«Ελευθερία, αν-ισότητα, αδελφοσύνη»! Αυτή είναι η καταγγελτική παράφραση του γαλλικού συνθήματος σύνοψης των ιδεωδών της Γαλλικής Επανάστασης, που θα αποτελέσει την αιχμή της εκστρατείας της Oxfam στη Γαλλία κατά των διαχρονικά τεράστιων εισοδηματικών ανισοτήτων, οι οποίες μεγεθύνθηκαν την περίοδο της πανδημίας. Σύμφωνα με την έκθεση της ΜΚΟ, οι 1.000 πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο μεταξύ του Μαρτίου και του Δεκεμβρίου πέρυσι κατάφεραν να καλύψουν τις οικονομικές απώλειες, που υπέστησαν οι περιουσίες τους εξαιτίας της διττής κρίσης, υγειονομικής και οικονομικής.

Αντίστοιχα, οι μη έχοντες τεράστιο πλούτο θα χρειαστούν πάνω από δέκα χρόνια για να συνέλθουν από τον οικονομικό αντίκτυπο. Σε παγκόσμια κλίμακα, σύμφωνα με τα στοιχεία του περιοδικού Forbes και της ελβετικής τράπεζας Credit Suisse, οι δισεκατομμυριούχοι είδαν τις περιουσίες τους να αυξάνονται κατά 3,9 τρισ. δολάρια από τη 18η Μαρτίου ως την 31η Δεκεμβρίου 2020. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στις ΗΠΑ, στην Κίνα και στη Γαλλία. Επιπλέον, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, του ΟΟΣΑ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, η πανδημία θα οδηγήσει σε ακραία φτώχεια (δηλαδή σε διαβίωση με λιγότερα των 1,9 δολ. την ημέρα) 71-100 εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ θα πλήξει κυρίως εργαζόμενους χαμηλής εξειδίκευσης, που βρίσκονται στα κατώτερα εισοδηματικά κλιμάκια.

Η ανισότητα μεταξύ των κρατών στην ΕΕ
Σύμφωνα με έρευνα της Eurostat για την οικονομική ανισότητα, τα 21 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ, που έχουν θεσπισμένους εθνικούς κατώτερους μισθούς, χωρίζονται σε τρεις κύριες ομάδες βάσει του ύψους των μισθών. Συγκεκριμένα, στο τέλος του 2020 δέκα κράτη του ανατολικού πλευρού της ΕΕ είχαν ελάχιστους μηνιαίους μισθούς κάτω των 700 ευρώ, πέντε κράτη στα νότια της ΕΕ είχαν αντίστοιχα ελάχιστους μισθούς μεταξύ 700 και 1.100 ευρώ, ενώ στα υπόλοιπα έξι κράτη της δυτικής και βόρειας ΕΕ, οι ελάχιστοι μισθοί ήταν άνω των 1.500 ευρώ. Αν οι μισθοί εκφραστούν σε πρότυπα αγοραστικής δύναμης (PPS), τότε το Λουξεμβούργο κατατάσσεται πρώτο με 1.668 PPS, η Γερμανία δεύτερη με 1.504 PPS, η Ολλανδία τρίτη με 1.442, το Βέλγιο τέταρτο με 1.412 και η Γαλλία πέμπτη με 1.370 PPS. Από την άλλη, η Βουλγαρία έχει 623 PPS, η Λετονία 642, η Εσθονία 684, η Σλοβακία 721 και η Ουγγαρία 741 PPS. Η Ελλάδα έχει 879 PPS, σχεδόν τα μισά του Λουξεμβούργου και κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Οι ανισότητες στην Ελλάδα
Έντονες είναι οι εισοδηματικές ανισότητες και στο εσωτερικό της χώρας μας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ αναφορικά με την οικονομική ανισότητα το 2019, ο δείκτης S80/S20 ανέρχεται στο 5,1, δηλαδή το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,1 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Επιπλέον, ο δείκτης άνισης κατανομής εισοδήματος (συντελεστής GINI) εκτιμήθηκε το 2019 σε 31%, που σημαίνει πως αν επιλεγούν δύο τυχαία άτομα του πληθυσμού, αναμένεται ότι το εισόδημά τους θα διαφέρει κατά 31% του μέσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος.

Ωστόσο, η πανδημική κρίση δημιουργεί τάσεις επιπλέον διεύρυνσης των εισοδηματικών ανισοτήτων. Από τα στοιχεία της ετήσιας έρευνας του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες των νοικοκυριών το 2020, προκύπτει ότι τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά (37,5%) δήλωσαν πως το εισόδημα τους μειώθηκε, έναντι ποσοστού 8,1% που δήλωσαν πως το εισόδημα τους αυξήθηκε. Για το 54,3% των νοικοκυριών το εισόδημά τους παρέμεινε αμετάβλητο. Για τα σχεδόν τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά (37,5%) που δήλωσαν μείωση εισοδήματος το 2020, ο μέσος όρος της μείωσης είναι της τάξης του 34,71%. Στον αντίποδα, για το 8,1% των νοικοκυριών, που δήλωσαν αύξηση του εισοδήματος, η αύξηση είναι κατά μέσο όρο 16,94%. Τα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα έως 5.000 ευρώ αυξήθηκαν (6% το 2020 έναντι 4,6% το 2019), όπως επίσης και τα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα άνω των 30.000 ευρώ (6,7% το 2020 έναντι 5,8% το 2019). Ταυτόχρονα, μειώθηκαν τα νοικοκυριά που ανήκουν στις μεσαίες εισοδηματικά κατηγορίες και ιδιαίτερα εκείνα που κατατάσσονται στην κατηγορία εισοδημάτων 18.001-25.000 ευρώ, καθώς υποχώρησαν σχεδόν κατά 5 μονάδες (16% το 2020 έναντι 20,9% το 2019). Από τα προαναφερόμενα φαίνεται πως μια σημαντική επίπτωση της πανδημίας είναι η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης και η χειροτέρευση της θέσης των φτωχών νοικοκυριών.

Προσέτι, σύμφωνα πάντα με την έκθεση του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, σχεδόν ένα στα τέσσερα νοικοκυριά (23%) δηλώνει πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο (εφορία και ασφαλιστικά ταμεία), ενώ κατά το 17,7% τα νοικοκυριά δηλώνουν πως δε θα μπορέσουν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σε Δημόσιο-ασφαλιστικά ταμεία. Τα μεγαλύτερα ποσοστά αδυναμίας εκπλήρωσης σχετικών υποχρεώσεων καταγράφονται σε νοικοκυριά με εισόδημα έως 10.000 ευρώ (30,2%) και ακολουθούν τα νοικοκυριά με κύρια πηγή εισοδήματος την επιχειρηματική δραστηριότητα (29,1%), τα νοικοκυριά των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης (28,5%) και των νοικοκυριών με άνεργο μέλος (25,2%). Ιδιαίτερα μεγάλο, 14,7%, είναι το ποσοστό των νοικοκυριών, κυρίως των πολυμελών και με άνεργο μέλος, όπως και εκείνων που βρίσκονται στη χαμηλότερη εισοδηματική κατηγορία, που φοβούνται πως, λόγω οφειλών, θα χάσουν τα σπίτια τους.

Η κατάσταση, όπως έχει διαμορφωθεί, επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει τις τάσεις της κατανάλωσης, άρα και την ποιότητα ζωής των νοικοκυριών. Συγκεκριμένα, τα επτά στα δέκα νοικοκυριά περιόρισαν τις δαπάνες τους για εξόδους (εστιατόρια, καφέ, σινεμά κ.ά.), περισσότερα από τα έξι στα δέκα ξόδεψαν λιγότερα για ταξίδια, έξι στα δέκα περιόρισαν τις δαπάνες τους για ένδυση-υπόδηση, τα μισά περίπου ξόδεψαν λιγότερα για μετακινήσεις, ενώ περίπου τα δύο στα δέκα νοικοκυριά διέθεσαν λιγότερα χρήματα για είδη διατροφής. Επίσης, τα τρία στα δέκα νοικοκυριά καθυστέρησαν να αναζητήσουν την κατάλληλη θεραπεία για ιατρικά προβλήματα, ενώ τα δύο στα δέκα καθυστέρησαν να πληρώσουν το ηλεκτρικό ρεύμα. Τα προαναφερόμενα αιτιολογούν γιατί για το 43,4% των νοικοκυριών το μηνιαίο εισόδημα επαρκεί για 19 ημέρες, ενώ η αποταμίευση –δηλαδή η άλλη όψη της επένδυσης στην οικονομία– πιάνει πάτο, αφού το 81,8% των νοικοκυριών κατά την έρευνα αδυνατεί να αποταμιεύσει.

Αναπάντητα ερωτήματα διακόσια χρόνια μετά…
Η «αδυναμία» ανάσχεσης των κυμάτων της πανδημίας και η εργαλειακή χρήση του περιορισμού της οικονομικής και κοινωνικής ζωής έχει απρόβλεπτες επιπτώσεις στην οικονομία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρών και των μεσαίων. Αν όχι η ίδια, μια παρόμοια κατάσταση επικρατεί στην Ευρώπη και στον κόσμο όλο, με την πανδημία και την οικονομική κρίση, που τη συνοδεύει, να δημιουργούν μια χωρίς προηγούμενο ανασφάλεια στην κοινωνική πλειοψηφία. Άλλωστε, η χρόνια άσκηση μονεταριστικών πολιτικών, εξουθενωτικής δημοσιονομικής πειθαρχίας και μονόπλευρης λιτότητας είχε αρνητικές έως καταστροφικές συνέπειες, με βαρύτατο κοινωνικό τίμημα. Η προοπτική της ανεργίας για μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, το κλείσιμο πολλών μικρών επιχειρήσεων, η φτώχεια, η κρίση αξιών, το οικολογικό κόστος και το πολιτιστικό κενό είναι μερικές μόνο από τις επιπτώσεις, τις οποίες επιδείνωσε άρδην η πανδημία. Γιατί η πραγματική αιτία βρίσκεται στις θεμελιώδεις και τις μεταβαλλόμενες αντιφάσεις του οικονομικού συστήματος, που εκδηλώνονται ως μεγέθυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Το ερώτημα που προκύπτει, είναι αν μια σύγχρονη οικονομική πρόταση μπορεί να ξαναβρεί την κοινωνική της διάσταση και να διαλύσει ψευδαισθήσεις, να ενεργοποιήσει την κοινωνική συνειδητοποίηση και να γεννήσει δράσεις προς την κατεύθυνση της ορθολογικής λύσης των τεράστιων ανισοτήτων.

Στην Ελλάδα σήμερα, μετά από μια πορεία 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, το ερώτημα του ανωνύμου συγγραφέως της «Ελληνικής Νομαρχίας» «διατί ο πλούσιος να τρώγη, να πίνη, να κοιμάται, να ξεφαντώνη, να μην κοπιάζη και να ορίζη, ο δε πτωχός να υπόκειται, να κοπιάζη, να δουλεύη πάντοτε, να κοιμάται κατά γης, να διψή και να πεινά;» είναι βέβαιο πως δεν έχει απαντηθεί.