Στην ολλανδική αγορά υπάρχει μεγάλος αριθμός προϊόντων κάθε είδους, με συνέπεια ο ανταγωνισμός να είναι υψηλός για κάθε προϊόν.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το Γραφείο ΟΕΥ Χάγης, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά προϊόντα οφείλεται κυρίως στα χαρακτηριστικά της ολλανδικής αγοράς: ολιγομονοπωλιακός έλεγχος, ανταγωνισμός, διατροφικές συνήθειες.

Η ολλανδική αγορά πρέπει να προσεγγίζεται από τις ελληνικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής με επίκεντρο κάποια άλλη ευρωπαϊκή αγορά, καθώς το κόστος εισόδου στην αγορά είναι ιδιαίτερα υψηλό σε σχέση με το αναμενόμενο όφελος. Με δεδομένο το μεγάλο μέγεθος των επιχειρήσεων στην αγορά τροφίμων, κύρια απαίτηση είναι η διαχρονικά σταθερή παράδοση μεγάλων ποσοτήτων, συγκεκριμένης (σταθερής) ποιότητας. Υπάρχουν δυνατότητες αύξησης των ελληνικών εξαγωγών προϊόντων όπως φρούτων, ελαιολάδου, κρασιών, τα οποία είναι προϊόντα διεθνώς ανταγωνιστικά.

Απαιτείται αυστηρή τυποποίηση των προϊόντων, επαρκείς ποσότητες, σταθερή παράδοση καθ’ όλη την διάρκεια του έτους και ανταγωνιστικές τιμές. Σύμφωνα με το Γραφείο ΟΕΥ, υπάρχουν περιθώρια αύξησης των εξαγωγών οίνου. Πρέπει να γίνει προσπάθεια ενίσχυσης των χαμηλών σχετικά εξαγωγών ελληνικών κρασιών στην ολλανδική αγορά, με έμφαση στις εκδηλώσεις γευσιγνωσίας. Σημαντική κρίνεται και η διεύρυνση του μεριδίου ελληνικών ιχθυηρών στην ολλανδική αγορά (μείωση εξαγωγών κατά 19,9% το 2023), όπως και σε αγροδιατροφικά προϊόντα (επιτραπέζιες ελιές, σκληρά τυριά, κ.ά.).


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter