Ως συμβολή ουσίας στις φετινές εκδηλώσεις τιμής της επετείου των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 δημοσιεύουμε ολόκληρη την ομιλία του ιστορικού της οικονομίας κ. Αλέξη Φραγκιάδη, με την οποία άνοιξαν οι εργασίες του 11ου συνεδρίου σελφ σέρβις – Food Retail Forum 2021, που πραγματοποιήθηκε ψηφιακά στις 22 Απριλίου. Πρόκειται για μια σειρά σύντομων και συμπυκνωμένων διαπιστώσεων αναφορικά με τον τίτλο του θέματος, που πείθουν πως η ιστορική μελέτη, υπερβαίνοντας τις συμβάσεις των επετειακών γιορτασμών, είναι σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση του παρόντος και το σχεδιασμό του μέλλοντος. επιτυχία της Επανάστασης του 1821 και η δημιουργία του ελληνικού κράτους οφείλεται, εν πολλοίς, στην ελληνόφωνη ορθόδοξη αστική τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι ρίζες αυτής της τάξης δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς· είναι βέβαιο πως βρισκόταν σε άνοδο ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα και συνέχιζε την ανοδική της πορεία έως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυκλώνοντας από Ανατολή, Βορρά και Νότο την Ανατολική Μεσόγειο, έθετε όρια στη δράση των Ευρωπαίων εμπόρων. Προσέφερε με αυτό τον τρόπο στο εγχώριο κεφάλαιο –στους Έλληνες, τους Εβραίους και τους Αρμένηδες– ζωτικό χώρο για να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους. Εξορμώντας από την οθωμανική οικονομία, οι Έλληνες έμποροι, πλοιοκτήτες, τραπεζίτες και χρηματιστές απέκτησαν ήδη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα αξιόλογη παρουσία στην Αυστρουγγαρία, τις ιταλικές πόλεις, τη Γαλλία, την Ολλανδία, την Αγγλία, τη Νότια Ρωσία, αλλά και στην Αμερικανική Ήπειρο και την Ινδία.

Η δημιουργία του ελληνικού κράτους το 1830 αποτελούσε μέρος μόνο ενός ευρύτερου οράματος, που ονομάστηκε «Μεγάλη Ιδέα». Η ανερχόμενη ελληνική αστική τάξη, που την ένωναν η γλώσσα, η θρησκεία, οι συγγενικές σχέσεις και οι συναλλαγές μεταξύ των μελών της, είχε κοινό όραμα την επικράτηση στην Ανατολική Μεσόγειο. Το ελληνικό εθνικό κράτος αποδείχθηκε, εκ των υστέρων, το μόνο επίτευγμα της εθνικής στρατηγικής που έμελλε να αντέξει στον χρόνο. Όμως στη διάρκεια του 19ου αιώνα κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι οι μεγάλες πολυεθνικές αυτοκρατορίες, η Οθωμανική, η Τσαρική και η Αυστροουγγαρία, θα κατέρρεαν και ότι στη θέση τους θα αναδύονταν εθνικά κράτη.

19ος αιώνας
Η Ελληνική Επανάσταση και το στέριωμα στη συνέχεια του νέου κράτους δεν μπορούσε παρά να στηρίζονται σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με τις αγροτικές μάζες, που αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Ο επαναστατικός στρατός δεν μπορούσε παρά να αποτελείται από τα τέκνα των γεωργών και των κτηνοτρόφων. Το κοινωνικό αυτό συμβόλαιο επηρέασε βαθιά τους βασικούς θεσμούς του νέου κράτους. Οι πρώην οθωμανικές γαίες, στις περιοχές που κατέλαβε ο επαναστατικός στρατός, απαγορεύτηκε να πωληθούν σε ιδιώτες και έγιναν «Εθνικές», πράγμα που απέτρεψε τη δημιουργία μεγάλης γαιοκτησίας. Επίσης, η Ελλάδα καθιέρωσε την καθολική ψηφοφορία πολύ νωρίτερα από ό,τι οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Με το πέρασμα του χρόνου, όσο οι επαναστατικές μνήμες ξεθώριαζαν, η κεντρική κυβέρνηση έγινε ισχυρότερη, το 1864 και ξανά το 1881 η χώρα μεγάλωσε χάρη στην εύνοια των Μεγάλων Δυνάμεων, οπότε οι λαϊκές μάζες δεν χρειάστηκε να συμμετάσχουν σε πολεμικές κινητοποιήσεις, ενώ ο πρώιμα δημοκρατικός χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας άρχισε να αμφισβητείται. Σε αυτό το πλαίσιο, διαφορετικά από ό,τι στην Πελοπόννησο και στη Ρούμελη του 1830, κατά την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, το 1864, το τοπικό καθεστώς γαιοκτησίας δεν μεταβλήθηκε υπέρ των καλλιεργητών, ενώ στη Θεσσαλία του 1881 η ελληνική πολιτεία πήρε το μέρος των μεγάλων ιδιοκτητών και περιόρισε τα παραδοσιακά δικαιώματα των κολλήγων.

Γενική είναι η διαπίστωση, πάντως, ότι το νεοσύστατο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος βελτίωσε δραματικά τις συνθήκες διεξαγωγής της οικονομικής δραστηριότητας. Πρώτα απ’ όλα εγκαθίδρυσε την πλήρη ατομική ιδιοκτησία και κατοχύρωσε θεσμικά το απαραβίαστο της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των πολιτών. Μακροπρόθεσμα το σύγχρονο αστικό δίκαιο συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη της οικονομίας. Εντέλει παρά τις περιοδικές κρίσεις η Ελλάδα τον 19ο αιώνα παρουσίασε αξιόλογη οικονομική μεγέθυνση. Συνέκλινε μάλιστα, ελαφρά, με τις περισσότερο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες.

Η ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα, έχοντας οικονομικά φιλελεύθερο πρόσημο, σύμφωνο με τις αντιλήψεις της εποχής, αφορούσε κυρίως την εξαγωγική γεωργία, τη ναυτιλία, το διαμετακομιστικό εμπόριο, τις τράπεζες και λιγότερο τη βιομηχανία. Έφτασε στο απόγειό της την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, που εύστοχα ονομάστηκε «η Μπελ Επόκ του ελληνικού κεφαλαίου». Ήδη όμως στη δεκαετία του 1890 το φιλελεύθερο αυτό πρότυπο ετέθη υπό αμφισβήτηση. Τα οικονομικά μεγέθη εξακολουθούσαν μεν να αυξάνονται, αλλά οι ανισότητες διευρύνονταν. Έτσι η χρεωκοπία του 1893, η ήττα του 1897 και η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου έδειξαν τα όρια. Την ίδια εποχή σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και ιδίως στην Γερμανία, τόσο στη θεωρία όσο και στο πεδίο της πολιτικής, ο προστατευτισμός αναδυόταν ως η καταλληλότερη αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων.

20ος αιώνας
Η Επανάσταση των Νεότουρκων το 1908 και ο κίνδυνος να ματαιωθούν τα εθνικά σχέδια για εδαφική επέκταση, πυροδότησε την Επανάσταση του 1909 στο Γουδί. Τα αιτήματα να ενισχυθεί ο στρατός και ο στόλος συνοδεύονταν από την απαίτηση να εισαχθούν δασμοί, για να προστατευθεί η εθνική παραγωγή, να θεσπιστεί εργατική νομοθεσία και να φορολογηθούν οι ευπορότεροι. Έκτοτε, λόγω και των πολέμων, η ελληνική οικονομία εισήλθε σε μια μακρά περίοδο έκτακτων μέτρων και κρατικών παρεμβάσεων μεγάλης κλίμακας. Η τάση αυτή δεν επρόκειτο να αντιστραφεί παρά οκτώ δεκαετίες αργότερα.

Σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται η θριαμβευτική είσοδος του Ελευθερίου Βενιζέλου στην ελληνική πολιτική σκηνή. Ο Βενιζέλος ανέτρεψε, μεταξύ άλλων, την προηγούμενη πολιτική ως προς το αγροτικό ζήτημα, υποσχέθηκε τη διανομή των μεγάλων ιδιοκτησιών στους αγρότες και εισήγαγε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που περιλάμβανε την προστασία των πλέον αδύνατων κοινωνικών ομάδων από τις επιπτώσεις της λειτουργίας των αγορών. Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο προετοίμασε επιτυχώς τη χώρα για τις επερχόμενες μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις, προκειμένου να διεκδικήσει μέρος από την κληρονομιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που κατέρρεε. Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις εμψύχωσαν λαό και στρατό και συνέβαλαν στις νίκες των Βαλκανικών Πολέμων, ενώ βοήθησαν να εμπεδωθεί κατόπιν η ελληνική κρατική κυριαρχία στις βόρειες Νέες Επαρχίες.

Είναι χαρακτηριστική η διαφορά μεταξύ των αγροτικών μεταρρυθμίσεων του 19ου αιώνα, οι οποίες στόχευαν να απελευθερώσουν την αγορά της γης και να βελτιώσουν την υποθηκική πίστη, και της βενιζελικής μεταρρύθμισης, που όχι μόνο διέλυσε τις περισσότερες μεγάλες ιδιοκτησίες, αλλά χαρακτήρισε αναπαλλοτρίωτο τον πυρήνα του οικογενειακού κλήρου και κρατικοποίησε την αγροτική πίστη με την ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας.

Οι Νέες Επαρχίες που προστέθηκαν με τους Βαλκανικούς Πολέμους ήταν δυνητικά πιο εύφορες, αλλά το 1912 βρίσκονταν σε κατάσταση παρόμοια με της προεπαναστατικής Παλαιάς Ελλάδας έναν αιώνα πριν: Οι πεδιάδες ήταν εκτεταμένα έλη που χρησίμευαν μόνο ως βοσκοτόπια, η ελονοσία θέριζε, ο πληθυσμός ήταν λιγοστός και ζούσε περισσότερο στα ορεινά, όπου οι συνθήκες υγιεινής ήταν καλύτερες. Επίσης, ενώ στην Παλαιά Ελλάδα το ποσοστό του αστικού πληθυσμού είχε πλέον αυξηθεί σημαντικά, οι Νέες Επαρχίες ήταν πολύ πιο αγροτικές και πολύ πιο πρωτόγονες. Ενώ η χρηματοδότηση για τον εποικισμό των πεδιάδων της Ηλείας και της Μεσσηνίας τον 19ο αιώνα προήλθε από την επέκταση των προσοδοφόρων εξαγωγικών καλλιεργειών, για την εξυγίανση των μακεδονικών πεδιάδων απαιτήθηκαν την περίοδο του Μεσοπολέμου μεγάλα εξωτερικά δάνεια, με την εγγύηση της Κοινωνίας των Εθνών –το σχετικό έργο ολοκληρώθηκε είκοσι χρόνια αργότερα με πόρους του Σχεδίου Μάρσαλ.

Στο μεταξύ, η κατάρρευση των αυτοκρατοριών μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και η ύψωση εθνικών συνόρων επρόκειτο να περιορίσει δραματικά τη δραστηριότητα του ελληνικού κεφαλαίου στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Το 1922 η Μικρασιατική Καταστροφή, που συνοδεύτηκε και από τη συρρίκνωση των ελληνικών παροικιών στη Νότια Ρωσία και αλλού, σήμανε το τέλος της «Μεγάλης Ιδέας».

Στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν, ιδίως κατά την ύφεση της δεκαετίας του 1930, οι κρατικές υπηρεσίες αναπτύχθηκαν πάνω στα θεμέλια που είχε θέσει ο Βενιζέλος. Επίσης, υψώθηκαν προστατευτικά τείχη, για να στηρίξουν την εγχώρια οικονομία. Όμως αυτή η προσέγγιση είχε αμυντικό χαρακτήρα. Ήταν σαφώς απαραίτητη για την πρόσκαιρη επιβίωση, αλλά δεν επαρκούσε για να εξασφαλίσει το μέλλον. Μετά το 1932 η προσπάθεια της κρατικής πολιτικής ήταν να συγκρατεί τα ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας, ισορροπώντας την μέσω ρυθμίσεων περιορισμού των εισαγωγών αγαθών και των εξαγωγών συναλλάγματος.

Η ανατροπή σε σχέση με την κατάσταση πριν το 1910 ήταν καθολική. Το μερικό δικαιοστάσιο, που είχε εισαχθεί ενόψει των Βαλκανικών Πολέμων, δεν επρόκειτο να αρθεί πριν τις αρχές της δεκαετίας του 1950· οι περιορισμοί στις αγορές συναλλάγματος που θεσπίστηκαν μετά το 1929, διατηρήθηκαν, λαμβάνοντας διάφορες μορφές, ως τη δεκαετία του 1990.

Η κατάρρευση της «Μεγάλης Ιδέας», η οικονομική ύφεση μετά το 1929 και η χρεωκοπία του 1932 είχαν σωρευτικό αποτέλεσμα να απαξιωθεί η αστική τάξη και η ιδιωτική επιχειρηματικότητα στη συνείδηση των Ελλήνων. Το αρνητικό αυτό κλίμα εμπέδωσε το στερεότυπο ότι η Ελλάδα είναι φτωχή, υπανάπτυκτη, καθυστερημένη, εξαρτημένη κοκ, ένα στερεότυπο που κυριάρχησε ως τα τέλη του 20ου αιώνα. Οι συχνές απαξιωτικές αναφορές στους Έλληνες επιχειρηματίες προέρχονταν από όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Η Αριστερά θεωρούσε ότι «η ελληνική αστική τάξη είχε προδώσει την επαναστατική αποστολή της». Αλλά και τα πλέον επίσημα κρατικά χείλη –υπερσυντηρητικοί του Μεσοπολέμου, όπως ο Χαριτάκης, αλλά και συντηρητικοί δημοκράτες, πολιτικοί και διανοητές των μεταπολεμικών δεκαετιών, όπως ο Τσάτσος, ο Παπαληγούρας κι ο Καραμανλής– επανειλημμένα διατύπωναν την άποψη ότι η Ελλάδα δεν έχει επιχειρηματική τάξη ικανή να στηρίξει την ανάπτυξη και ότι η καθοδήγηση της οικονομίας από το κράτος ήταν απαραίτητη.

Ο Ψυχρός Πόλεμος παρείχε στην Ελλάδα σταθερότητα και ασφάλεια. Η ρύθμιση των διεθνών οικονομικών σχέσεων του δυτικού κόσμου, με βάση τις συμφωνίες του Bretton Woods, η πρωτοφανής οικονομική βοήθεια που έλαβε η χώρα από τις ΗΠΑ ως απειλούμενη από τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και η παραχώρηση αργότερα ενός ευνοϊκού πλαισίου σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα είχαν ως αποτέλεσμα, στην περίοδο 1953-1978, την ταχύρρυθμη μεγέθυνση της οικονομίας και την εκβιομηχάνιση της χώρας.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου σήμανε και το τέλος του προστατευτικού πλαισίου και των «ανοχών» του διεθνούς συστήματος απέναντι σε χώρες με κοινωνικές ιδιομορφίες. Η πίεση για την απελευθέρωση των αγορών σταδιακά αυξήθηκε. Στην πρώτη μετα-ψυχροπολεμική περίοδο, έως το 2007, το άνοιγμα των βόρειων συνόρων της χώρας, η έλευση χαμηλόμισθων μεταναστών και η εύκολη επέκταση στα Βαλκάνια, τα χαμηλά επιτόκια και γενικότερα το ευνοϊκό κλίμα στις διεθνείς χρηματαγορές ευνόησαν την Ελλάδα. Όμως η άνοδος των εγχώριων τιμών διάβρωσε δραματικά την διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της και οδήγησε το εμπορικό έλλειμμα σε δυσθεώρητα ύψη. Εξάλλου, παρά το γεγονός ότι η ανάπτυξη την περίοδο 1994-2007 επιταχύνθηκε, δεν αφορούσε το σύνολο του πληθυσμού και της οικονομικής δραστηριότητας. Αν και μεγάλοι κλάδοι της οικονομίας μετασχηματίστηκαν εντυπωσιακά, όπως ο χρηματοπιστωτικός, των τηλεπικοινωνιών, των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, αλλά κι άλλοι κλάδοι του τριτογενούς τομέα, η ανεργία δεν συρρικνώθηκε. Σε αντιστάθμισμα, ίσως, το πολιτικό σύστημα ανέχθηκε την αυξανόμενη ανομία, την μαύρη οικονομία και τη φοροδιαφυγή, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το δημόσιο χρέος. Η συνέχεια, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν ήταν καθόλου εύκολη.

Συνοψίζοντας, η σχέση οικονομίας και κράτους στα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση έως σήμερα χαρακτηρίστηκε από μεγάλες τομές και ανατροπές. Αρκετές από αυτές τις τομές, όμως, έχουν συσκοτισθεί από άκαμπτα στερεότυπα, που απηχούν αγωνίες και στοχεύσεις άλλων εποχών. Με άλλα λόγια, για να αντιληφθούμε τη φύση, τη δυναμική και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, είναι επείγον να απαλλαγούμε επιτέλους από τους παραμορφωτικούς φακούς, που μας φόρεσε κάποτε ο Μεσοπόλεμος».