Προς εσωτερικό-κλαδικό πληθωρισμό της τάξης του 10%-10,5% έναντι περίπου 5%-6% που είναι ακόμα σήμερα, οδεύει η αγορά του κλάδου, πιεζόμενη από την καταιγίδα των αυξημένων τιμοκαταλόγων χονδρικής, η οποία εξελίσσεται με εντεινόμενο ρυθμό ήδη από τον περυσινό Αύγουστο. Όμως, το έτος-κλειδί για τις εξελίξεις στον κλάδο, λένε ορισμένοι, θα είναι το 2023, οπότε οι αντοχές όλων θα έχουν δείξει οριστικά ποιος θα είναι σε θέση να συνεχίσει και ποιος όχι.

Αρχικά η κρίση της εφοδιαστικής αλυσίδας, μετά τη σταδιακή υποχώρηση της πανδημίας και την επιστροφή των διεθνών αγορών σε μερική κανονικότητα, και εν συνεχεία η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δημιούργησαν έναν εκρηκτικό κοκτέιλ ανατιμήσεων στην αγορά, το οποίο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat), εκτίναξε στην Ελλάδα τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή στο 9,4% τον Απρίλιο σε ετήσια βάση έναντι 8% τον Μάρτιο και 7,2% τον Φεβρουάριο, κατατάσσοντας τη χώρα μας στην έκτη θέση μεταξύ των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, μετά την Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία, Ολλανδία και Σλοβακία, στις οποίες καταγράφηκε τον Απρίλιο πληθωρισμός άνω του 10%.

Tις παραμονές έκδοσης του τρέχοντος τεύχους η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε τον πληθωρισμό του Απριλίου ο οποίος ανήλθε στο 10,2% και ειδικά στα τρόφιμα στο 10,9%. Σημειώνουμε ότι ο εθνικός πληθωρισμός τον μήνα Μάρτιο είχε αυξηθεί στο 8,9% σε ετήσια βάση έναντι 8% του αντίστοιχου εναρμονισμένου.

Περιορισμένη ορατότητα
Αναφερόμενος στο ζήτημα του πληθωρισμού γνωστός παράγοντας της αγοράς τονίζει ότι «η ορατότητα που έχουμε για την εξέλιξη των τιμών δεν υπερβαίνει τις 45 ημέρες», προσθέτοντας ότι «η διαχείριση των τιμών από τα σούπερ μάρκετ αυτή την περίοδο γίνεται πλέον σε επίπεδο εβδομάδας. Στο βαθμό που το κύμα των ανατιμήσεων φουσκώσει περισσότερο, μην αποκλείετε η διαχείριση των τιμών ν’ αρχίσει να γίνεται σε ημερήσια βάση…».

Ο συνομιλητής μας παραδέχεται ότι ο κλάδος δεν μπορεί να ανατρέψει την ανοδική τάση των τιμών. Ωστόσο, όπως λέει, έχει κάποια μικρά περιθώρια απορρόφησης ενός μέρους των ανατιμήσεων στη χονδρική ή μπορεί τουλάχιστον να εξασφαλίσει κάποιες περιορισμένης έκτασης χρονο-καθυστερήσεις στην εφαρμογή τους. «Τους τελευταίους μήνες οι ανατιμήσεις αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Ορισμένοι προμηθευτές ανακοινώνουν ήδη τρίτο ή και τέταρτο κατά σειρά γύρο αυξήσεων στις τιμές», συμπληρώνει. Μάλιστα, όπως τονίζει με έμφαση, «τα πάντα σε αυτή τη φάση είναι κινούμενα. Η πληθωριστική έκρηξη συνεχίζει να είναι ένα φαινόμενο εξελισσόμενο, άγνωστο για πόσο και με τι συνέπειες για την αγορά μας, το εμπόριο και συνολικότερα για την οικονομία».

Πάντως, «το ευτύχημα είναι ότι μέχρι σήμερα στον ορίζοντα δεν υπάρχουν σύννεφα ύφεσης», τονίζει άλλος παράγοντας του κλάδου, προσθέτοντας ότι «ανεξαρτήτως της πορείας που θα έχουν οι πωλήσεις των σούπερ μάρκετ, το κρισιμότερο όλων είναι το ΑΕΠ της χώρας να διατηρήσει το θετικό πρόσημό του, διότι αν αυτή η συνθήκη αλλάξει και περάσουμε σε φάση ύφεσης ή στασιμοπληθωρισμού, τότε η τροπή των πραγμάτων θα είναι πραγματικά πολύ δυσάρεστη για όλους».

Σύμφωνα, πάντως, με τα λεγόμενα στελεχών της αγοράς, η τάση των τελευταίων εβδομάδων στις πωλήσεις των σούπερ μάρκετ είναι (σε σταθερές τιμές) πτωτική έως και 6% σε σχέση με πέρυσι. Πρόκειται για ένα ποσοστό που αποτυπώνει, άλλωστε, το κλίμα που υπήρξε κατά την περίοδο της γιορτής του Πάσχα (βλέπε σχετικό ρεπορτάζ σε επόμενες σελίδες), ενώ, αν μιλήσουμε για το πρώτο τετράμηνο του 2022, ΄στην αγορά καταγράφηκε αρνητική ανάπτυξη της τάξης του 3,5%-4% πάντα σε σταθερές τιμές και σε ετήσια βάση.

Τι δείχνουν τα επίσημα στοιχεία
Ενδεικτική είναι η αναφορά της NielsenIQ σχετικά με την πτώση του τζίρου της οργανωμένης λιανικής τροφίμων-ποτών κατά 1,4% το πρώτο τρίμηνο φέτος (στοιχεία YTD έως τις 27 του Μαρτίου) σε σύγκριση με την αντίστοιχη περυσινή χρονική περίοδο, μια τάση που οδηγείται από τα FMCG στο σύνολό τους, καθώς οι μεγάλες κατηγορίες των φρέσκων προϊόντων, όπως και των Bazaar προϊόντων, παρουσιάζουν αρκετά πιο συγκρατημένες τάσεις, με πτώση κατά 0,3% και αύξηση κατά 0,8% αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τη NielsenIQ, στις επιμέρους κατηγορίες των ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων τα τρόφιμα και ποτά σημειώνουν πιο μετριοπαθή αρνητική τάση (-1,2%), κυρίως λόγω των τροφίμων, καθώς τα ποτά, κυρίως τα αλκοολούχα, κινούνται σημαντικά πιο αρνητικά. Επιπλέον, οι κατηγορίες που αφορούν τα προϊόντα προσωπικής περιποίησης, καθώς και τα προϊόντα οικιακής χρήσης, παρουσιάζουν μείωση πωλήσεων σε αξία σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2021 κατά 3,5% και 4,8% αντίστοιχα, καθώς εξακολουθεί να εκλογικεύεται η ζήτηση και η χρήση τους, μετά την εκτίναξη που είχε η ζήτηση των προϊόντων πολλών από αυτές το 2020, λόγω των ανησυχιών για την υγιεινή που προκάλεσε η κρίση στη δημόσια υγεία.

Σύμφωνα με τη NielsenIQ, αν αποδομήσουμε την αρνητική τάση που παρουσιάζουν τα FMCG στο σύνολό τους σε όγκο πωλήσεων και στη μέση μεταβολή των τιμών τους, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε την αύξηση των τιμών με ταυτόχρονη μείωση της ζήτησης. Η μείωση αυτή πέραν του στοιχείου της εκλογίκευσης της ζήτησής τους κατά πάσα πιθανότατα οφείλεται στην προσπάθεια των καταναλωτών να περιορίσουν τις δαπάνες που πραγματοποιούν στα σούπερ μάρκετ, καθώς ο γενικός πληθωρισμός και οι μεγάλες αυξήσεις των τιμών, που έχουν πλήξει πολλές άλλες κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών, όπως είναι η ενέργεια, τα καύσιμα κ.ά., φαίνεται πως έχουν μειώσει σε ένα βαθμό την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, πράγμα που έχει αντίκτυπο ακόμη και στις αγορές βασικών κατηγοριών FMCG. Αξίζει, πάντως, να σημειώσουμε ότι η Nielsen δεν δίνει ακριβή στοιχεία για την πορεία των πωλήσεων σε σταθερές τιμές.

Οι ανησυχίες και οι επιλογές των καταναλωτών
Στο μεταξύ, όπως σημειώνει η εταιρεία στην ετήσια έρευνα των Shopper Trends, φαίνεται πως ο καταναλωτής προβληματίζεται σοβαρά για τις τιμές, καθώς νιώθει περισσότερο από ποτέ την τελευταία εικοσιπενταετία την ανοδική τους πορεία, με μια ξεκάθαρη αύξηση στο ποσοστό αυτών που το αναφέρουν (από το 72% στο 92%). Ενδεικτικό είναι επιπλέον το γεγονός ότι η πορεία του μεριδίου των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας έχει πλέον αντιστραφεί, φτάνοντας το πρώτο τρίμηνο του έτους το 14,2% (στην αγορά των κλασικών καταστημάτων κι όχι του discount καναλιού), μια αυξητική τάση που ξεκίνησε να διαμορφώνεται από τα μέσα του 2021, οπότε άρχισαν να γίνονται αισθητές γενικότερα οι πληθωριστικές τάσεις στην αγορά. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι έχει ενισχυθεί περαιτέρω η προωθητική ένταση των branded προϊόντων, η οποία έχει φτάσει το 64,6%, προφανώς στο πλαίσιο των προσπαθειών και των προμηθευτών και των αλυσίδων σούπερ μάρκετ να αντισταθμίσουν κάπως τις ανατιμήσεις, δεδομένου μάλιστα του έντονα ανταγωνιστικού κλίματος στο περιβάλλον που δραστηριοποιούνται.

Πάντως, πέραν των προμηθευτών και τα στελέχη των λιανεμπορικών αλυσίδων προβληματίζονται από την έντονα ανοδική τάση που καταγράφεται τους τελευταίους μήνες στις πωλήσεις των private label συλλογών τους. Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, ο κλάδος είναι «στημένος» πάνω στα επώνυμα είδη και οτιδήποτε διαταράσσει τη φυσιολογική σχέση στις πωλήσεις μεταξύ branded προϊόντων και ιδιωτικής ετικέτας μόνο ως ουδέτερο μήνυμα δεν πρέπει να εκλαμβάνεται.

«Άγνωστος Χ» η επίδοση για το 2022
Σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις για τη διαμόρφωση των πωλήσεων στα τέλη του 2022, η συνολική μεταβολή παραμένει ο «άγνωστος Χ», ενώ προφανώς ο σχετικός δείκτης μέλλει να διαφοροποιηθεί έως και «πάρα πολύ» από αλυσίδα σε αλυσίδα… Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιδόσεις ενός εκ των ισχυρότερων δικτύων του κλάδου είναι φέτος ιδιαίτερα αρνητικές, ενώ το πλάνο του τις προδιάγραφε τουλάχιστον σταθερές. Την ίδια στιγμή η δυναμική πωλήσεων του leader της αγοράς φαίνεται ότι έχει εξασθενήσει, τουλάχιστον συγκριτικά με τη δυναμική ανάπτυξης που εμφάνιζε την τελευταία τετραετία. Όμως διατηρεί ανοδικές τις πωλήσεις του. Όσο για της περιοχή του δυναμικού των μικρομεσαίων αλυσίδων του κλάδου η εικόνα παρουσιάζει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από δίκτυο σε δίκτυο. Κάποια συντηρούν μια «αξιοπρεπή» εικόνα επιδόσεων, ενώ η δεινή θέση κάποιων άλλων είναι αδύνατον να διασκεδαστεί.

Αν η αγορά διερωτάται για κάτι σήμερα, αυτό σχετίζεται με:
• Το πόσο αποτελεσματική θα αποδειχθεί για τα νοικοκυριά η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 713 ευρώ μικτά, των τριετών και των επιδομάτων, όπως και οι αντίστοιχες αυξήσεις στους μισθούς του δημοσίου, που τέθηκαν σε ισχύ από την 1η Μαΐου.
• Το πόσο ουσιαστική θα αποδειχθεί η παρέμβαση της κυβέρνησης για τη στήριξη των νοικοκυριών έναντι της ενεργειακής ακρίβειας (για την αγορά υπήρξαν ήδη δύο κύκλοι στήριξης).
• Το πόσο υψηλά θα ανέλθει ο πληθωρισμός, σε συνάρτηση πάντα με την εξέλιξη της ρωσο-ουκρανικής κρίσης.

Τα προβλήματα «κάτω από το χαλί»
Στο μεταξύ, στελέχη του κλάδου, των οποίων οι εκτιμήσεις αξιολογούνται ως αντικειμενικές και σίγουρα όχι υποβολιμαίες, σχολιάζοντας την «επόμενη ημέρα» της αγοράς, θεωρούν ότι το κρισιμότερο όλων δεν είναι το τι θα συμβεί το 2022, διότι οι πωλήσεις της οργανωμένης λιανικής, ωθούμενες από τις πληθωριστικές πιέσεις, θα διατηρηθούν σε ένα κάποιο επίπεδο. Κύριο ζητούμενο είναι τα γενικότερα προβλήματα της αγοράς, τα οποία θα παραμείνουν κρυμμένα «κάτω από το χαλί» και θα φανούν στην περίπτωση που οι πληθωριστικές πιέσεις συνεχιστούν το 2023. Διότι ως τότε τα νοικοκυριά οικονομικά θα έχουν εξαντληθεί εντελώς, οπότε οι περικοπές που θα κάνουν ακόμη και στα καθημερινά είδη πρώτης ανάγκης θα είναι τέτοιας έκτασης, ώστε είναι βέβαιο πως αρκετές από τις αλυσίδες του κλάδου δεν θα μπορέσουν να τις αντέξουν. Κατά συνέπεια το έτος- κλειδί για τις εξελίξεις του κλάδου την «επόμενη ημέρα» αναμένεται το 2023, χρονιά κατά την οποία υπό προϋποθέσεις αναμένεται ακόμη ένας κύκλος εξαγορών και συγχωνεύσεων, ίσως όχι μόνο στους μικρομεσαίους «παίκτες» της οργανωμένης λιανικής, αλλά και σε υψηλότερες βαθμίδες της.

Ζητούμενο η ρευστότητα
Κι ας μην ξεχνάμε ότι πέρα από τη διαχείριση εκ μέρους των σούπερ μάρκετ των ανατιμήσεων στο ράφι και την αυτοσυγκράτηση των καταναλωτών στις καθημερινές τους δαπάνες, οι αλυσίδες έχουν να αντιμετωπίσουν και αυξημένο κόστος παραγωγής των συλλογών τους ιδιωτικών σημάτων, το αυξημένο από την 1η Μαΐου κόστος της εργασίας, την ενεργειακή ακρίβεια, η οποία χτυπάει στην καρδιά των καθαρών αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων του κλάδου έως και δύο ποσοστιαίες μονάδες και, συνεπεία όλων των προαναφερόμενων, τις αυξημένες ανάγκες ρευστότητας που ως γνωστόν δεν μπορούν να καλύψουν όλοι οι «παίκτες» της αγοράς.

«Το οργανωμένο λιανεμπόριο ζει σήμερα τη μεγαλύτερη, ίσως, κρίση των τελευταίων δεκαετιών, μαζί με την κρίση χρέους που, όπως όλοι γνωρίζουμε, στοίχισε τη βιωσιμότητα κάποιων εκ των μεγαλύτερων «παικτών» του κλάδου» αναφέρει ανώτατος παράγοντας της αγοράς, προσθέτοντας ότι «κάθε κρίση πέρα από τις όποιες μικρές ή μεγάλες επιπτώσεις προκαλεί και ισχυρές ανατροπές, αναδεικνύοντας κερδισμένους και χαμένους, που λογικά θα πρέπει να αναμένουμε και στη λήξη της ρωσο-ουκρανικής κρίσης. Η εμπειρία έδειξε ότι κάποιες από τις ανατροπές αποτέλεσαν προϊόν συναίνεσης και κάποιες άλλες εξελίχθηκαν βίαια, προκαλώντας ντόμινο αρνητικών εξελίξεων στην αγορά, κυρίως των προμηθευτών. Μένει να φανεί τι θα συμβεί αυτή τη φορά», σημειώνει με νόημα ο ίδιος παράγοντας.