίζεται να έχει δυναμισμό και δυνατότητες προσαρμογής. 
  • Οι περισσότερες από τις μικρές εταιρείες έχουν καταστήματα σε πόλεις της περιφέρειας ή σε περιοχές που δεν αντιμετωπίζουν ισχυρές ανταγωνιστικές πιέσεις. Αυτό τους επιτρέπει να πωλούν ακριβότερα, τη στιγμή που οι έλεγχοι (αν και μη αποτελεσματικοί) είναι πιο ελαστικοί, λόγω έλλειψης υποδομών.