Οι πιέσεις που ασκούνται στην αγορά τροφίμων και ποτών για ανατιμήσεις στη διάρκεια του 2011 και ο υπαρκτός κίνδυνος να αυξηθούν οι αθέμιτες πρακτικές στο εμπόριο δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα, που εφόσον εκραγεί, αναμένεται να προκαλέσει ανεπανόρθωτες βλάβες στην επιχειρηματική κοινότητα. Το σίγουρο είναι ότι οι πιθανές ανατιμήσεις θα οδηγήσουν σε περαιτέρω ενίσχυση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας.

Kατάλληλο περιβάλλον για την εκδήλωση παράτυπων εμπορικών πρακτικών δημιουργούν οι ακραίες καταστάσεις που προκαλεί η κρίση στην αγορά των τροφίμων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού καλεί μέσω της ιστοσελίδας της όσους παραγωγούς διαπιστώνουν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό να τις καταγγέλλουν, ώστε η ανεξάρτητη διοικητική αρχή να δρα πυροσβεστικά, προλαμβάνοντας τις καταστάσεις εκτροπής.

Τα προβλήματα φαίνεται ότι διαπιστώνονται κυρίως στις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραγωγής και επεξεργασίας τροφίμων, οι οποίες δεν έχουν τον τρόπο να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό.

«Ο διττός ρόλος των μεγάλων λιανοπωλητών, αφενός ως πελατών των παραγωγών τροφίμων-ποτών και αφετέρου ως ανταγωνιστών τους, μέσω της διάθεσης προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, προκαλούν προβλήματα στους παραγωγούς», τονίζουν αναλυτές της αγοράς. Ωστόσο, διαφορετική άποψη διατυπώνουν παράγοντες του ΣΕΒΤ, τονίζοντας με έμφαση ότι όχι μόνο δεν υφίστανται προβλήματα με το λιανεμπόριο, αλλά οι δύο κλάδοι επιχειρούν να αντιμετωπίσουν από κοινού τις συνέπειες της κρίσης.

Όπως λένε, «ο καθένας έχει μια δύναμη στα χέρια του, την οποία χειρίζεται κατά τρόπο ώστε να μην προκαλεί προσχώματα στην ανάπτυξη του άλλου, ούτε να δυναμιτίζει τις μεταξύ τους σχέσεις. Και οι δύο πλευρές της αγοράς επιθυμούν να ανταποκριθούν κατά το μέγιστο δυνατόν στις ανάγκες των καταναλωτών σε αυτήν τη δύσκολη για όλους περίοδο».

Αναφορικά με τις αθέμιτες πρακτικές θεωρούν, μάλιστα, ότι ανάλογοι κίνδυνοι δεν υφίσταται. Παραδέχονται, ωστόσο, ότι οι μικρές παραγωγικές μονάδες είναι σε δυσχερή θέση έναντι όχι μόνο του ανταγωνισμού τους αλλά και των οργανωμένων δικτύων πώλησης, στα οποία τοποθετούν πλέον τα προϊόντα τους με μεγαλύτερη δυσκολία.

Στο σχετικό ζήτημα, άλλωστε, αναφέρουν πηγές του σελφ σέρβις, επικεντρώνει το ενδιαφέρον της η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Εν προκειμένω τα στελέχη του ΣΕΒΤ συνιστούν στην Ανεξάρτητη Αρχή να κινηθεί με μεγάλη προσοχή, διότι «το τελευταίο που θα επιθυμούσε η αγορά θα ήταν να χαλάσει το καλό κλίμα στις σχέσεις μεταξύ των δύο κλάδων» και να οδηγηθούν σε «σύρραξη», όπως συνέβη στο παρελθόν.

Προσεχώς ανατιμήσεις
Πάντως, το λιανεμπόριο και η βιομηχανία έχουν να αντιμετωπίσουν σήμερα και τον κίνδυνο της έκρηξης των τιμών. Εφόσον οι σχετικοί φόβοι επιβεβαιωθούν από τις εξελίξεις, εκείνος που θα θιγεί περισσότερο από κάθε άλλον είναι ο καταναλωτής.

Στελέχη της αγοράς δηλώνουν καθησυχαστικά προς το σελφ σέρβις ότι «η συγκυρία δεν προσφέρεται για αυξήσεις τιμών. Όποιος αυτήν την εποχή προβαίνει σε ανατιμήσεις, διακινδυνεύει την προτίμηση του κοινού του, συνεπώς και την πορεία των πωλήσεών του, που δύσκολα μπορεί σε τέτοιες συνθήκες να αναπληρώνει». Πάντως, τα μακροοικονομικά δεδομένα συνθέτουν μια εικόνα για τα πράγματα της αγοράς περισσότερο ζοφερή από αυτήν που υπονοούν τα στελέχη της.

Πράγματι, οι ακραίες καιρικές συνθήκες που επικράτησαν σε πολλές περιοχές του πλανήτη το περασμένο καλοκαίρι και οι έντονες ανατιμητικές πιέσεις στις πρώτες ύλες των βασικών ειδών διατροφής, οι οποίες εκδηλώθηκαν στο διάστημα που ακολούθησε ως τις ημέρες μας από τους διεθνείς κερδοσκοπικούς κύκλους, κάνουν τους διεθνείς οργανισμούς να διατυπώνουν ζωηρές ανησυχίες για την επιτάχυνση των ανατιμητικών τάσεων φέτος στα βασικά είδη διατροφής, κρούοντας κώδωνα κινδύνου προς πάσα κατεύθυνση.

Σχολιάζοντας το φαινόμενο στελέχη της βιομηχανίας τροφίμων-ποτών, υπογραμμίζουν ότι στην ανοδική εξέλιξη των τιμών συμβάλλουν, επίσης, η διόγκωση του παγκόσμιου πληθυσμού, οι ταχύτεροι ρυθμοί υποκατάστασης των καλλιεργειών τροφίμων για την ανάπτυξη καλλιεργειών βιοκαυσίμων, οι αυξημένες αλλά και οι νέες διατροφικές ανάγκες, όπως άλλωστε και η κλιματική αλλαγή και οι επιπτώσεις της στην παραγωγή και στα αποθέματα τροφίμων. Πρόκειται για ένα «τσουνάμι» αρνητικών παραγόντων, το οποίο δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων-ποτών, η οποία συν τοις άλλοις προσπαθεί να απορροφήσει τις επιβαρύνσεις από τις ανοδικές τάσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.

Κορυφαίοι παράγοντες της αγοράς, αναφερόμενοι στο κρίσιμο αυτό ζήτημα για τον κλάδο των τροφίμων, επισημαίνουν ότι τις αρνητικές εξελίξεις επιχειρεί να προλάβει η νέα Κοινοτική Αγροτική Πολιτική, που προβλέπει τρεις συγκεκριμένες στρατηγικές: Τη βιώσιμη παραγωγή τροφίμων, τη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων και τη διατήρηση της εδαφικής ισορροπίας και ποικιλίας στις αγροτικές περιοχές.


Το δίλημμα των πολυεθνικών
Στην Ελλάδα, πάντως, αναμένεται ότι θα εκδηλωθούν νέες μεγαλύτερες πιέσεις στις τιμές, έναντι των προηγουμένων ετών, όχι όμως υψηλότερες εκείνων που θα δεχθούν οι τιμές σε άλλες κατηγορίες προϊόντων μεταποίησης, όπως και στον κλάδο των υπηρεσιών.

Το μεγαλύτερο στοίχημα καλούνται να κερδίσουν οι θυγατρικές των πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες ήδη δέχονται πιέσεις από τις μητρικές τους να αυξήσουν τις τιμές χονδρικής, ακολουθώντας τη σχετική τάση που αποτυπώνεται σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, όπου η λειτουργία της οικονομίας φαίνεται ότι εξομαλύνεται. Το κρίσιμο ζήτημα, λοιπόν, για τους πολυεθνικούς κολοσσούς στην Ελλάδα είναι αν θα επιχειρήσουν να περάσουν τις επιθυμητές γι’ αυτούς ανατιμήσεις στο ράφι, θέτοντας σε κίνδυνο τα μερίδιά τους, ή αν θα επιλέξουν μια πιο λογική πολιτική τιμών, προσαρμοσμένη στις αντοχές της εγχώριας ζήτησης, που θα διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά τους.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι μεταβολές στις τιμές θα προκαλέσουν ανατροπές στα ράφια των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτες, τα οποία, έχοντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της τιμής, θα κερδίσουν σε μεγαλύτερο βαθμό τις προτιμήσεις των καταναλωτών, των οποίων το εισόδημα, στο μεταξύ, θα υποστεί ακόμα μεγαλύτερες απώλειες.

Πτώση για τρίτη συνεχή χρονιά
Στα προαναφερόμενα πρέπει να συνυπολογιστεί η γενικότερη πορεία της εγχώριας αγοράς τροφίμων και ποτών. Σύμφωνα με τον ΣΕΒΤ, το 2010 ήταν μια ακόμη δύσκολη χρονιά για τον κλάδο, πράγμα που αποτυπώθηκε στο ποσοστό επιβράδυνσης της παραγωγής στην κατηγορία, το οποίο διαμορφώθηκε στο -4,4%. Πάντως, όπως σημειώνουν στελέχη του Συνδέσμου, η πτώση στα τρόφιμα και ποτά ήταν ηπιότερη εκείνης που καταγράφηκε γενικότερα στη μεταποίηση.

Ειδικότερα, όμως, στην κατηγορία των ποτών η υποχώρηση που σημειώθηκε πέρυσι ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη: προσδιορίζεται γύρω στο 8% και αποδίδεται κυρίως στην κατηγορία των αλκοολούχων ποτών, των οποίων οι τιμές επιβαρύνθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό, λόγω των απανωτών αυξήσεων του ειδικού φόρου κατανάλωσης που αποφάσισε η κυβέρνηση.

Το κρισιμότερο όλων, για τα στελέχη του ΣΕΒΤ, είναι το γεγονός ότι ο κλάδος φέτος αναμένεται ότι θα καταγράψει για τρίτη συνεχή χρονιά πτωτική πορεία στα μεγέθη του, λόγω ακριβώς της κρίσης. Πλέον, οι παραγωγοί αρχίζουν να «βλέπουν» τα όριά τους, καθώς, όπως διαπιστώνεται, το πρώτο τρίμηνο του 2011 επιβεβαιώνει τις απαισιόδοξες προβλέψεις τους. Οι αρνητικές προσδοκίες τους κατά τους τελευταίους μήνες του 2010 ισχύουν και φέτος.

Όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, υπαίτια για το άσχημο κλίμα στον κλάδο είναι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, που ασκεί αρνητική επίδραση γενικότερα στην οικονομία.

«Η επιμονή της κυβέρνησης να θέτει στο στόχαστρό της μέτρα για τον περιορισμό των εισοδημάτων των εργαζομένων και των συνταξιούχων και να μην λαμβάνει μέτρα αναπτυξιακού χαρακτήρα, μόνο σε αδιέξοδο μπορεί να οδηγήσουν την οικονομία μας», δηλώνουν κορυφαίοι παράγοντες του εμπορίου. Δεν παραλείπουν, μάλιστα, να επισημαίνουν την αρνητική σημασία που έχει η λίαν άσχημη ψυχολογική διάθεση που έχει καταλάβει τους επιχειρηματίες και τους καταναλωτές.