Από την πανελλήνια ποσοτική έρευνα με θέμα τις διατροφικές συνήθειες των παιδιών και των εφήβων της χώρας μας, τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν στις 13 Νοεμβρίου σε ειδική εκδήλωση, προέκυψε, επίσης, το συμπέρασμα πως 1 στα 4 παιδιά ηλικίας 3-18 ετών είναι υπέρβαρο ή παχύσαρκο. Σχετικά με τις καταναλωτικές συνήθειες των παχύσαρκων παιδιών, η έρευνα κατέδειξε ότι σε σχέση με τα παιδιά φυσιολογικού βάρους αυτά:

  • καταναλώνουν περισσότερα γλυκά ή μη σπιτικά γλυκά αρτοσκευάσματα στο πρωινό τους (32% έναντι 20%),
  • καταναλώνουν λιγότερα λαχανικά (4,9 φορές την εβδομάδα έναντι 6),
  • καταναλώνουν σνακ, όπως γαριδάκια, πατατάκια κλπ σε υπερδιπλάσια συχνότητα (125% παραπάνω),
  • δεν καταναλώνουν καθόλου πρωινό σε μεγαλύτερο βαθμό (19% σε σχέση με 12%) και 
  • καταναλώνουν σε μικρότερο βαθμό ένα «επαρκές πρωινό»1 (30% έναντι 46%).

Η έρευνα κατέδειξε, επίσης, πως οι ερωτηθέντες δεν έχουν την πραγματική εικόνα του βάρους τους. Ετσι, από τη μια μεριά οι μητέρες παιδιών ηλικίας 3-12 ετών θεωρούν σε μεγάλο βαθμό τα παιδιά τους φυσιολογικά σε βάρος, ενώ, όπως φαίνεται στο επισυναπτόμενο σχήμα 1, τα ποσοστά των υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών αυτής της ηλικίας είναι υψηλά (31%). Από την άλλη μεριά, οι έφηβοι ηλικίας 13-18 ετών θεωρούν σε μεγάλο βαθμό ότι έχουν παραπάνω βάρος από το φυσιολογικό, ενώ αυτό δεν ισχύει, με αποτέλεσμα να υποβάλλονται σε δίαιτες, χωρίς πολλές φορές να το χρειάζονται.

Ενα εξίσου σημαντικό εύρημα είναι ότι σχεδόν οι μισοί παχύσαρκοι και υπέρβαροι δηλώνουν ικανοποιημένοι από το βάρος τους. Μάλιστα 1 στους 10 θεωρεί ότι είναι πιο αδύνατος από όσο θα ήθελε. Αντίθετα, 1 στους 10 λιποβαρείς και 2 στους 10 με φυσιολογικό βάρος θεωρεί τον εαυτό του πιο βαρύ από όσο θα ήθελε και καταλήγει σε δίαιτα. Επίσης, λιγότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες τρώνε ένα «επαρκές» πρωινό, ενώ το 14% δεν τρώει καθόλου πρωινό (βλ επισυναπτόμενο σχήμα 2), με την κακή αυτή συνήθεια να υιοθετείται περισσότερο από τους νέους 16-18 ετών (1 στους 4 φεύγει το πρωί από το σπίτι με άδειο στομάχι).

Οσον αφορά στην κατανάλωση φρούτων, με δεδομένο ότι η ενδεικτική ποσότητα ημερήσιας κατανάλωσης είναι 2-3 φρούτα, οι μισοί περίπου ερωτηθέντες, σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, καταναλώνουν μόνο ένα φρούτο ή ένα ποτήρι χυμό την ημέρα ή δεν καταναλώνουν καθόλου φρούτα. Χειρότερη είναι η σχέση των παιδιών με τα λαχανικά, αφού σε όλες τις ηλικιακές ομάδες η κατανάλωσή τους είναι χαμηλότερη από 1 φορά την ημέρα.

Οι έφηβοι καταναλώνουν με μεγαλύτερη συχνότητα, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, γρήγορο φαγητό, με ένα ποσοστό 11% να το καταναλώνει περισσότερες από 5 φορές την εβδομάδα. Κύρια προτίμησή τους, και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από τα υπόλοιπα, είναι το σουβλάκι.

Η έρευνα ακόμα έδειξε ότι η σχέση των παιδιών μας με τη μεσογειακή διατροφή δεν είναι ιδιαίτερα καλή, αφού μοντέλο μεσογειακής διατροφής ακολουθεί μόλις το 10% του συνόλου των ερωτηθέντων, με τους εφήβους να έχουν το χαμηλότερο σκορ μεσογειακής διατροφής (KIDMED), που είναι ένας δείκτης που βασίζεται στις αρχές της μεσογειακής διατροφής και δείχνει πόσο ακολουθούν τα παιδιά και οι έφηβοι τις αρχές αυτές. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αντίστοιχη μελέτη που έχει γίνει σε μια άλλη μεσογειακή χώρα, την Ισπανία, καλό σκορ μεσογειακής διατροφής είχε το 46% των ερωτηθέντων. Οπως έδειξε η έρευνα, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων, αλλά και το να τρώει το παιδί έστω μια φορά την ημέρα μαζί με κάποιο γονιό του, επηρεάζει θετικά το σκορ μεσογειακής διατροφής.

Σημαντικά είναι και τα ευρήματα της έρευνας για τη σωματική και την καθιστική δραστηριότητα των παιδιών μας. Ενώ ο ενδεδειγμένος χρόνος σωματικής δραστηριότητας είναι τουλάχιστον 1 ώρα την ημέρα, σχεδόν τα μισά Ελληνόπουλα βρίσκονται κάτω από αυτό το όριο. Το ποσοστό αυτό αυξάνει αναλογικά με την αύξηση της ηλικίας, και φτάνει στους νέους 16-18 ετών σχεδόν στο 70% (βλ σχήμα 3). Από την άλλη μεριά, ο χρόνος των καθιστικών δραστηριοτήτων (παρακολούθηση τηλεόρασης, παιχνίδια σε Η/Υ κλπ) πρέπει να περιορίζεται σε λιγότερες από 2 ώρες. Από την έρευνα προέκυψε ότι το 14% των ερωτηθέντων ξεπερνά τις 2 ώρες καθιστικών δραστηριοτήτων, με το ποσοστό αυτό να αυξάνει με την αύξηση της ηλικίας. Συγκεκριμένα, το όριο των 2 ωρών ξεπερνά διπλάσιο ποσοστό εφήβων (13-18 ετών) απ’ ό,τι παιδιών (3-12 ετών).

Oπως δήλωσαν οι εκπρόσωποι του Ιδρύματος Δασκαλόπουλου, είναι σημαντικό να αντιστραφούν ήδη από τη νεαρή ηλικία οι συνήθειες αυτές που οδηγούν σε αύξηση της παχυσαρκίας και, κατ’ επέκταση, σε σημαντικά προβλήματα υγείας στην ενήλικη ζωή, και αναφέρθηκαν στον ρόλο που επιθυμεί να παίξει το Ιδρυμα Δασκαλόπουλος, μέσω των δράσεών του, στην εκπαίδευση και την ενημέρωση των παιδιών και των εφήβων στις αρχές της ισορροπημένης διατροφής και της τακτικής σωματικής δραστηριότητας, με έρευνες ανά τακτά χρονικά διαστήματα, με καταγραφή των πιθανών αλλαγών που πραγματοποιούνται σε βάθος χρόνου, με την ενημέρωση όλων των εμπλεκόμενων φορέων και, τέλος, με την αναπροσαρμογή των δράσεών του με τελικό στόχο τη βελτίωση των διατροφικών συνηθειών των Ελλήνων.

Ταυτότητα έρευνας
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών Centrum Research σε δείγμα 1.305 ατόμων ηλικίας 3-18 ετών. Στην έρευνα απάντησαν οι υπεύθυνοι για τη διατροφή των παιδιών ηλικίας 3-12 ετών (συνήθως οι μητέρες τους), ενώ για τις ηλικίες 13-18 ετών απάντησαν οι ίδιοι. Η έρευνα διενεργήθηκε από 7/5/2007-19/7/2007, είναι ποσοτική με προσωπικές τηλεφωνικές συνεντεύξεις και αφορούσε σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Αστικές, Αγροτικές περιοχές).