Σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών κατά την τελευταία πενταετία κατέγραψε η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ. Την περίοδο 1998/1999-2004/2005 το ποσοστό αύξησης ήταν 12,5%, έναντι 22% την περίοδο 1993/1994-1998/1999. Η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές παντός είδους ανέρχεται σε 1.792,28 ευρώ. Τα είδη διατροφής καλύπτουν το 17,1% αυτών των δαπανών (έναντι 17,4% την περίοδο 1998-1999), ποσοστό που είναι και το υψηλότερο ανάμεσα σε όλες τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στον σχετικό πίνακα. Η περιφέρεια με τις υψηλότερες δαπάνες είναι η Αττική, ενώ στον αντίποδα βρίσκεται η Ήπειρος.

Σημαντική επιβράδυνση παρουσίασαν οι καταναλωτικές δαπάνες την περίοδο 2004-2005, σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ. Οι ‘χαμένοι’ της περιόδου ήταν οι κυριότεροι κλάδοι του λιανεμπορίου, όπως τα είδη διατροφής, η ένδυση-υπόδηση και τα είδη οικιακής χρήσης, που είδαν τα μερίδιά τους στο ‘καλάθι της νοικοκυράς’ να συρρικνώνονται. Από την άλλη, καταγράφεται έκρηξη στις δαπάνες του τομέα των ‘επικοινωνιών’, ενώ αυξημένο σε μικρότερο βαθμό είναι το ειδικό βάρος των δαπανών για μεταφορές, υγεία και ξενοδοχεία-εστίαση.

Τα κυριότερα ευρήματα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

  • Οι καταναλωτικές δαπάνες των νοικοκυριών εμφανίζονται αυξημένες κατά 12,15% σε σχέση με την περίοδο 1998-1999 που είχε διενεργηθεί η προηγούμενη αντίστοιχη έρευνα. Την προηγούμενη περίοδο είχε καταγραφεί αύξηση 22%. Δηλαδή, η Έρευνα, καταγράφοντας τη μείωση της ανοδικής τάσης της καταναλωτικής δαπάνης, απλώς επιβεβαίωσε τις ‘γκρίνιες’ τόσο των καταναλωτών όσο και των εμπόρων, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια διαμαρτύρονται όλο και εντονότερα για την μείωση της αγοραστικής δύναμης στην αγορά.

Όπως σημειώνει η ΕΣΥΕ, η αύξηση αυτή είναι σε πραγματικούς όρους, δηλαδή έχει ληφθεί υπόψη η μεταβολή των τιμών κατά το διάστημα 1998/1999-2004/2005 (κι αυτό για να αποτραπεί το ενδεχόμενο σύγχυσης από τα διαφορετικά ποσοστά που εμφανίζονται στους πίνακες, τα οποία είναι σε τρέχουσες τιμές).

  • Πάνω από το 20% των Ελλήνων, δηλαδή περισσότεροι από 2 εκατομμύρια συμπατριώτες μας, ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας. Την κατάσταση τη ‘σώζει’ κάπως η αυξημένη ιδιοκατοίκηση, η οποία περιορίζει το ποσοστό αυτό περίπου κατά τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες.
  • Η κοινωνική ανισότητα επιμένει, καθώς οι αγορές που πραγματοποιούν οι πλουσιότεροι είναι περίπου έξι φορές μεγαλύτερες από τις αγορές του φτωχότερου τμήματος του πληθυσμού.
  • Έντονες είναι και οι γεωγραφικές ανισότητες. Μόνο τρεις περιφέρειες, η Αττική, η Κεντρική Μακεδονία και το Νότιο Αιγαίο, ξοδεύουν πάνω από το μέσο όρο της χώρας, ενώ στη φτωχότερη περιφέρεια, την Ήπειρο, οι οικογενειακές δαπάνες δεν καλύπτουν ούτε το 70% του πανελλαδικού μέσου όρου. Σε έξι από τις 13 περιφέρειες της χώρας, το ‘καλάθι της νοικοκυράς’ δεν φθάνει ούτε το 90% του μέσου όρου.

Οριακή μείωση στα είδη διατροφής

Κατά μέσο όρο, η μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών με τρόπο κτήσης “αγορά” ανέρχεται σε 1.792,28 ευρώ. Το σχετικά μεγαλύτερο μέρος των δαπανών αφορά σε είδη διατροφής (17,10%) και ακολουθούν οι δαπάνες για μεταφορές (12,60%), ενώ το μικρότερο μέρος των δαπανών αφορά στην εκπαίδευση (2,86%).

Η ΕΣΥΕ επισημαίνει ιδιαίτερα ότι για τη χρονική περίοδο 1999-2004 παρατηρείται μεταβολή του καταναλωτικού προτύπου και ειδικότερα, μετατόπιση των δαπανών για διατροφή, ένδυση-υπόδηση, διαρκή καταναλωτικά και λοιπό αγαθά προς τις υπόλοιπες κατηγορίες, κυρίως προς τις δαπάνες που αφορούν στις επικοινωνίες.

Αυξητικές τάσεις εξακολουθούν να παρουσιάζουν οι ιδιωτικές κοινωνικές δαπάνες, δηλαδή οι δαπάνες για υγεία και εκπαίδευση. Ειδικότερα, την 30ετία 1974-2004 οι δαπάνες υγείας, ως ποσοστό του συνόλου των δαπανών της χώρας, αυξήθηκαν από 4,75% σε 7,15%, ενώ οι δαπάνες για εκπαίδευση αυξήθηκαν από 1,26% σε 2,86% (δηλαδή το ειδικό βάρος τους στο ‘καλάθι της νοικοκυράς’ υπερδιπλασιάστηκε).

Οι δαπάνες για αγορές ειδών διατροφής εμφανίζονται σε τρέχουσες τιμές αυξημένες κατά 27%. Όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική, αφού σε σταθερές τιμές, οι δαπάνες αυτές εμφανίζουν οριακές μειώσεις σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα (1998/1999). Όπως αναφέρει η ΕΣΥΕ, στην τελευταία έρευνα καταγράφηκε μείωση στις δαπάνες για λαχανικά 0,77%, κρέας 0,75%, φρούτα 0,55% και καφέ-τσάι-κακάο 0,34%. Αντίθετα, αυξήθηκαν 0,56% οι δαπάνες για ψάρια, 0,33% για έλαια και λίπη, 0,45% για ζάχαρη, μαρμελάδα, μέλι, γλυκά και ζαχαρωτά και 0,43% για μεταλλικά νερά, χυμούς και αναψυκτικά.

Αποτέλεσμα αυτών των αυξομειώσεων είναι η μείωση του μεριδίου των ειδών διατροφής στις συνολικές καταναλωτικές δαπάνες των νοικοκυριών, έστω και οριακά, από το 17,4% στο 17,1%.

Πάντως, τα σκήπτρα στις δαπάνες για τα είδη διατροφής συνεχίζει να κρατά το κρέας. Το 22,08% των χρημάτων που δαπανώνται για τρόφιμα αφορούν σε αγορές κρεάτων. Οι δαπάνες για ψάρια αντιπροσωπεύουν το 8,27% του συνόλου, για γαλακτοκομικά προϊόντα το 18,4%, για φρούτα το 7,56%, για έλαια και λίπη το 5,5%, για λαχανικά το 11,55%, για δημητριακά (αλεύρι, ψωμί κλπ) το 13,13%, για μη οινοπνευματώδη ποτά το 3,91%, για είδη ζαχαροπλαστικής το 6,46% και για άλλα τρόφιμα το 1,35%.

Αν ληφθεί ως κριτήριο η ποσότητα των ειδών διατροφής που αγοράζει κατά μέσο όρο το ελληνικό νοικοκυριό, τότε έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

  • Σε σύγκριση με την προηγούμενη έρευνα παρατηρείται μείωση της κατανάλωσης σε ποσότητες στις κατηγορίες: αλεύρι-δημητριακά-ψωμί -7,41%, ψάρια -2,84%, φρούτα -20,74%, λαχανικά -8,64% και κρέας -1,45%.
  • Αντίθετα, αυξήθηκαν οι ποσότητες των γαλακτοκομικών 1,74%, των ελαίων 21,76%, των μεταλλικών νερών-αναψυκτικών-χυμών 20,21%.
  • Επίσης, η ποσότητα των οινοπνευματωδών ποτών που αγοράζει η ελληνική οικογένεια αυξήθηκε κατά 23,4%, ενώ αυξημένες 3,2% εμφανίζονται και οι αγορές τσιγάρων (πάντα σε ότι αφορά τις ποσότητες).

Διευρύνθηκαν οι ανισότητες

Οι ανισότητες στην ελληνική κοινωνία διογκώνονται με το πέρασμα του χρόνου. Όπως έδειξε η έρευνα της ΕΣΥΕ, το μερίδιο της διάμεσης ισοδύναμης καταναλωτικής δαπάνης (αγορές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,90 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο της διάμεσης ισοδύναμης καταναλωτικής δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Ο δείκτης μειώνεται στο 4,65% όταν συμπεριληφθούν στην καταναλωτική δαπάνη και οι τεκμαρτές δαπάνες (ιδιοκατοίκηση, ιδιοπαραγόμενα αγαθά και υπηρεσίες παρεχόμενες δωρεάν από τον εργοδότη κλπ).

Ο κίνδυνος της φτώχειας απειλεί το 20,8% του πληθυσμού της χώρας, δηλαδή πάνω από 2,2 εκατομμύρια κατοίκους, όταν στον υπολογισμό του δείκτη λαμβάνεται υπόψη μόνο η καταναλωτική δαπάνη με τρόπο κτήσης “αγορά”. Όταν λαμβάνονται υπόψη όλες οι καταναλωτικές δαπάνες, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσης (τεκμαρτό ενοίκιο από ιδιοκατοίκηση, ιδιοπαραγόμενα αγαθά κλπ), τότε το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 17,1% του πληθυσμού.

Σε ότι αφορά τις γεωγραφικές ανισότητες, να επισημάνουμε ότι η σχέση της υψηλότερης προς τη χαμηλότερη μέση μηνιαία καταναλωτική δαπάνη κατά νοικοκυριό, στις περιφέρειες της χώρας (Αττικής και Ηπείρου) είναι 1,61.

Αυξήθηκε η μέση οικογενειακή δαπάνη

Η μέση μηνιαία οικογενειακή δαπάνη, αν ληφθούν υπόψη όλοι οι τρόποι κτήσης αγαθών και υπηρεσιών, αυξάνει σε 2.163,06 ευρώ. Το ποσό αυτό κατανέμεται ως εξής:

  • 1.792,28 ευρώ ή 82,86% από αγορές.
  • 21,24 ευρώ ή 0,98% από δική του παραγωγή.
  • 294,82 ευρώ ή 13,63% από δική του επιχείρηση.
  • 54,73 ευρώ ή 2,53% από άλλες πηγές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ίδια παραγωγή, η οποία καλύπτει περίπου το 1% των συνολικών δαπανών των νοικοκυριών. Η ίδια παραγωγή αφορά κυρίως τρόφιμα και ποτά και είναι ιδιαίτερα αυξημένη στα Ιόνια Νησιά, στην Πελοπόννησο, στη Δυτική Ελλάδα και στην Κρήτη, κυρίως λόγω της μεγάλης παραγωγής και κατανάλωσης ελαιολάδου. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στη Δυτική Ελλάδα η ίδια παραγωγή καλύπτει το 2,94% των συνολικών δαπανών των νοικοκυριών και ανέρχεται σε 55,51 ευρώ. Στα νησιά του Ιονίου το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 61,26 ευρώ, στην Πελοπόννησο σε 51,42 ευρώ, στην Κρήτη σε 53,58 ευρώ. Αντίθετα, η ίδια παραγωγή στην Αττική ανέρχεται μόλις σε 3,72 ευρώ και καλύπτει το 0,15% του συνόλου των δαπανών των νοικοκυριών. Στην Κεντρική Μακεδονία το αντίστοιχο ποσό είναι 10,43 ευρώ που αντιστοιχεί στο 0,48% των συνολικών δαπανών.

Η ιδιοκατοίκηση κερδίζει έδαφος

Από την έρευνα προκύπτει ότι η ήδη εκτεταμένη ιδιοκατοίκηση (συμπεριλαμβανομένης και της δωρεάν χρήσης ή παραχώρησης με μειωμένο ενοίκιο), που είχε καταγραφεί στην προηγούμενη έρευνα (79,6%) αυξήθηκε και ανήλθε σε ποσοστό 80,05%. Τη μεγαλύτερη αύξηση παρουσίασαν οι αστικές περιοχές από 72,6% σε 73,53%, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης, 96,96%, εμφανίζεται στις αγροτικές περιοχές.

Στην Περιφέρεια της Πρωτεύουσας η ιδιοκατοίκηση φθάνει το 70,87%. Στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης το 78,03%, στις λοιπές αστικές περιοχές το 75,97% και στις ημιαστικές το 87,64%.

Αναφορικά με ορισμένους ακόμη δείκτες που δείχνουν τις συνθήκες διαβίωσης, η έρευνα της ΕΣΥΕ κατέγραψε τα εξής σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα του 1998/1999:

  • Αυξήθηκαν από 14,5% σε 17,7% τα νοικοκυριά που διαθέτουν δεύτερη κατοικία.
  • Υπερδιπλασιάστηκε το ποσοστό των νοικοκυριών που διαθέτουν τουλάχιστον ένα κινητό τηλέφωνο.
  • Σχεδόν όλα τα νοικοκυριά διαθέτουν έγχρωμη τηλεόραση και σταθερό τηλέφωνο.
  • Αυξήθηκαν σημαντικά, από 12,1% σε 34,02%, τα νοικοκυριά που διαθέτουν ηλεκτρονικό υπολογιστή.
  • Σήμερα πάνω από 1 στα 4 νοικοκυριά διαθέτει DVD και φούρνο μικροκυμάτων.
  • Η κεντρική θέρμανση έχει ‘φτάσει’ περίπου στα Ύ των ελληνικών νοικοκυριών.
  • Τα 2/3 των νοικοκυριών της χώρας διαθέτουν σήμερα επιβατικό αυτοκίνητο. Πριν πέντε χρόνια είχαν κάνει αυτό ‘το όνειρο πραγματικότητα’ μόνο το 52% των νοικοκυριών της χώρας.
  • Επίσης, περίπου 1 στα 12 νοικοκυριά διαθέτουν κλειστό γκαράζ, ποσοστό διπλάσιο από αυτό που είχε καταγραφεί πριν πέντε χρόνια.

Οι δέκα μεγαλύτερες δαπάνες

Το πιο βαρύ έξοδο στο ‘καλάθι της νοικοκυράς’ αποτελούν οι δαπάνες στον τομέα της μαζικής εστίασης. Κατά μέσο όρο στα εστιατόρια και τα καφενεία δαπανάται το 8,6% του οικογενειακού προϋπολογισμού. Το υψηλότερο ποσοστό (9,7%) συναντάται στις οικογένειες με παιδιά άνω των 16 ετών, ενώ το χαμηλότερο (2,48%) στα νοικοκυριά του ενός ατόμου ηλικίας πάνω από 65 χρόνων.

Τον πίνακα των δέκα μεγαλύτερων δαπανών κλείνουν τα εξής αγαθά και υπηρεσίες:

  • Ενδύματα, 5,76%. Το υψηλότερο ποσοστό συναντάται στις οικογένειες με δύο παιδιά έως και 16 ετών (6,22%).
  • Αυτοκίνητα, 4,68%. Το υψηλότερο ποσοστό συναντάται στις οικογένειες που απαρτίζονται από ένα γονέα και τουλάχιστον ένα παιδί έως 16 ετών (6,22%).
  • Υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, 4,47%. Το υψηλότερο ποσοστό συναντάται στις οικογένειες που απαρτίζονται από ένα γονέα και τουλάχιστον ένα παιδί έως 16 ετών (5,32%).
  • Κρέας, 3,78%, με υψηλότερο ποσοστό στο ζευγάρι με τουλάχιστον τρία παιδιά έως 16 ετών ((3,93%)
  • Καύσιμα και λιπαντικά 3,77%, με υψηλότερο ποσοστό στις οικογένειες με παιδιά άνω των 16 ετών (4,44%).
  • Καπνός 3,30%, με υψηλότερο ποσοστό στις οικογένειες με παιδιά άνω των 16 ετών (3,81%).
  • Διάφορες υπηρεσίες 3,27%, με υψηλότερο ποσοστό στις οικογένειες με παιδιά άνω των 16 ετών (3,44%).
  • Ενοίκιο κύριας κατοικίας 3,22%, με υψηλότερο ποσοστό στις οικογένειες που απαρτίζονται από ένα γονέα και τουλάχιστον ένα παιδί έως 16 ετών (8,05%).
  • Γαλακτοκομικά προϊόντα 3,15%, με υψηλότερο ποσοστό στο ζευγάρι με τουλάχιστον τρία παιδιά έως 16 ετών (4,12%).

Από τα είδη λιανεμπορίου που βρίσκονται σχετικά ψηλά στον ίδιο πίνακα, αξίζει να αναφέρουμε τα είδη ατομικού ευπρεπισμού που απορροφούν κατά μέσο όρο το 2,49% των οικογενειακών δαπανών (11η θέση), τα είδη από δημητριακά (αλεύρι, ψωμί κλπ) με ποσοστό 2,25% (12η θέση), τα είδη υπόδησης με ποσοστό 2,1% (14η θέση) και τα λαχανικά με ποσοστό 1,97% (15η θέση).

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι της αγοράς

Ο κλάδος με τα περισσότερα ‘κέρδη’ την τελευταία πενταετία είναι οι επικοινωνίες, οι οποίες αύξησαν το μερίδιό τους στο καλάθι της νοικοκυράς κατά 0,98 ποσοστιαίες μονάδες. Η διαφορά αυτή αντιστοιχεί σε αύξηση του μεριδίου του κλάδου κατά 27,8% (από 3,53% το 1999 σε 4,52% το 2005).

Στους κερδισμένους ανήκουν ακόμη:

  • Από το λιανεμπόριο μόνο ο κλάδος των οινοπνευματωδών ποτών και του καπνού. Το μερίδιό του αυξήθηκε κατά 0,33 ποσοστιαίες μονάδες ή ποσοστό 9,1%.
  • Το μερίδιο των δαπανών στέγασης κατά 0,59 ποσοστιαίες μονάδες ή ποσοστό 5,8%.
  • Το μερίδιο του κλάδου των μεταφορών κατά 0,43 μονάδες ή ποσοστό 3,5%.
  • Το μερίδιο του κλάδου υγείας κατά 0,33 μονάδες ή ποσοστό 4,9%.
  • Το μερίδιο του κλάδου των ξενοδοχείων και της εστίασης κατά 0,26 μονάδες ή ποσοστό 2,7%.
  • Το μερίδιο του κλάδου αναψυχή και πολιτισμός κατά 0,11 μονάδες ή ποσοστό 2,3%.
  • Το μερίδιο στους κλάδους της εκπαίδευσης κατά 0,07 μονάδες ή ποσοστό 2,43%.

Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφηκαν στον κλάδο ΄διάφορα αγαθά και υπηρεσίες’, του οποίου το μερίδιο στο σύνολο των δαπανών του νοικοκυριού μειώθηκε κατά 1,23 ποσοστιαίες μονάδες ή ποσοστό 10,4%.

Παραπλήσιες είναι οι απώλειες και του κλάδου της ένδυσης και υπόδησης, Εδώ η μείωση έφτασε τις 0,94 μονάδες, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 10,1%.

Στα είδη οικιακής χρήσης και τα διαρκή αγαθά καταγράφηκε μείωση του μεριδίου κατά 0,63 μονάδες, που αντιστοιχεί στο 7,7% του μεριδίου που κατείχε ο κλάδος κατά την προηγούμενη έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών.

Στους χαμένους περιλαμβάνεται και ο μεγαλύτερος κλάδος του λιανεμπορίου, τα είδη διατροφής. Το μερίδιο του κλάδου στο ‘καλάθι της νοικοκυράς’ μειώθηκε από το 17,4% στο 17,1%, δηλαδή καταγράφηκε μείωση 0,3 ποσοστιαίων μονάδων, που αντιστοιχούν στο 1,7% του μεριδίου του κλάδου κατά την προηγούμενη έρευνα της ΕΣΥΕ (την περίοδο 1998/1999).

Το μερίδιο του λιανικού εμπορίου

Από τα 1.792,26 ευρώ που αντιστοιχούν στις μέσες μηνιαίες δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών από αγορές, στο λιανικό εμπόριο κατευθύνονται τα 746 ευρώ, έναντι 603 ευρώ το 1999. Δηλαδή, σε τρέχουσες τιμές η αύξηση είναι της τάξης του 24%, ποσοστό που είναι χαμηλότερο από την αντίστοιχη αύξηση στο σύνολο των δαπανών, το οποίο πλησίασε το 30%. Αν συμπεριληφθούν και οι δαπάνες στον κλάδο της εστίασης, τότε το συνολικό κονδύλι ανέρχεται σε 900 ευρώ από 725 ευρώ που ήταν το 1999.

Στον κλάδο των τροφίμων η αύξηση κυμαίνεται γύρω στο 27%, ενώ στον κλάδο των οινοπνευματωδών ποτών και του καπνού ξεπερνά το 41%. Όμως, οι αυξήσεις στους υπόλοιπους δύο κυριότερους κλάδους του λιανεμπορίου ήταν ιδιαίτερα χαμηλές: 15,6% στην ένδυση και υπόδηση και 11,3% στα διαρκή αγαθά οικιακής χρήσης. Σχετικά υψηλές, αλλά χαμηλότερες από την μέση αύξηση (30%), ήταν οι αυξήσεις για αγορές οικιακών ειδών άμεσης κατανάλωσης, και ειδών που σχετίζονται με την κουλτούρα και την αναψυχή (συσκευές ήχου και εικόνας, βιβλία, εφημερίδες, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, παιχνίδια κλπ).

Τα νοικοκυριά της Αττικής ξοδεύουν τα περισσότερα χρήματα σε όλη τη χώρα για αγορές ειδών λιανεμπορίου. Κατά μέσο όρο το σχετικό κονδύλι φθάνει τα 827 ευρώ μηνιαίως. Ακολουθεί, σε απόσταση αναπνοής, η περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου με 823 ευρώ, ενώ την τρίτη θέση καταλαμβάνει η περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας με 775 ευρώ. Στον αντίποδα βρίσκονται η Ήπειρος με 567 ευρώ και η περιφέρεια Βορείου Αιγαίου με 604 ευρώ.

Αναλυτικούς πίνακες βλέπε τεύχος Νο. 346 σελ.78-86