Χαρακτηριστικό γνώρισμα των δύο κατηγοριών είναι ότι το μερίδιο των συσκευασμένων προϊόντων τους αντιστοιχεί στο 50% -ή και λιγότερο- των αγορών τους. Το υπόλοιπο αφορά στη χύμα διακίνησή τους, η οποία καλύπτει όχι μόνο τις ανάγκες του HoReCa, αλλά και σε τμήμα της λιανικής. Ενδεικτικά, εκτιμάται ότι η διανομή του ρυζιού είναι μοιρασμένη στο χύμα και το τυποποιημένο προϊόν, ενώ στα όσπρια το ποσοστό της διάθεσης χύμα προϊόντος υπολογίζεται ότι φτάνει στο 60% του συνόλου της αγοράς του, αν και δεν υπάρχουν επίσημες μετρήσεις.

Τα χύμα προϊόντα διατίθενται στη λιανική κυρίως μέσω των λαϊκών αγορών και, όπως εκτιμούν παράγοντες της αγοράς, προτιμώνται από καταναλωτές περιορισμένης οικονομικής δυνατότητας, όπως οι οικονομικοί μετανάστες ή οι συνταξιούχοι, ενώ περίπου το 80% των τυποποιημένων διατίθενται μέσω των σούπερ μάρκετ.

Για όλα τα βαλάντια

Η δυσμενής οικονομική συγκυρία, εκτιμά η αγορά του κλάδου, θα ενισχύσει περαιτέρω τις πωλήσεις των κατηγοριών. Σ’ αυτό συντελεί το ότι τα όσπρια και το ρύζι προσφέρουν πλήρη και θρεπτικά γεύματα, καθώς και το ότι οι καταναλωτές ηλικίας άνω των 40 ετών στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αρκετά εξοικειωμένοι με τις κατηγορίες, ώστε διακρίνουν ακόμη και με το μάτι τις ποιότητες που τους προτείνονται. Εξάλλου, η ζήτηση επηρεάζεται και από την τάση υπέρ της υγιεινής διατροφής, καθώς πρόκειται για βασικά προϊόντα της μεσογειακής διατροφής.

Ωστόσο, τα πιο ακριβά είδη, όπως τα όσπρια Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), απευθύνονται σε συγκεκριμένη και, πάντως, όχι ευρεία ομάδα καταναλωτών με εκλεπτυσμένα γούστα και υψηλές απαιτήσεις. Στην πλειονότητά τους οι καταναλωτές δεν προτίθενται να πληρώνουν επιπλέον χρήματα για αγορές προϊόντων που ούτως ή άλλως είναι φυσικά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις δύο κατηγορίες αυξάνονται οι πωλήσεις των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, με αποτέλεσμα σταδιακά να στρέφονται στην παραγωγή τους και οι μεγάλες εταιρείες του κλάδου. Μάλιστα, πολλές λιανεμπορικές αλυσίδες ζητούν τώρα τον εμπλουτισμό των συλλογών τους με υψηλής ποιότητας όσπρια και ρύζι (πχ ΠΟΠ).

Αν και τα μερίδια των hard discounters δεν είναι γνωστά, εκτιμάται ότι οι δύο κατηγορίες δεν συγκαταλέγονται σε εκείνες στις οποίες διατηρούν υψηλά μερίδια αυτού του τύπου τα καταστήματα. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι κλασικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ διαθέτουν σε ανταγωνιστικές τιμές όσπρια και ρύζι με τις επωνυμίες τους.

Σε πρώτη ζήτηση το ρύζι «Καρολίνα»

Μεταξύ των τριών υποκατηγοριών του ρυζιού -λευκό (γλασέ, καρολίνα, νυχάκι), κίτρινο και αρωματικό (basmati, jasmine κά)- οι ποικιλίες του λευκού ρυζιού κατέχουν μερίδιο 45% επί των συνολικών πωλήσεων της κατηγορίας. Μάλιστα, οι πωλήσεις του λευκού ρυζιού ποικιλίας «Καρολίνα», που εμφανίζει και τη μεγαλύτερη ανάπτυξη στην κατηγορία, καταλαμβάνουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο της εν λόγω κατηγορίας.

Το μερίδιο του κίτρινου ρυζιού (parboiled) προσδιορίζεται περίπου στο 38% των πωλήσεων της κατηγορίας, ενώ των αρωματικών ποικιλιών περίπου στο 13%. Σημειώνεται ότι ένα μικρό μερίδιο της τάξης του 4% κατέχει το ημιέτοιμο ρύζι. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της κίνησης του ρυζιού «Καρολίνα» εκτιμάται περίπου στο 20%, ενώ αύξηση παρουσιάζει και η ζήτηση αρωματικών ρυζιών. Φυσικά, τα εν λόγω μερίδια διαφοροποιούνται έντονα από εταιρεία σε εταιρεία του κλάδου.

Το 2008 διαπιστώθηκε άνοδος των πωλήσεων των ρυζιών ιδιωτικής ετικέτας, το μερίδιο των οποίων σε αξία προσδιορίζεται σήμερα περίπου στο 18% επί του συνόλου της κατηγορίας.

Στροφή στα ελληνικά όσπρια

Τα τελευταία χρόνια οι μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου κάνουν προσπάθειες να διαθέτουν στην αγορά όσπρια ελληνικής προέλευσης και δη συγκεκριμένων περιοχών της χώρας, προσπάθεια που βρίσκει την ανταπόκριση των καταναλωτών. Μετά τη σχετική πρωτοβουλία της Agrino, με την αναγραφή και του ονόματος των προμηθευτών της στις συσκευασίες των προϊόντων της, αναλόγως κινήθηκε στις αρχές του χειμώνα και η 3 ‘Αλφα, λανσάροντας στη λιανική τη νέα σειρά προϊόντων της με την επωνυμία «Ελληνικά ‘Οσπρια».

Η εταιρεία Arapina, στο πλαίσιο της βελτίωσης των τρόπων καλλιέργειας των οσπρίων στην Ελλάδα, υλοποιεί το πρόγραμμα Ενημέρωσης Ελλήνων Αγροτών «5 λεπτά». Πρόκειται για ένα επενδυτικό-επικοινωνιακό πρόγραμμα της εταιρείας, χρηματοδοτούμενο από τις πωλήσεις της (με πέντε λεπτά του ευρώ ανά πωλούμενη συσκευασία), που αποβλέπει στην ενημέρωση και εκπαίδευση των Ελλήνων αγροτών, ώστε να ενθαρρυνθεί η παραγωγή ποικιλιών που, ενώ έχουν ζήτηση, έχουν παραμεληθεί και να βελτιωθεί η ποιότητα των ήδη παραγόμενων ειδών και ποικιλιών.

Παράγοντες του κλάδου, ωστόσο, ομολογούν ότι η αύξηση του αριθμού των κωδικών τους στα όσπρια ελληνικής παραγωγής «σκοντάφτει» στην περιορισμένη παραγωγή.

Υπέρτερες οι εισαγωγές

Το ενδιαφέρον για τα όσπρια ελληνικής παραγωγής έχει οδηγήσει σε αύξηση των τιμών παραγωγού. ‘Οχι τυχαία, παραγωγοί άλλων καλλιεργειών (κυρίως καπνού) στρέφονται στην παραγωγή φασολιού, φακής και ρεβιθιού. Το 2008 οι παραγωγοί πέτυχαν υψηλότερη τιμή κατά 10 λεπτά το κιλό, ενώ φέτος προσδοκούν περαιτέρω αύξηση κατά 5 λεπτά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, ενώ η εγχώρια κατανάλωση οσπρίων ανέρχεται στους 68 χιλ. τόνους, η ελληνική παραγωγή καλύπτει μόλις τους 30 χιλ. τόνους (20 χιλ. τόνοι φασόλια, 3.280 τόνοι κουκιά, 2.750 ρεβίθια και μόλις 1.300 φακές. Σε πολύ μικρές ποσότητες παράγονται λαθούρια, μπιζέλια και λοιπά βρώσιμα όσπρια). Η κάλυψη της εγχώριας κατανάλωσης συμπληρώνεται με εισαγωγές οσπρίων από Μαρόκο, Καναδά, Τουρκία και άλλες χώρες. Ειδικότερα, με εισαγωγές καλύπτεται το 92% της κατανάλωσης φακής, το 69% των ρεβιθιών και το 46% των φασολιών. Στην κατηγορία των οσπρίων στη χώρα μας τη μεγαλύτερη κατανάλωση έχουν οι φακές.

Το μερίδιο των PL προϊόντων στην κατηγορία είναι μεγαλύτερο, σε σύγκριση με εκείνο του ρυζιού, και εκτιμάται ότι διαμορφώνεται σε αξία περίπου στο 25%.

Σταθεροποίηση τιμών… εις άνω

Η έκρηξη των τιμών των πρώτων υλών ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου 2007-2008, οπότε υπήρξαν ανατιμήσεις σε όλες τις υποκατηγορίες ρυζιών και οσπρίων -σε πολλές περιπτώσεις η μέγιστη ανατίμηση πέρασε το 150%, σε σχέση με την περίοδο 2006-2007.

Οι ανατιμήσεις επηρέασαν πιο άμεσα τη χύμα διανομή των προϊόντων, καθώς στα συσκευασμένα έγιναν προσπάθειες συγκράτησης των τιμών.
Την τρέχουσα περίοδο οι μέσες τιμές, φυσικά, δεν διατηρήθηκαν στα απροσδόκητα υψηλά επίπεδα του 2008, αλλά εκτιμάται ότι θα παραμείνουν υψηλές, σε σχέση με τις μέσες τιμές του 2007, σε ποσοστά κυμαινόμενα μεταξύ 10% και 50%.

Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι ήδη στα όσπρια υπήρξε μια άνοδος τιμών της τάξης του 12%-15% από τις αρχές του έτους, εξαιτίας της μείωσης της παραγωγής λόγω ξηρασίας. Αντίθετα, οι τιμές του ρυζιού υποχώρησαν λίγο. Μεσοπρόθεσμα εκτιμάται ότι οι τιμές τόσο του ρυζιών όσο και των οσπρίων θα σταθεροποιηθούν σε επίπεδα υψηλότερα της προηγούμενης δεκαετίας.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 381 (Φεβρουάριος 2009) του περιοδικού “σελφ σέρβις” (Εκδόσεις Comcenter).