Επίσης, δημιουργήθηκαν μέθοδοι προσδιορισμού κινδύνων και αξιολόγησης της επικινδυνότητάς τους, καθώς και μέθοδοι για τον εντοπισμό, τον έλεγχο και την παρακολούθηση κρίσιμων σημείων ελέγχου των τροφίμων, που αντιστοιχούν στο γνωστό μας HACCP. Οι οδηγίες αυτές της ΕΕ, που βασίζονται στον διεθνή κώδικα πρακτικής και τις γενικές αρχές υγιεινής των τροφίμων του Codex Alimentarius, δεν είναι κατ’ αρχήν υποχρεωτικές στην εφαρμογή τους από τα κράτη-μέλη, θέτουν όμως τις αρχές για τη σύνταξη οδηγών ορθής υγιεινής πρακτικής από τα κράτη-μέλη και την καθοδήγηση των επιχειρήσεων στον τομέα των τροφίμων. Η τήρηση των κανόνων αυτών καθίσταται πλέον υποχρεωτική, εφόσον ενσωματωθούν στο δίκαιο του κάθε κράτους.

‘Eτσι και στο εθνικό μας δίκαιο έχουν ενσωματωθεί οδηγίες της ΕΕ και έχουν θεσπισθεί νόμοι για την τήρηση των γενικών κανόνων υγιεινής τροφίμων, που ελέγχονται από τις αρμόδιες αρχές (κυρίως από τον ΕΦΕΤ), με σκοπό να μη βλάπτεται ο καταναλωτής από τρόφιμα ακατάλληλα προς βρώση ή, ενδεχομένως, επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία.

Επειδή το πλέγμα των ειδικότερων κανόνων υγιεινής και του συστήματος HACCP είναι εξειδικευμένο και πολλές φορές δαιδαλώδες για τις επιμέρους κατηγορίες τροφίμων και τις εταιρείες που τα παράγουν ή τα διαθέτουν, στο παρόν θα ασχοληθούμε με το «δια ταύτα», δηλαδή με τις κυρώσεις που προβλέπονται από τη μη τήρηση των κανόνων αυτών και του συστήματος ελέγχου στις βασικές κατηγορίες τροφίμων.

Α. Υγιεινή τροφίμων ζωικής προέλευσης (ΠΔ 79/2007)

1. Επιβάλλεται πρόστιμο από 3.000-30.000 ευρώ στις επιχειρήσεις τροφίμων και στους υπευθύνους που παράγουν, αποθηκεύουν, επεξεργάζονται, μεταφέρουν ή, κατ’ άλλον τρόπο, χειρίζονται προϊόντα ζωικής προέλευσης ή διατηρούν, εκτρέφουν, μεταφέρουν ή, κατ’ άλλον τρόπο, χειρίζονται ζώα, όταν:

  • α) διαθέτουν στο εμπόριο ζωικά προϊόντα ή ζώντα ζώα, τα οποία δεν έχουν παραληφθεί, δεν έχουν ελεγχθεί και δεν έχουν επισημανθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες κτηνιατρικές διατάξεις, ή δεν έχουν πιστοποιητικά ή έγγραφα που ανταποκρίνονται στην πραγματική τους κατάσταση,
  • β) διαθέτουν στο εμπόριο ζωικά προϊόντα, των οποίων τα σήματα καταλληλότητας έχουν τεθεί σε προϊόντα που δεν είναι σύμφωνα με τις ισχύουσες κτηνιατρικές διατάξεις,
  • γ) δεν αναφέρουν στην αρμόδια κτηνιατρική αρχή του τόπου προορισμού την άφιξη των προϊόντων ζωικής προέλευσης και των ζώων που κατάγονται από άλλο κράτος-μέλος,
  • δ) δεν υποβάλλουν δήλωση ή υποβάλλουν ψευδή ή ελλιπή δήλωση στην αρμόδια κτηνιατρική αρχή για κάθε παράλειψη ή παρατυπία που διαπιστώνουν στα σήματα, τα πιστοποιητικά ή έγγραφα που συνοδεύουν τα ζώα ή τα προϊόντα ζωικής προέλευσης,
  • ε) δεν τηρούν ή τηρούν ελλιπώς βιβλίο ή μηχανογραφημένο σύστημα εισόδου και εξόδου ζώων ή προϊόντων ζωικής προέλευσης,
  • στ) δεν τηρούν ή τηρούν ελλιπώς βιβλίο ή μηχανογραφημένο σύστημα καταγραφής των αποτελεσμάτων των αυτοελέγχων,
  • ζ) δεν φυλάσσουν ή δεν φυλάσσουν καθ’ όλο το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα οποιοδήποτε πιστοποιητικό ή έγγραφο που προβλέπεται από τις ισχύουσες κτηνιατρικές διατάξεις,
  • η) δεν καταβάλλουν τα τέλη των κτηνιατρικών ελέγχων και επιθεωρήσεων.

2. Σε περίπτωση άρνησης ή παρακώλυσης της διενέργειας επισήμου ελέγχου από τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων κατ’ εξακολούθηση επιβάλλεται αναστολή ή ανάκληση της έγκρισης της εγκατάστασης της επιχείρησης τροφίμων.

3. Σε περίπτωση που κατά τον επίσημο έλεγχο και τον πρόσθετο έλεγχο διαπιστωθεί:

  • α) μη συμμόρφωση προς τα γνωστοποιηθέντα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα,
  • β) ελλιπής τεκμηρίωση διαδικασιών σχετικά με τα συστήματα HACCP, Ορθής Πρακτικής Υγιεινής (ΟΠΥ) και Ορθής Παρασκευαστικής Πρακτικής (ΟΠΠ) και
  • γ) ανεπαρκής εφαρμογή συστήματος ανιχνευσιμότητας,

επιβάλλεται, για κάθε περίπτωση, χρηματικό πρόστιμο 1.500 έως 10.000 ευρώ.

4. Σε περίπτωση που κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστωθεί:

  • α) μη τήρηση των όρων έγκρισης εγκατάστασης,
  • β) διάθεση στην αγορά μη ασφαλών τροφίμων ζωικής προέλευσης,
  • γ) παραβάσεις σχετικά με το άρθρο 5 του Καν. (ΕΚ) 853/2004,
  • δ) μη εφαρμογή συστήματος HACCP,
  • ε) μη εφαρμογή συστήματος ανιχνευσιμότητας και
  • ζ) μη τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 19 του Καν. (ΕΚ) 178/2002

επιβάλλεται, για κάθε περίπτωση, χρηματικό πρόστιμο από 10.000 έως 200.000 ευρώ.

Επίσης, σε περίπτωση που κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστωθεί:

  • α) έλλειψη έγκρισης εγκατάστασης,
  • β) παραγωγή και διάθεση τροφίμων ζωικής προέλευσης, τα οποία ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για την Δημόσια Υγεία και οδηγούν στην ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων από τις αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές και
  • γ) περιπτώσεις υποτροπών παραβάσεων της παραγράφου 2.2. του παρόντος άρθρου

επιβάλλεται, για κάθε περίπτωση, χρηματικό πρόστιμο 200.000 έως 1.000.000 ευρώ.

Οι ποινικές κυρώσεις

Για τις ανωτέρω παραβάσεις τιμωρείται ο υπεύθυνος με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ τουλάχιστον. Η άσκηση των παραπάνω δραστηριοτήτων, χωρίς την ύπαρξη νόμιμης άδειας από κτηνιατρικής πλευράς από την αρμόδια αρχή, θεωρείται πάντοτε αυτόφωρο αδίκημα, και η εγκατάσταση ή η αποθήκη ή το κατάστημα σφραγίζεται από την τοπική κτηνιατρική αρχή, ενώ η καθ’ υποτροπή παράβαση των διατάξεων αυτών τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους τουλάχιστον και με χρηματική ποινή από 3.000 έως 5.800 ευρώ.
 
Β. Τρόφιμα γενικά (ΚΥΑ 15523/2006)

1. Οι παραβάτες των Κανονισμών, που αφορούν σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων και την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, υπόκεινται στις κυρώσεις -ποινικές και διοικητικές- που προβλέπονται στο άρθρο 5 του ν. 2741/1999 (σχετικά βλέπε προηγούμενο δημοσίευμά μας στο περιοδικό «σελφ σέρβις» με τίτλο «Ασφάλεια τροφίμων», τεύχος 364).

2. Επιβάλλονται, επίσης, πέραν της δίωξης, χρηματικά πρόστιμα σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 10755/2006 ΚΥΑ στις επιχειρήσεις που κατά παράβαση των προδιαγραφών, των προτύπων και των κανόνων της νομοθεσίας παράγουν, διαθέτουν τρόφιμα ή χρησιμοποιούν υλικά και αντικείμενα που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα και δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας.

3. Για το ύψος του προστίμου λαμβάνεται υπόψη το είδος και το μέγεθος της επιχείρησης, η παράβαση, ο όγκος των διατιθέμενων στην αγορά τροφίμων, οι ιδιαιτερότητες των ευρημάτων και οι επιπτώσεις αυτών στην δημόσια υγεία, τα συστήματα αυτοελέγχων, οι τυχόν διορθωτικές ενέργειες και η έγκαιρη ενημέρωση των αρμοδίων αρχών από την επιχείρηση και η τυχόν υποτροπή της.

4. Ειδικότερα οι παραβάσεις κατηγοριοποιούνται ως εξής:

  • Σε περίπτωση που κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστώνονται ευρήματα, τα οποία δεν επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια των παραγομένων προϊόντων, ελλιπής τεκμηρίωση διαδικασιών σχετικά με τις ορθές παρασκευαστικές πρακτικές (ΟΠΠ), τις ορθές πρακτικές υγιεινής (ΟΠΥ) και το σύστημα HACCP, μη τήρηση των όρων αδειοδότησης, ελλιπής τεκμηρίωση της εκπαίδευσης του προσωπικού της επιχείρησης και ανεπαρκής εφαρμογή συστημάτων ιχνηλασιμότητας, για κάθε περίπτωση επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο από 1.500 έως 10.000 ευρώ, εφόσον τα ευρήματα διαπιστωθούν σε επανέλεγχο.
  • Σε περίπτωση που κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστώνονται παραβάσεις που απαιτούν άμεση συμμόρφωση (μη ασφαλή τρόφιμα, υποχρέωση ανάκλησης, ενημέρωση της κεντρικής αρμόδιας αρχής), έλλειψη άδειας λειτουργίας, σοβαρές αποκλίσεις των όρων αδειοδότησης, μη εφαρμογή συστημάτων αυτοελέγχου, έλλειψη βιβλιαρίων υγείας σε προσωπικό της επιχείρησης, ανεπαρκές επίπεδο υγιεινής προσωπικού ή χώρων ή εξοπλισμού, ουσιώδεις αποκλίσεις σχετικά με τον εξοπλισμό και την υποδομή της επιχείρησης, παραπλάνηση του καταναλωτή, για κάθε παράβαση επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο από 2.000 έως 200.000 ευρώ.
  • Σε περίπτωση που κατά τον επίσημο έλεγχο των επιχειρήσεων διαπιστώνονται παραβάσεις, οι οποίες ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία και οδηγούν στην ανάγκη άμεσων μέτρων από τις αρμόδιες αρχές, όπως εκτεταμένη παραπλάνηση του καταναλωτή, περιπτώσεις υποτροπών παραβάσεων, επιβάλλεται για κάθε ανωτέρω παράβαση χρηματικό πρόστιμο από 20.000 έως 1.000.000 ευρώ.

Info: Η κυρία Κωνσταντίνα Κυριακοπούλου είναι δικηγόρος, έδρα: Καρνεάδου 32-Κολωνάκι (106 76), e-mail: kklaw@otenet.gr