Οριακή μείωση του ποσοστού του πληθυσμού που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της φτώχιας, εκ νέου μείωση των δαπανών, αύξηση της κατανάλωσης για διατροφή και στέγαση και μείωση των ποσών που διατίθενται για εκπαίδευση, είναι τα πλέον χαρακτηριστικά ευρήματα της έρευνας των οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2016, σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η έρευνα διενεργήθηκε σε δείγμα 6.073 ιδιωτικών νοικοκυριών, στο σύνολο των περιοχών της χώρας.

H συνολική µηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών (αγορές) για το 2016 ανήλθε στα 5,7 δισ. ευρώ, καταγράφοντας µείωση κατά 2,5% (-147,2 εκατ. ευρώ) σε σύγκριση µε το 2015. Η µέση µηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές ανήλθε στα 1.392,03 ευρώ, καταγράφοντας µείωση 2% (-28,97 ευρώ). Η µέση συνολική δαπάνη για κάθε άτοµο ανήλθε στα 538,94 ευρώ, καταγράφοντας µείωση 2% (-11,24 ευρώ). Σε πραγματικούς όρους, η µέση µηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών µειώθηκε ακριβώς κατά το ίδιο ποσοστό, λόγω της μηδενικής επίδρασης του πληθωρισμού (ΔΤΚ 2016=0,0%).

Τόσο το 2015 όσο και το 2016, το μεγαλύτερο µερίδιο των δαπανών του µέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών αφορά στα είδη διατροφής (20,7%) και ακολουθούν η στέγαση (13,8%) και οι µεταφορές (12,9%), ενώ οι υπηρεσίες εκπαίδευσης αντιστοιχούν στο µικρότερο µερίδιο των δαπανών (3,2%).

Όσον αφορά στις δαπάνες στα είδη διατροφής, παρατηρείται µείωση της µηνιαίας δαπάνης (τρέχουσες τιµές) για µεταλλικά νερά, αναψυκτικά, χυµούς φρούτων και λαχανικών (7,1%), φρούτα (5,2%), ψάρια (4%), γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά (3,9%), λαχανικά (2,6%), κρέας (1,2%), ζάχαρη, µαρµελάδες, µέλι κ.λπ. (0,4%) και αλεύρι, ψωµί και δημητριακά (0,3%). Την ίδια στιγμή, παρατηρείται αύξηση της μηνιαίας δαπάνης για καφέ, τσάι και κακάο (7,4%) και έλαια και λίπη (0,2%).

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΝΑ ΤΥΠΟ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΟΥ, ΗΛΙΚΙΑΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΗ
Νοικοκυριά µε ένα άτοµο µόνο, ηλικίας 65 ετών και άνω, έχουν λιγότερες δαπάνες κατά 54,3% της µέσης µηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας. Νοικοκυριά που αποτελούνται από ένα ζευγάρι µε δυο παιδιά έως και 16 ετών έχουν περισσότερες δαπάνες κατά 40% της µέσης µηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών. Νοικοκυριά µε υπεύθυνο οικονοµικά µη ενεργό ή άνεργο δαπανούν, κατά µέσο όρο, το 77,1 % της µέσης µηνιαίας δαπάνης, ενώ αυτά µε υπεύθυνο αυτοαπασχολούμενο µε µισθωτούς το 213,4% αυτής.

Η µέση µηνιαία δαπάνη διαφέρει ανάλογα και µε την ηλικία του υπευθύνου του νοικοκυριού. Όπως και στην έρευνα του 2015, τα νοικοκυριά µε υπεύθυνο ηλικίας 45- 54 ετών δαπανούν, κατά µέσο όρο, περισσότερο. Συγκεκριμένα, τα νοικοκυριά αυτά δαπανούν κατά µέσο όρο το 127,1 % της µέσης µηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας. Τα νοικοκυριά µε τη µικρότερη ποσοστιαία συµµετοχή για το 2016 ήταν αυτά µε υπεύθυνο ηλικίας 75 ετών και άνω (61% της μέσης μηνιαίας δαπάνης). Τα νοικοκυριά που διαµένουν σε αγροτικές περιοχές δαπανούν κατά µέσο όρο 1.134,13 ευρώ µηνιαίως, ενώ αυτά που διαµένουν σε αστικές περιοχές 1.464,08 ευρώ. Επομένως, τα νοικοκυριά που διαµένουν σε αγροτικές περιοχές δαπανούν κατά µέσο όρο 22,5% λιγότερο από τα νοικοκυριά που διαµένουν σε αστικές περιοχές.

ΣΤΟ 32,6% ΤΩΝ ΜΗ ΦΤΩΧΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ ΟΙ ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ
Όσον αφορά στην ανισότητα, το µερίδιο της µέσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές, τρέχουσες τιµές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,5 φορές µεγαλύτερο από το µερίδιο της µέσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού (5,6 για το 2015). Ο δείκτης µειώνεται στο 4,2, όταν συμπεριληφθούν στην καταναλωτική δαπάνη και οι τεκμαρτές δαπάνες (τελική καταναλωτική δαπάνη), ενώ ήταν 4,4 το 2015. Το µερίδιο της µέσης ισοδύναμης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 32,2% των δαπανών των νοικοκυριών, ενώ το αντίστοιχο µερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 14,2%.

Η µέση µηνιαία ισοδύναμη δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών εκτιµάται στο 32,6% των δαπανών των µη φτωχών νοικοκυριών. Τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 32,1% του µέσου προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής, ενώ τα µη φτωχά το 19,8%. Λόγω της σύνθεσης των φτωχών νοικοκυριών (ηλικιωμένοι, ανασφάλιστοι, κ.λπ.), η δαπάνη τους για την υγεία ανέρχεται στο 9,3% του µέσου προϋπολογισμού τους, ενώ η αντίστοιχη δαπάνη των µη φτωχών ανέρχεται στο 7,8%.