Ηρωίδα αποδεικνύεται η Ελληνίδα νοικοκυρά και εξόχως πολυµήχανη! Τα χρόνια της µεγάλης ύφεσης και των µνηµονίων µπορεί να έχουν τινάξει στον αέρα τους προϋπολογισµούς εκατοµµυρίων οικογενειών, αλλά το «καλάθι της νοικοκυράς», αν και «καλαθάκι» πλέον, περιέχει ακόµη τα χρειώδη -τα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση-, ενώ έχουν περιοριστεί δραστικά οι «περιττές δαπάνες», δηλαδή για τα είδη ένδυσης-υπόδησης, τα διαρκή αγαθά, τις διακοπές και τις εξόδους της οικογένειας…

Να το ξεκαθαρίσουµε, µιλούµε για το µέσο «καλάθι της νοικοκυράς». Διότι το «καλάθι» των άνεργων γεµίζει όπως-όπως χάρη στην αλληλεγγύη των γενεών (βλέπε γλίσχρες συντάξεις των γερόντων) και τις στοιχειώδεις παροχές των δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης.

Στα χρόνια της µεγάλης ύφεσης, λοιπόν, το µέσο «καλάθι της νοικοκυράς» έχει χάσει πάνω από το 37% του περιεχοµένου του σε σταθερές τιµές, ενώ λόγω του αποπληθωρισµού οι απώλειες σε τρέχουσες τιµές «περιορίζονται» στο 33%. Τα καταθλιπτικά για την καθηµερινότητα των ελληνικών νοικοκυριών στοιχεία, περιλαµβάνονται στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισµών 2015 της ΕΛΣΤΑΤ, οι δε σωρευτικές απώλειες από την αρχή της κρίσης προκύπτουν από τη σύγκρισή τους µε τα ευρήµατα της αντίστοιχης έρευνας του 2008.

Την επταετία της ύφεσης η µέση µηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών συρρικνώθηκε από 2.117,67 ευρώ το 2008 σε 1.419,56 ευρώ το 2015. Δηλαδή, από το «καλαθάκι» πλέον της νοικοκυράς έχουν αφαιρεθεί αγαθά και υπηρεσίες συνολική αξίας 698,11 ευρώ σε τρέχουσες τιµές. Το ποσοστό µείωσης φθάνει το 33%, ενώ σε ετήσια βάση η µέση δαπάνη έχει συρρικνωθεί κατά 8.377,32 ευρώ.

Σε σταθερές τιµές, δηλαδή σε πραγµατικούς όρους, οι απώλειες είναι ακόµη µεγαλύτερες. Η µέση µηνιαία δαπάνη σε αυτή την περίπτωση περιορίστηκε από 2.262,47 σε 1.419,56 ευρώ, µε τις απώλειες να ανέρχονται σε 842,90 ευρώ ή ποσοστό µείωσης 37,3%. Σε ετήσια βάση, η πραγµατική µέση συρρίκνωση των δαπανών ανέρχεται σε 10.114,80 ευρώ.

Ενδιαφέρον θα είχε να υπολογίσουµε τα δισ. ευρώ που δεν φτάνουν πλέον στην αγορά λόγω της µετατροπής του «καλαθιού» σε «καλαθάκι». Με βοηθό τον αριθµό των νοικοκυριών του 2008 και του 2015 που παραθέτει η ΕΛΣΤΑΤ, από τη µείωση της συνολικής ετήσιας δαπάνης όλων των νοικοκυριών προκύπτουν τα εξής:

  • Οι προϋπολογισµοί των νοικοκυριών έχουν µειωθεί µεταξύ του 2008 και του 2015 κατά 33 δισ. ευρώ.
  • Το µερίδιο του λιανικού εµπορίου στη «χασούρα» ανέρχεται σε 8,6 δισ. ευρώ.
  • Ο κλάδος των τροφίµων-ποτών και καπνού έχει χάσει 2,9 δισ. ευρώ.
  • Μόνο ο κλάδος της διατροφής έχασε 2,4 δισ. και µισό δισ. ευρώ ο κλάδος ποτών και καπνού.

Τα σπασµένα της ύφεσης πλήρωσαν πολύ ακριβά οι δαπάνες που θεωρούνται ελαστικές. Έτσι, η µέση δαπάνη για αγορές διαρκών αγαθών (έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, είδη οικιακής χρήσης) µειώθηκαν κατά 55,5%. Αµέσως µετά ακολουθεί η ένδυση και υπόδηση µε µείωση 52,3%. Στο 40,1% έφτασε το ποσοστό µείωσης των δαπανών στην κατηγορία «διάφορα αγαθά και υπηρεσίες», ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνά το 30% στον κλάδο του τουρισµού και της εστίασης, στις επικοινωνίες, στις µεταφορές, στον κλάδο της αναψυχής και του πολιτισµού.

Την µικρότερη ποσοστιαία «χασούρα» υπέστη ο κλάδος της διατροφής (-15,6%), λόγω της ανελαστικότητας των συγκεκριµένων δαπανών. Ακολουθούν τα ποτά και τα τσιγάρα µε -16,3%, εξαιτίας της µεγάλης αύξησης των φόρων στα συγκεκριµένα προϊόντα. Λίγο κάτω από το -25% κυµαίνεται η µείωση στις δαπάνες στέγασης και υγείας, ενώ έχουν περικοπεί κατά 28% οι δαπάνες εκπαίδευσης.

Η επίδραση της ύφεσης στη διατροφή
Το ύψος των δαπανών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διακύμανση των τιμών. Για το λόγο αυτό οι μεταβολές των καταναλωτικών συνηθειών πλησιάζουν πολύ περισσότερο στην πραγματικότητα όταν οι συγκρίσεις γίνονται σε ποσότητες, ειδικά στα αγαθά εκείνα που ζυγίζονται ή μπορούν να μετρηθούν σε τεμάχια.

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα τρόφιμα. Για τις αλλαγές των ποσοτήτων των ειδών διατροφής που αγόρασε η ελληνική οικογένεια το 2015 σε σύγκριση με το 2008 (μέση μηνιαία ποσότητα) προκύπτουν τα εξής:

  • Αυξήθηκαν οι ποσότητες των φτηνών αμυλούχων τροφίμων –κατά 16,7% των ζυμαρικών και κατά 14,4% του ρυζιού.
  • Μείωση 6,6% σημειώθηκε στις ποσότητες ψωμιού και ειδών αρτοποιίας, που οφείλεται όμως αποκλειστικά στη πτώση της κατανάλωσης των πιο ακριβών αρτοσκευασμάτων, γλυκισμάτων κλπ.
  • Επίσης, αυξημένη είναι η κατανάλωση αυγών (15,4%), γιαουρτιού (14,4%) και ελαιολάδου (6,6%).
  • Η μεγαλύτερη μείωση καταγράφεται στις ποσότητες τυριών που αγοράζουν τα νοικοκυριά (-19,3%), καθώς και στα ψάρια (-16,6%), ενώ πολύ σημαντική είναι η μείωση κατά 11,3% των κρεάτων και κατά 8% του γάλακτος.
  • Τα φρούτα περνούν σιγά- σιγά στα «είδη πολυτελείας», καθώς οι νοικοκυρές μείωσαν κατά 8,3% τις ποσότητες που αγοράζουν, ενώ «αντιστέκονται» ακόμη τα λαχανικά, όπου η μείωση περιορίστηκε μόλις στο 1,9%.

Ιδιαίτερη κατηγορία, λόγω της υψηλής φορολόγησής τους, αποτελούν τα ποτά και τα τσιγάρα. Στα μεν ποτά η δαπάνη εμφανίζεται αυξημένη κατά 22,9% ενώ οι ποσότητες έχουν μειωθεί κατά 1,6%, ενώ στα τσιγάρα η μείωση της κατανάλωσης κατά 54,1% μεταφράζεται σε μείωση της δαπάνης μόνο κατά 26,5%.

Η άγρια φορολόγηση των καυσίμων έχει μειώσει το διάστημα 2009-2015 κατά 58,4% τη μέση κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης για κύρια κατοικία, ενώ αντίθετα έχει αυξηθεί κατά 110,9% η κατανάλωση καυσόξυλων.


Σαφή δείγματα επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου
Το διάστημα 2008-2015 το μερίδιο του λιανεμπορίου στις δαπάνες του οικογενειακού προϋπολογισμού μειώθηκε κατά μέσο όρο κατά 182,54 ευρώ το μήνα ή ποσοστό 27,3%. Επειδή, όμως, την ίδια περίοδο η συρρίκνωση του οικογενειακού προϋπολογισμού ήταν μεγαλύτερη και έφτασε το 33%, οι επιχειρήσεις του κλάδου καρπώνονται πλέον το 34,2% του «καλαθιού» έναντι 31,6% το 2008.

Πολύ μικρότερη ήταν η ποσοστιαία μείωση της δαπάνης για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά. Τα καταστήματα του κλάδου «έχασαν» 54,10 ευρώ από κάθε οικογένεια σε μηνιαία βάση, αλλά το μερίδιό τους στο «καλάθι της νοικοκυράς» αυξήθηκε από 16,4% σε 20,7%, γεγονός που αποτελεί σαφές δείγμα της επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου του λαού. Αν συνυπολογιστούν τα ποτά και ο καπνός, το μερίδιο του συνόλου του κλάδου εκτοξεύεται στο 24,7% από 19,6% το 2008.

Μείωση δαπανών και το 2015
Η δημοσιοποίηση της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2015 επιβεβαίωσε ότι συνεχίστηκε και πέρσι για έβδομη κατά σειρά χρονιά η συρρίκνωση του «καλαθιού της νοικοκυράς». Όπως προκύπτει από τα ευρήματα της έρευνας, το 2015 η μέση δαπάνη των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 2,8% ή 40,95 ευρώ σε σύγκριση με το 2014. Σε πραγματικούς όρους η μέση μηνιαία δαπάνη μειώθηκε κατά 1,2% ή 16,82 ευρώ, λόγω του αποπληθωρισμού. Σε σχέση με το 2014, η μεγαλύτερη μείωση δαπανών (-8,6%) παρατηρείται στα διαρκή αγαθά και ακολουθούν η δαπάνη για εκπαίδευση με -8,1% και τα διάφορα αγαθά και υπηρεσίες με -8,1%. Στα είδη διατροφής η δαπάνη μειώθηκε κατά 2,2%, ενώ μόνο σε μία από τις 12 κατηγορίες σημειώθηκε αύξηση (δαπάνες υγείας 1,1%).

Σε σταθερές τιμές η μεγαλύτερη μείωση δαπάνης παρατηρείται στην εκπαίδευση (-10,1%) και ακολουθούν τα διαρκή αγαθά (-6,8%) και τα οινοπνευματώδη ποτά (-4,5%). Σε 4 από τις 12 κατηγορίες καταγράφεται αύξηση των δαπανών (στέγαση, υγεία, μεταφορές, αναψυχή και πολιτισμός) με μεγαλύτερο ποσοστό το 3,4% στη στέγαση.

Η συμμετοχή των ποτών και των τσιγάρων στο «καλάθι» ανέρχεται στο 4%.
Η κατηγορία με το μεγαλύτερο μερίδιο στο «καλάθι της νοικοκυράς» το 2015 ήταν τα είδη διατροφής, με ποσοστό 20,7%, υψηλότερο κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες συγκριτικά με το 2014. Με διψήφια ποσοστά ακολουθούν η στέγαση (13,3%) και οι μεταφορές (12,8%).

Σε σταθερές τιμές το μερίδιο των ειδών διατροφής μειώθηκε από 21,2% σε 20,7%,, ενώ αυξήθηκαν της στέγασης από 12,7% σε 13,3% και των μεταφορών από 12,3% σε 12,8%. Μείωση καταγράφηκε στα ποτά και στα τσιγάρα από 4,2% σε 4%.

Ένας ηλικιωμένος άνω των 65 ετών που ζει μόνος του, δαπανά το 26,5% του προϋπολογισμού του για αγορά ειδών διατροφής, το 18,9% για τη στέγασή του και το 13,5% για λόγους υγείας. Δηλαδή, μόνο αυτές οι τρεις κατηγορίες απορροφούν το 58,9% των δαπανών του. Αντίστοιχα, ένα ζευγάρι με δύο παιδιά κάτω των 16 ετών διαθέτει το 18,6% του προϋπολογισμού του για είδη διατροφής, το 12,4% για στέγαση και το 15,4% για μεταφορές (σύνολο 46,4%).

Παραθέτουμε ορισμένα ακόμη ευρήματα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2015 που παρουσιάζουν ενδιαφέρον.

Το μέσο ‘’καλάθι’’ των νοικοκυριών με υπεύθυνο μισθωτό ανήλθε σε 1.752,92 ευρώ και ήταν 3% μικρότερο σε σχέση με το 2014.

Τα νοικοκυριά με υπεύθυνο αυτοαπασχολούμενο εργοδότη είχαν μέσο μηνιαίο προϋπολογισμό 2.972,72 ευρώ, 2,3% μειωμένο σε σχέση με το 2014.

Στα νοικοκυριά με υπεύθυνο αυτοαπασχολούμενο χωρίς μισθωτούς το αντίστοιχο ποσό ήταν 1.775,48 ευρώ, 3,4% μειωμένο σε σχέση με το 2014.

Όταν ο υπεύθυνος είναι οικονομικά μη ενεργός ή άνεργος, ο μέσος προϋπολογισμός τους περιορίζεται σε 1.102,32 ευρώ, καταγράφοντας μείωση 3,2% σε σχέση με το 2014.

Όταν ως μέτρο σύγκρισης ληφθεί η ηλικία του υπεύθυνου του νοικοκυριού, ο μικρότερος προϋπολογισμός είναι των νοικοκυριών με υπεύθυνο άνω των 75 ετών (817,4 ευρώ, μόλις το 57,6% του συνόλου) και ακολουθούν τα νοικοκυριά με υπεύθυνο 65-74 ετών (1.173,01 ευρώ) και αυτών με υπεύθυνο κάτω των 34 ετών (1.279,60 ευρώ). Τα πιο εύρωστα νοικοκυριά είναι αυτά με υπεύθυνο 45-54 ετών, με μέσο προϋπολογισμό 1.778,64 ευρώ.

Το φτωχότερο 20% του πληθυσμού διαθέτει το 31,3% του προϋπολογισμού για αγορά ειδών διατροφής και το 20,4% για δαπάνες που σχετίζονται με τη στέγαση. Δηλαδή, μόνο οι δύο αυτές κατηγορίες απορροφούν το 51,7% του προϋπολογισμού τους. Αντίθετα, το αντίστοιχο ποσοστό στο πλουσιότερο 20% του πληθυσμού φτάνει μόλις το 24,6% (14,2% διατροφή και 10,4% στέγαση).

Στην κατηγορία αυτή το μεγαλύτερο κονδύλι διατίθεται για δαπάνες που σχετίζονται με τις μεταφορές (αυτοκίνητα, καύσιμα κλπ) που φθάνει στο 15,4%, ενώ πάνω από το10% κυμαίνονται οι δαπάνες για ξενοδοχεία και εστίαση (11,2%) και διάφορα αγαθά και υπηρεσίες (11%).

Σε απόλυτους αριθμούς ο φτωχός πληθυσμός ξοδεύει 98,89 ευρώ το μήνα για είδη διατροφής και ο μη φτωχός πληθυσμός 191.37 ευρώ κατά μέσο όρο. Για είδη ένδυσης ο προϋπολογισμός των φτωχών διαθέτει μόλις 9,28 ευρώ και των μη φτωχών 58,25 ευρώ. Για τις μεταφορές τα αντίστοιχα ποσά είναι 25,81 και 122,16 ευρώ και για τη στέγαση 64,47 και 132,14 ευρώ.

Το όριο της φτώχειας ορίστηκε για το 2015 στα 4.985,50 ευρώ τον χρόνο. Κάτω από αυτό το όριο βρίσκεται το 19,7% του πληθυσμού.

Συγκλίνουμε με τη… Βουλγαρία!
Η ΕΛΣΤΑΤ παραθέτει και συγκριτικά στοιχεία αναφορικά με τη σύνθεση του «καλαθιού της νοικοκυράς» σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες (Βουλγαρία, Δανία, Ιταλία, Νορβηγία, Ισπανία, Ηνωμένο Βασίλειο). Όπως προκύπτει, στη Βουλγαρία οι οικογένειες διαθέτουν το 36,7% του προϋπολογισμού τους για είδη διατροφής, με την Ελλάδα να ακολουθεί με 20,7% και τελευταία τη Δανία με μόλις 10,7%.

Την πρωτιά διατηρεί η Βουλγαρία και στα ποτά και τα τσιγάρα με 5,3%, ακολουθούμενη από την Ελλάδα με 4%. Στη στέγαση σε τρεις χώρες (Νορβηγία, Δανία και Ισπανία) «φεύγει» πάνω από το 30% του οικογενειακού προϋπολογισμού, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην προτελευταία θέση με 13,3% και την Ιταλία στην τελευταία με 13%.

Η Ελλάδα κρατά την πρωτιά στις δαπάνες υγείας (7,5%), ακολουθούμενη από τη Βουλγαρία (6,5%), στις δαπάνες εκπαίδευσης με 3,3% και στις δαπάνες για ξενοδοχεία και εστίαση με 9,9%. 