Σύμφωνα με τον προαναφερόμενο νόμο:

«1. Ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους που δεν αφορούν στο πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επόμενης παραγράφου.
2. Τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές καθορίζονται από τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα και είναι τα εξής:

α) τέσσερις εργαζόμενοι για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν είκοσι έως διακόσια άτομα (η περ. α αντικαταστάθηκε ως ανωτέρω με το άρθρο 9 του Ν. 2874/2000).

β) Ποσοστό 2%-3% του προσωπικού και μέχρι τριάντα άτομα για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από πενήντα εργαζόμενους. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα προς τις συνθήκες της αγοράς εργασίας με απόφαση του υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3. Για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, όλοι οι τρόποι λήξης της σύμβασης εργασίας που γίνονται με πρωτοβουλία του εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, εξομοιώνονται με τις απολύσεις, υπό τον όρο ότι οι απολύσεις είναι τουλάχιστον πέντε. (Η παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 21 Ν. 3488/2006, ΦΕΚ Α 191/11.9.2006)».

Ποσοτικό και ποιοτικό κριτήριο

Δηλαδή, ο προσδιορισμός της έννοιας των ομαδικών απολύσεων γίνεται με δύο κριτήρια, ένα ποσοτικό και ένα ποιοτικό. Το ποσοτικό κριτήριο έχει την έννοια ότι για να υπάρξει ομαδική απόλυση θα πρέπει ο αριθμός των απολυομένων να υπερβαίνει έναν ελάχιστο αριθμό, τον οποίο καθορίζει, κατά τις εκάστοτε εκτιμήσεις του, ο νομοθέτης. Το ανωτέρω κριτήριο εκτιμάται με βάση τον ημερολογιακό μήνα και αφορά είτε σε έναν απόλυτο αριθμό απολύσεων, είτε σε ορισμένα ποσοστιαία όρια απολύσεων, σε σχέση με τον συνολικό αριθμό του απασχολούμενου προσωπικού στην εργοδοτική επιχείρηση ή εκμετάλλευση στην αρχή κάθε μήνα.

Ο αριθμός αυτός των απολύσεων δημοσιεύεται σε υπουργική απόφαση του αρμόδιου υπουργού Κοινωνικής Απασχόλησης και εκδίδεται ανά εξάμηνο. Για το πρώτο εξάμηνο του 2009, σύμφωνα με την ΥΑ 84974/1334 (ΦΕΚ Β 2734 2008), το ποσοστό των απολύσεων προσωπικού που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 1387/1983, όπως τροποποιήθηκε (παρ. 2 άρθρου 9 του Ν. 2874/2000), έχει καθοριστεί στο 2% και μέχρι τριάντα άτομα κατ’ ανώτατο όριο τον μήνα.

Το ποιοτικό κριτήριο έχει την έννοια ότι, για να χαρακτηρισθεί η απόλυση του συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων ως ομαδική, θα πρέπει να οφείλεται σε οικονομικά αίτια υπό την ευρεία έννοια του όρου.

Η ρύθμιση των ομαδικών απολύσεων στηρίζεται σε τρεις αρχές:

  • Την αρχή της έγκαιρης ενημέρωσης των εργαζομένων και των αρμοδίων αρχών, που αποσκοπεί στην αποφυγή των αιφνίδιων απολύσεων.
  • Την αρχή της από κοινού με τους εκπροσώπους των εργαζομένων εξέτασης των σχεδιαζομένων απολύσεων.
  • Την αρχή της συνδρομής των αρμοδίων δημοσίων αρχών για την εξεύρεση της καλύτερης δυνατής λύσης.

Σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης

Η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας εργαζομένων, η οποία γίνεται λόγω διακοπής της εκμετάλλευσης του εργοδότη και υπερβαίνει το ποσοστό του 2% επί του συνόλου του προσωπικού του, χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων που απαιτεί ο νόμος περί ομαδικών απολύσεων, είναι άκυρη και καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Στις περιπτώσεις αυτές, η ακυρότητα καταλαμβάνει το σύνολο των απολύσεων που έχουν γίνει και όχι μόνο τις καθ’ υπέρβαση του επιτρεπόμενου αριθμού απολύσεις που έγιναν.

Εάν, όμως, επακολουθήσει η έκδοση δικαστικής απόφασης, η οποία θέτει την εργοδοτική επιχείρηση σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, τότε, από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, παύει η υπερημερία του εργοδότη, δεδομένου ότι από το σημείο εκείνο λύνονται αυτοδικαίως όλες οι εργασιακές συμβάσεις του προσωπικού, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταγγελία τους.

«Επιχείρηση» και «εκμετάλλευση»

Ο προαναφερόμενος νόμος (1387/1983), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, περί ομαδικών απολύσεων αφορά στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες απασχολούν περισσότερους των 20 εργαζομένων, ανεξαρτήτως του κύρους των εργασιακών τους συμβάσεων. Στις επιχειρήσεις αυτές περιλαμβάνονται και εκείνες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες όμως λειτουργούν κατά τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας (πχ ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΛΤΑ κά).

Για να υπολογισθεί ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων στη συγκεκριμένη κάθε φορά επιχείρηση ή εκμετάλλευση, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των εργαζομένων της κατά την 1η του μηνός της απολύσεως, ανεξαρτήτως της ιδιότητάς τους, δηλαδή ως ιδιωτικών υπαλλήλων ή ως εργατοτεχνιτών και της φύσης της σχέσης τους με τον εργοδότη, δηλαδή εάν είναι αορίστου ή ορισμένου χρόνου.

Αν παρατηρήσει κανείς το κείμενο του νόμου, θα διαπιστώσει ότι ο νόμος χρησιμοποιεί, προκειμένου να υποδηλώσει την έννοια του εργοδότη, τους όρους «επιχείρηση» και «εκμετάλλευση».

Στο πλαίσιο της επιχείρησης τοποθετείται η εκμετάλλευση, η οποία αποτελεί οργανική ενότητα προσώπων, τεχνικών μέσων, εγκαταστάσεων, με την οποία επιδιώκεται η υλοποίηση του σκοπού της επιχείρησης, η οποία μπορεί να γίνεται και από περισσότερες εκμεταλλεύσεις για παρόμοιο ή διαφορετικό σκοπό, χωρίς να αποκλείεται και η δυνατότητα παράλληλης λειτουργίας περισσοτέρων επιχειρήσεων με την παραπάνω έννοια, οι οποίες οργανώθηκαν αυτοτελώς και ανεξαρτήτως η καθεμία από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ως φορέα.

Κατά άλλη άποψη, η εκτίμηση της ύπαρξης ομαδικών ή όχι απολύσεων πρέπει να γίνεται εκεί όπου γίνονται οι απολύσεις. Επομένως, εάν αυτές επεκτείνονται σε όλη την εργοδοτική επιχείρηση, τότε σημείο αναφοράς είναι όλο το προσωπικό της. Εάν, όμως, οι απολύσεις περιορίζονται στο πλαίσιο μίας και μόνο εκμετάλλευσης της εργοδοτικής επιχείρησης, τότε σημείο αναφοράς είναι το προσωπικό μόνο της εκμετάλλευσης αυτής.

Κατ’ ορθή ερμηνεία του νόμου, εάν μία επιχείρηση έχει περισσότερες ανεξάρτητες μεταξύ τους εκμεταλλεύσεις, οι οποίες έχουν διαφορετική οργανωτική δομή και λειτουργούν σε διαφορετικούς τόπους, η ισχύς των διατάξεων του νόμου ισχύει χωριστά για την κάθε μία από αυτές. Η ερμηνεία αυτή πηγάζει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του νόμου περί ομαδικών απολύσεων, κατά την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στον αρμόδιο νομάρχη και τον επιθεωρητή εργασίας ή στον υπουργό και στον αρμόδιο επιθεωρητή κατά περίπτωση αντίγραφα των σχετικών εγγράφων.

Στις ανεξάρτητες εκμεταλλεύσεις της ίδιας επιχείρησης

Εάν, λοιπόν, πρόκειται για ανεξάρτητες εκμεταλλεύσεις της ίδιας επιχείρησης, που απασχολούν αυτοτελώς περισσότερους από 20 εργαζομένους, είναι αδιάφορο εάν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του ίδιου ημερολογιακού μήνα διενεργήθηκαν και άλλες απολύσεις σε άλλες εκμεταλλεύσεις της ίδιας επιχείρησης, στις οποίες απασχολούνται πέραν των 20 ατόμων. Δηλαδή, στην ανωτέρω περίπτωση, σημείο αναφοράς αποτελεί ο αριθμός των απασχολουμένων στην αυτοτελή εκμετάλλευση, όπου γίνονται οι ομαδικές απολύσεις κατά τον συγκεκριμένο ημερολογιακό μήνα.

Εξαιρούνται της εφαρμογής του παραπάνω νόμου:

  • Οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση, της οποίας η διάρκεια συνδέεται με την εκτέλεση ορισμένου έργου ή εργασιών, εκτός εάν οι απολύσεις γίνουν πριν από τη λήξη του χρόνου αυτού. Αλλά, ενώ οι εν λόγω εργαζόμενοι δεν απολαμβάνουν της προστασίας του νόμου, εντούτοις δεν παύουν να συνυπολογίζονται στον συνολικό αριθμό των απασχολουμένων την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, προκειμένου να υπολογισθούν τα όρια της παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου.
  • Οι εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε δημόσιο-ΟΤΑ.
  • Οι εργαζόμενοι που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών του εργοδότη, μετά από πρωτόδικη δικαστική απόφαση.

Info: Η κυρία Κωνσταντίνα Κυριακοπούλου είναι δικηγόρος, έδρα: Καρνεάδου 32-Κολωνάκι (106 76), e-mail: kklaw@otenet.gr

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 382 (Μάρτιος 2009) του περιοδικού «σελφ σέρβις» (Εκδόσεις Comcenter).