«Τσιμπημένες» εμφανίζονται οι τιμές χονδρικής, σύμφωνα με στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το σελφ σέρβις, από τα οποία προκύπτει ότι οι προμηθευτές των σούπερ μάρκετ πιέζονται από τις συνθήκες. Έτσι, πολλοί εξ αυτών, μην έχοντας εναλλακτική λύση, προβαίνουν σε ανατιμήσεις. Πάντως, μέχρι την έκδοση του τεύχους, στην πλειονότητά τους δεν είχαν περάσει στην κατανάλωση.

Κι όλα αυτά ενώ το ΥΠΑΑΝ προχώρησε λίαν προσφάτως στην κατάργηση της υποχρεωτικής γνωστοποίησης στις αρμόδιες υπηρεσίες του κάθε νέου τιμοκαταλόγου χονδρικής. Όχι πως οι προμηθευτές εκμεταλλεύθηκαν την αλλαγή της σχετικής Αγορανομικής Διάταξης και προχώρησαν σε ανατιμήσεις, όμως για το υπουργείο είναι γεγονός ότι απώλεσε το πλεονέκτημα της ενημέρωσης που είχε για κάθε αυξημένο τιμοκατάλογο χονδρικής πριν αυτός τεθεί σε ισχύ.

Πλέον η πορεία των τιμών θα καταγράφεται σε ετήσια βάση, όμως στο μεσοδιάστημα και σε τακτά χρονικά διαστήματα το σελφ σέρβις θα συνεχίσει να συγκεντρώνει τις μεταβολές των τιμών, όπως αυτές ανακοινώνονται από τους προμηθευτές στα σούπερ μάρκετ. Πίσω, όμως, από κάθε τιμοκατάλογο χονδρικής «κρύβονται» οι σχέσεις των δύο αγορών. Αν κάποιος επιχειρήσει να τις «ακτινογραφήσει», προκειμένου να διαπιστώσει πόσο «μεταλλάχθηκαν» σε συνθήκες ύφεσης, οδηγείται με σχετική ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ουσιώδεις αλλαγές δεν έχουν επέλθει.

Γεγονός είναι ότι το 2011 εξελίχθηκε πολύ χειρότερα από τη φετινή χρονιά. Το 2012, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, δεν εμφανίζει αξιόλογες διαφοροποιήσεις έναντι του 2011 – πέραν, φυσικά, της στροφής των επιχειρήσεων προς τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, ο αντίκτυπος των οποίων θα φανεί λίγο αργότερα. Αλλά η χρονιά έχει μπροστά της δύο ακόμα γεμάτα τετράμηνα και την πεποίθηση όλων
πως τα χειρότερα έπονται…

Ωστόσο, βιομηχανία και λιανεμπόριο επιμένουν στους δικούς τους ρυθμούς. Μετρούν τα κόστη, αναλύουν τους δείκτες τους και επιλέγουν να λειτουργούν με τους ίδιους όρους. Έτσι, οι πολιτικές και οι πρακτικές παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες, τα κόστη λειτουργίας, όπως και τα κόστη των πρώτων υλών, δεν έχουν διαφοροποιηθεί ιδιαίτερα (με εξαίρεση όσες εταιρείες πέρασαν σε ατομικές ή επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας και όσες κινήθηκαν επιθετικά στο ζήτημα των απολύσεων), οπότε μεγάλα περιθώρια για μειώσεις στις τιμές των αγαθών δεν φαίνεται να υπάρχουν, κι αυτό παρά τη μείωση της ζήτησης ακόμα και στις κατηγορίες των αγαθών πρώτης ανάγκης.

Το νέο πλαίσιο των συμφωνιών
Σε ό,τι αφορά στην πρόοδο των διαπραγματεύσεων για τις ετήσιες συμφωνίες μεταξύ των δύο αγορών, οι προμηθευτές εμφανίζονται να είναι σε μεγαλύτερη πίεση απ’ ό,τι το 2011. Ζητούν ταχύτερους χρόνους πληρωμών, προκειμένου να συντηρούν τη ρευστότητά τους, χωρίς ωστόσο να πετυχαίνουν ουσιαστικά αποτελέσματα.

Πάντως, το βασικό ζητούμενο γι’ αυτούς δεν είναι τόσο η εξασφάλιση ταχύτερων πληρωμών, όσο η τήρηση των συμφωνηθέντων, καθώς κάθε αθέτηση συμφωνίας επιδεινώνει τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προμηθευτές προσπαθούν, μέσω διαπραγμάτευσης, να περισώσουν την κατάσταση ή, αλλιώς, να αποσπούν εγγυήσεις τουλάχιστον για τη μικρότερη δυνατή καθυστέρηση της πληρωμής τους.

Από την πλευρά τους οι αλυσίδες επιμένουν στην αύξηση των χορηγούμενων παροχών. Στο πλαίσιο αυτό, άλλοτε δεν βρίσκουν καν δεκτικούς ακροατές σε συζήτηση κι άλλοτε εξασφαλίζουν από τους προμηθευτές μικρο-βελτιώσεις των συμβολαίων τους, που σε ποσοστά κυμαίνονται μεταξύ
0,3 και 0,5%.

Υπό πίεση οι τιμές
Σχετικά με τις τιμές χονδρικής, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το σελφ σέρβις προκύπτει ότι για πολλές εταιρείες και για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων όχι απλά δεν μειώνονται, αλλά αντιθέτως αυξάνονται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα στο ράφι να σημειώνονται, ακόμη και σήμερα, ανατιμήσεις.

Έτσι, από τις αρχές του χρόνου αυξήσεις καταγράφονται, για παράδειγμα, στις μπίρες κατά 1%, στα οινοπνευματώδη κατά 0,6%, στο αλάτι και τα μπαχαρικά κατά 4%, στα φρούτα κατά 3,5%, στα κατεψυγμένα ψάρια κατά 3,5%, στα εφόδια νοικοκυριού κατά 1,5%, καθώς και στα λαχανικά, όπου οι τιμές είναι αυξημένες σε μέσα επίπεδα κατά 3,55%.

Αυτό τουλάχιστον δείχνει η ανάλυση των τιμών λιανικής του Παρατηρητηρίου Τιμών του ΥΠΑΑΝ, όπου όμως καταγράφονται και σημαντικές μειώσεις τιμών, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα ο γενικός δείκτης τιμολόγησης στο ράφι να εμφανίζει εντέλει πτώση κατά 0,76% τον Μάρτιο φέτος, έναντι του Μαρτίου του 2011. Μάλιστα, αξίζει να τονιστεί ότι τον Μάρτιο του 2011 οι τιμές στα ράφια είχαν πάρει την ανιούσα, καταγράφοντας άνοδο σε μέσα επίπεδα 2,15%, με τη συντριπτική πλειονότητα των αγαθών να ανατιμώνται, ορισμένα μάλιστα γενναία.


Την ανιούσα πήραν οι τιμές χονδρικής
Δεν είναι, όμως, ίδια η εικόνα των τιμών και στη χονδρική. Οι παραγωγοί πιέζονται και φέτος από τις συνθήκες της αγοράς, έτσι ώστε ήδη από τις αρχές του έτους να έχουν προβεί σε σημαντικές αυξήσεις, σαφώς υψηλότερες και περισσότερες εκείνων που καταγράφονται στα
ράφια λιανικής.

Οι χαρακτηριστικότερες ανατιμήσεις έχουν ως εξής:
* Στους χυμούς υπάρχουν κωδικοί που ανατιμήθηκαν περίπου κατά 5,5%.

* Στα εντομοαπωθητικά καταγράφονται αυξήσεις σε δεκάδες κωδικούς, που κυμαίνονται από 1% έως 6%. Οι αυξήσεις αυτές ενδεχομένως να οφείλονται σε αύξηση του κόστους των πρώτων υλών ή και στο γεγονός ότι σύντομα θα αρχίσει η ζήτηση των εν λόγω προϊόντων, λόγω της θερινής περιόδου, οπότε ορισμένες εταιρείες επαναπροσδιορίζουν την τιμολογιακή τους πολιτική.

*
Στην πάστα ελιάς υπάρχει κωδικός που ανατιμήθηκε κατά 27,45% (!), ωστόσο στην κατηγορία σημειώθηκαν και μειώσεις τιμών.

*
Στα προϊόντα προσωπικής φροντίδας καταγράφηκαν ανατιμήσεις κοντά στο 5% για δύο κωδικούς μιας εταιρείας, ενώ μια δεύτερη ανατίμησε δύο προϊόντα της έως 18%.

*
Αυξήσεις από 1,12% έως και 7,4% σημειώθηκαν σε κωδικούς σνακ αλευριού και φρυγανιών γνωστής εταιρείας.

*
Ανοδικά κινήθηκαν έως και 4,35% οι τιμές έξι βασικών προϊόντων καθαρισμού σπιτιού, επίσης γνωστής εταιρείας.

*
Ανατιμήσεις ανακοινώθηκαν από μεγάλη εταιρεία παραγωγής παιδικών τροφών, οι οποίες κυμάνθηκαν από 2,88% έως και 15%.

*
Εταιρεία παραγωγής τυποποιημένων αλιευμάτων ανατίμησε μεγάλη γκάμα προϊόντων της από 7,8% έως 20%.

*
Εταιρεία παραγωγής χαρτικών προχώρησε σε αυξήσεις, που κυμάνθηκαν μεταξύ 11% και 13,6%, ενώ εταιρεία που πρωταγωνιστεί στην αγορά του γιαουρτιού ανατίμησε έναν από τους κωδικούς της περίπου κατά 10% και μια δεύτερη κατά 4,7%.

*
αυξήσεις αποφάσισε εταιρεία παραγωγής γαλακτοκομικών.

*
Ανατιμήσεις 20% αποφάσισε εισαγωγέας γνωστού brand δημητριακών.

*
Αυξήσεις τιμών καταγράφηκαν επίσης σε γαλακτοκομικά (11,2%), σαμπουάν (7%), όσπρια (6,5%), γάλατα (4,5%), κατεψυγμένα φύλλα (5%) και μπίρες (από 1 έως και 2,8%).

*
Στα αλλαντικά οι ανατιμήσεις αφορούν ένα μεγάλο τμήμα της κατηγορίας και κυμαίνονται από 4% έως 9,4%. Φαίνεται, ωστόσο, ότι αποδίδονται στην απόφαση που έλαβαν πέρυσι μεγάλοι παραγωγοί να κατεβάσουν τις τιμές τους σε σημαντικό αριθμό κωδικών, προκειμένου να προσελκύσουν εκ νέου τους καταναλωτές, με αποτέλεσμα φέτος να οδηγηθούν σε «διόρθωση» των τιμών, καθότι μπορεί πέρυσι να πέτυχαν αύξηση του όγκου πωλήσεων, όμως ο τζίρος τους κινήθηκε πτωτικά.

Σημειώνεται ότι, πέραν των προαναφερθέντων, αυξήσεις στις τιμές παραγωγού υπήρξαν φέτος και σε άλλους κωδικούς, ενώ πρέπει να τονιστεί ότι πολλές από τις ανωτέρω ανατιμήσεις δεν έχουν ακόμη περάσει στο ράφι και ως εκ τούτου δεν καταγράφονται από το Παρατηρητήριο Τιμών του ΥΠΑΑΝ.


Η σχέση τιμών-παροχών
Παράγοντες της αγοράς αναφέρουν ότι την περίοδο αυτή γίνεται «μάχη» για το πώς οι ανατιμήσεις στη χονδρική, ή μέρος αυτών, δεν θα περάσουν στην κατανάλωση. Όπως υπογραμμίζουν, «είναι η περίοδος ανανέωσης των ετήσιων συμφωνιών λιανεμπορίου-βιομηχανίας και σε γενικές γραμμές ό,τι παίρνουμε από τις συμφωνίες το περνάμε στην κατανάλωση».

Παραδέχονται, ωστόσο, πως «ανατιμήσεις προκαλούνται και από τις συμφωνίες μεταξύ προμηθευτών και λιανεμπόρων για νέες παροχές». Προσθέτουν δε ότι «σε κάθε περίπτωση το λιανεμπόριο κυνηγά τη χαμηλότερη net τιμή και ανάλογα υπολογίζει το περιθώριο κέρδους, περνώντας μέρος της όποιας έξτρα παροχής στην τελική τιμή κάθε προϊόντος».

Οι ίδιοι παράγοντες αποδίδουν τις ανατιμήσεις σε μεγάλο βαθμό στις αυξήσεις που σημειώνονται στο κόστος πετρελαίου και ρεύματος, όπως και στους έμμεσους φόρους που εξακολουθούν να αυξάνονται. Σε ό,τι αφορά στις τιμές στο ράφι, υποστηρίζουν ότι επί της ουσίας οι περισσότερες δεν μεταβάλλονται, διότι από τη μια ο προμηθευτής αυξάνει την τιμή του και από την άλλη ο λιανέμπορος μειώνει το mark up, οπότε οι τιμές μένουν σταθερές.

Όσο για το Παρατηρητήριο Τιμών του ΥΠΑΑΝ, όπου οι περισσότερες τιμές καταγράφονται μειωμένες, επισημαίνουν ότι οι μετρήσεις περιλαμβάνουν και τις προσφορές προς τους καταναλωτές, οι οποίες λόγω της κρίσης έχουν ενταθεί, πιέζοντας προς τα κάτω το τελικό κόστος αγοράς των αγαθών.

Οι επιχειρήσεις, ωστόσο, θα συνεχίσουν ανεξάρτητα από την κρίση να εφαρμόζουν μια από τις δύο βασικές στρατηγικές ανάπτυξης: Η πρώτη στοχεύει στην αύξηση ή έστω στη διατήρηση της κερδοφορίας σε βάρος των πωλήσεων και των μεριδίων αγοράς, με τη διενέργεια ανατιμήσεων. Η δεύτερη αποβλέπει στην αύξηση των μεριδίων αγοράς σε βάρος της κερδοφορίας, με την εφαρμογή ανταγωνιστικού τιμοκαταλόγου.

Οι καλύτεροι στην Ευρώπη
Στο μεταξύ, ανεξάρτητα από τα όσα καταγράφονται σχετικά με την εξέλιξη των τιμών χονδρικής και των ανοδικών πιέσεων στις τιμές λιανικής, στο ΥΠΑΑΝ φαίνεται ότι επικρατεί αισιοδοξία για την πορεία των τιμών. Η αισιοδοξία αυτή καλλιεργείται από στοιχεία που έχει
στη διάθεσή του το υπουργείο, σχετικά με την πορεία των τιμών στην Ευρώπη συνολικά.

Ειδικότερα, με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για τον μήνα Μάρτιο, φέτος η χώρα μας κατατάσσεται στην 29η θέση (όπου 1η είναι η υψηλότερη μεταβολή) μεταξύ 32 χωρών στην Ευρώπη. Προχωρώντας σε μια βαθύτερη ανάλυση, στις υπό μέρους κατηγορίες του Εναρμονισμένου Δείκτη, παρατηρείται ότι η χώρα μας βρίσκεται σε πολύ χαμηλές θέσεις σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες, με μοναδικές εξαιρέσεις τις κατηγορίες «μη αλκοολούχα ποτά», «ξενοδοχεία-καφέ-εστιατόρια» και «στέγαση», όπου στα μη αλκοολούχα ποτά και στην εστίαση οι πιέσεις στις τιμές αποδίδονται στις αυξήσεις του συντελεστή ΦΠΑ (από 13% σε 23% από 1ης Σεπτεμβρίου 2011).

Στη στέγαση οι ανατιμήσεις οφείλονται αποκλειστικά στη ραγδαία αύξηση του ενεργειακού κόστους. Τόσο οι διεθνείς τιμές όσο και η αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (στο πετρέλαιο θέρμανσης αυξήθηκε από 2 σε 6 λεπτά ανά λίτρο από 15 Οκτωβρίου 2011) οδήγησαν τις λιανικές τιμές σε υψηλά επίπεδα. Επισημαίνουμε ότι στον δείκτη δεν καταγράφεται η πιθανολογούμενη μείωση των τιμών των ενοικίων, η οποία εκτιμάται ότι υπερβαίνει το 15%, σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Αυτή η μείωση δεν αποτυπώνεται, λόγω του γεγονότος ότι τα αναφερόμενα ενοίκια είναι υποεκτιμημένα σε σύγκριση με τα πραγματικά, σε πολύ μεγάλο βαθμό (20%-40%).Σύμφωνα με στελέχη του υπουργείου, «το γεγονός ότι η θέση μας σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη φαίνεται να βελτιώνεται αποδεικνύει ότι οι θεσμικές αλλαγές και η αφύπνιση των καταναλωτών, σε συνδυασμό με τη μειωμένη κατανάλωση, ασκούν πίεση στις τιμές. Η χώρα μας θα παρουσίαζε το χαμηλότερο Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, μεταξύ δείγματος 32 χωρών που διαθέτει η Eurostat, αν δεν υπήρχε αυτή η επιβάρυνση των φόρων (56,84%), η οποία μάλιστα είναι η υψηλότερη του δείγματος».